Σταδιακή αποκλιμάκωση των τιμών ενέργειας έως το 2027
shutterstock
shutterstock
Π. Πετράκης

Σταδιακή αποκλιμάκωση των τιμών ενέργειας έως το 2027

Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή πυροδότησε έναν βαθύ δομικό μετασχηματισμό της παγκόσμιας οικονομίας. Η τρέχουσα συγκυρία δεν συνιστά μια απλή γεωπολιτική κρίση περιορισμένης εμβέλειας, αλλά έναν συστημικό κλυδωνισμό που ανατρέπει τις μέχρι πρότινος σταθερές της ανάπτυξης και του πληθωρισμού.

Το καινούργιο σημείο πάντως είναι η αύξηση του πληθωρισμού και όχι τόσο η μείωση της ανάπτυξης που και μικρή είναι και μπορεί να αποδοθεί και σε άλλους λόγους πέραν της αύξησης του ενεργειακού κόστους παραγωγής.

Σίγουρα όμως η κρίση αποτελεί έναν επιταχυντή των δυσμενέστερων εξελίξεων που ο πυρήνας τους πρέπει να αναζητηθεί στην αύξηση της αβεβαιότητας κυρίως λόγω Τραμπ που συνδέεται με την αναπροσαρμογή της σχετικής θέσης των πόλων δύναμης στον κόσμο. Αυτό το σενάριο της αναπροσαρμογής παρακολουθούμε σήμερα. Μετά την επιτευχθείσα μείωση των εντάσεων, το κρίσιμο νέο δεδομένο είναι η τεκμηριωμένη διαπίστωση ότι οι τιμές του πετρελαίου, αν και θα εισέλθουν σε τροχιά πτώσης, θα αποκλιμακωθούν με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς έναντι των προπολεμικών προβλέψεων τουλάχιστον έως το τέλος του 2027.

Σύμφωνα με νέες εκτιμήσεις (Οxford Economics)το αργό Brent βασίζεται σε μια μακροχρόνια τιμή ισορροπίας, καθοριζόμενη από το οριακό κόστος του ακριβότερου παραγωγού που ενσωματώνει την ασυμμετρία της αγοράς: σε συνθήκες ελλείμματος, οι κραδασμοί πολλαπλασιάζονται από τον «παράγοντα του φόβου» που κυριαρχεί στις στενές αγορές.

Η καταστροφή υποδομών, των οποίων η πλήρης αποκατάσταση απαιτεί έως πέντε έτη, εντείνει τη συμπεριφορά των τιμών. Στο βασικό σενάριο, η τιμή του Brent από τα 113 δολάρια το δεύτερο τρίμηνο του 2026 υποχωρεί στα 75 δολάρια το 2027(προσοχή 2027!) παραμένοντας ωστόσο πέντε έως δέκα δολάρια υψηλότερα από την προπολεμική πρόβλεψη, ενώ σε ακραίο σενάριο το χάσμα αγγίζει τα είκοσι πέντε δολάρια.

Η κρίση βρίσκει τις κυβερνήσεις χωρίς «πολιτικά πυρομαχικά». Σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1970, όπου τα ελλείμματα κυμαίνονταν γύρω στο 2% του ΑΕΠ και το χρέος των χωρών της G7 δεν υπερέβαινε το 20%, σήμερα το χρέος ξεπερνά το 100% του ΑΕΠ, ενώ το παγκόσμιο χρέος αγγίζει τα 348 τρισεκατομμύρια δολάρια. Στις ΗΠΑ, οι πληρωμές τόκων υπερβαίνουν πλέον τις αμυντικές δαπάνες, ενώ οι αγορές ομολόγων αποτρέπουν κάθε περαιτέρω δημοσιονομική επέκταση. Παράλληλα, η Federal Reserve αποτυγχάνει να επιτύχει τον στόχο του 2% για εξήντα συνεχόμενους μήνες, αντιμέτωπη με το κλασικό δίλημμα του στασιμοπληθωρισμού.

Η αμερικανική οικονομία διαθέτει ωστόσο δομικά αναχώματα, κυρίως την αναζωπύρωση της παραγωγικότητας και την ενεργειακή αυτάρκεια. Η Τεχνητή Νοημοσύνη αναμένεται να προσθέσει 0,3 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως στην ανάπτυξη την επόμενη δεκαετία, λειτουργώντας ως φυσικό αντίβαρο στον πληθωρισμό.

Η Fed προβλέπεται να προχωρήσει σε δύο μειώσεις επιτοκίων εντός του 2026, στηρίζοντας την αγορά εργασίας έναντι της προσωρινής πληθωριστικής πίεσης. Αντίθετα, η Ασία πλήττεται δυσανάλογα λόγω της ενεργειακής της εξάρτησης: η Ιαπωνία, με το 93% των εισαγωγών της να διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, βλέπει την ανάπτυξή της να περιορίζεται στο 0,3%, ενώ η Ινδία αντιμετωπίζει φυσικές ελλείψεις καυσίμων και υγραερίου, με επιβράδυνση στο 6,2%. Η Ευρωζώνη δοκιμάζεται από πληθωρισμό 3% και ασθενική ανάπτυξη 0,8%, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο φλερτάρει με την ύφεση, καθώς ο πληθωρισμός προσεγγίζει το 4,5% και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών υποχωρεί.

Η διαταραχή εκτείνεται πέρα από το πετρέλαιο, καθώς η καταστροφή της μονάδας LNG στο Ras Laffan, οι ελλείψεις λιπασμάτων και ηλίου για ημιαγωγούς, και η άνοδος των αποδόσεων των δεκαετών ομολόγων κατά πάνω από εκατό μονάδες βάσης δημιουργούν αλυσιδωτές πληθωριστικές πιέσεις σε κάθε καταναλωτικό προϊόν. Οι χρηματιστηριακές αγορές, με τον S&P 500 σε «bear market» και τον KOSPI να υποχωρεί κατά 12,1%, εντείνουν το αρνητικό wealth effect. Στο ακραίο σενάριο παρατεταμένου κλεισίματος του Ορμούζ, ο παγκόσμιος πληθωρισμός θα εκτινασσόταν στο 7,7% και η ανάπτυξη θα περιοριζόταν στο 1,4%, με ΗΠΑ και Ευρωζώνη σε ύφεση.

Η σταδιακή αποκλιμάκωση έως το 2027 δεν σηματοδοτεί επιστροφή στην κανονικότητα, αλλά εγκαινιάζει ένα «νέο κανονικό» με υψηλότερα ασφάλιστρα κινδύνου, ευάλωτες εφοδιαστικές αλυσίδες και επιτακτική ανάγκη για επενδύσεις στην παραγωγικότητα, την ενεργειακή αυτονομία και την ανθεκτικότητα των υποδομών ως κεντρικές προτεραιότητες οικονομικής και εθνικής ασφάλειας. Με άλλα λόγια εγκαινιάζεται μια νέα περίοδος με δυσκολότερες αλλά απαραίτητες αποφάσεις για τις κοινωνίες και την πολιτική παρόλο που οι οικονομίες, οι κοινωνίες και προ παντός η πολιτική εμφανίζουν (λογικό είναι σε κάποιο βαθμό) δυσκολίες προσαρμογής. Η νοσταλγία της παλαιάς κανονικότητας είναι εξαιρετικά προβληματική για τους παρόντες καιρούς.


*O Παναγιώτης Πετράκης είναι Ομ. Καθηγητής ΕΚΠΑ, οι απόψεις που διατυπώνονται δεν αποτελούν απόψεις του ΚΕΠΕ.