Η σκληρή σύγκρουση ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και την Fed, μας θυμίζει ότι η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών από τον άμεσο κυβερνητικό έλεγχο και εναγκαλισμό, αποτελεί το ιερό δισκοπότηρο της σύγχρονης Δυτικής οικονομικής σκέψης. Η ιδέα είναι απλή και σοφή.
Οι πολιτικοί που είναι εθισμένοι στο λαϊκισμό και εστιασμένοι στον χρονισμό των εκλογικών κύκλων, δεν πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να τοποθετήσουν το δάκτυλο τους πάνω το κουμπί της εκτυπωτικής μηχανής των χαρτονομισμάτων. Διότι έχουν ως σκοπό την επανεκλογή τους, θέτοντας την ισορροπία της οικονομίας σε δεύτερη μοίρα. Επομένως, χρειαζόμαστε έναν τεχνοκράτη «φύλακα», που θα προστατεύει την αγοραστική δύναμη των πολιτών, κρατώντας τον πληθωρισμό σε χαμηλά επίπεδα.
Το ερώτημα που πρέπει να μας απασχολεί σήμερα δεν είναι εάν η Fed και οι υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες του κόσμου, είναι «στα χαρτιά» ανεξάρτητες. Αλλά το τι συμβαίνει όταν μια Κεντρική Τράπεζα αποφασίζει, κατά το δοκούν, να κρατά τα επιτόκια πολύ χαμηλά για μεγάλη χρονική περίοδο και ταυτόχρονα να πλημμυρίζει την αγορά με ρευστότητα. Αγοράζοντας αφειδώς στοιχεία ενεργητικού - αυτά που οι επενδυτές ονομάζουν χαρτιά - από την αγορά, τροφοδοτώντας την παράλληλα με λίμνες μετρητών.
Έτσι το αφήγημα της ανεξαρτησίας, καταρρέει κάτω από το βάρος της ίδιας της πραγματικότητας. Τα τελευταία χρόνια η Federal Reserve και αρκετές κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως, έχουν μετατραπεί από εγγυητές της σταθερότητας, σε παρατηρητές αλλά και επιταχυντές του δημοσιονομικού εκτροχιασμού.
Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η Federal Reserve έχει μετατραπεί σε κάτι που ο σχεδιασμός της, προέβλεπε ρητά να αποφύγει. Από «πυροσβέστης» μέσω της προσφοράς ρευστότητας σε στιγμές κρίσης, γνωστός σε όλους μας με τον όρο «δανειστής έσχατης ανάγκης / lender of last resort», ξεπέρασε κάθε όριο και εξελίχθηκε σε μόνιμο χρηματοδότη και στυλοβάτη των ελλειμμάτων. Διότι μετά την αναγκαία παροχή ρευστότητας στις κρίσεις, όπως για παράδειγμα στην κρίση του Covid, αντί να αποσύρει τη στήριξη όπως έπρεπε να κάνει, επέλεξε να διατηρήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα τα επιτόκια κοντά στο μηδέν και να συσσωρεύσει κρατικούς τίτλους στο χαρτοφυλάκιο της, σε επίπεδα πολύ μακριά από κάθε τραπεζική λογική.
Η πολιτική αυτή της Fed αποτέλεσε μια βίαιη παρέμβαση στον μηχανισμό των τιμών. Η αλληλουχία των γεγονότων είναι σχετικά απλή.
Όταν το κόστος του χρήματος γίνεται μηδενικό, η έννοια του ρίσκου εξαφανίζεται.
Τα κεφάλαια σταματούν να κατευθύνονται σε παραγωγικές επενδύσεις που ενέχουν κινδύνους.
Αντιθέτως, προτιμούν και επιλέγουν να τοποθετούνται σε φούσκες περιουσιακών στοιχείων, που γεννούν υπεραξίες χωρίς ρίσκο.
Αυτή η εσφαλμένη κατανομή πόρων είναι το μεγαλύτερο σφάλμα της νομισματικής πολιτικής των τελευταίων ετών. Με αποτέλεσμα το φθηνό χρήμα αντί να στρέφεται προς την πραγματική οικονομία και να χρηματοδοτεί την ανάπτυξη και την καινοτομία, να χρηματοδοτεί τη μόχλευση και την παραγωγή χρηματιστηριακών υπεραξιών και μόνο.
Σε πρόσφατο άρθρο του, ο Thomas Hoenig από το Mercatus Center του George Mason University, κατέγραψε το μέγεθος της στρέβλωσης της αμερικανικής οικονομίας κατά τη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας.
Από το 2005 μέχρι το 2025, το Ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ εκτινάχθηκε από τα $7,9 τρισ. στα $39 τρισ. Μιλάμε δηλαδή για έναν πενταπλασιασμό που δεν δικαιολογείται με κανένα τρόπο από τις συνθήκες της πραγματικής ανάπτυξης.
Η Fed αγόρασε κρατικούς τίτλους αξίας $6,4 τρισ. Οκταπλασιάζοντας με αυτόν τον τρόπο τις θέσεις της, λειτουργώντας αφενός ως ο βασικός αγοραστής των ομολόγων που κανένας ιδιώτης δεν θα αγόραζε με τέτοιες αποδόσεις και αφετέρου ως αιμοδότης κεφαλαίων προς τις χρηματιστηριακές αγορές.
Και ο Χρηματιστηριακός Δείκτης S&P 500 εμφάνισε άνοδο κατά 5,5 φορές, την ώρα, που ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε κατά μόλις 1,7 φορές. Οδηγώντας σε αποτιμήσεις που θυμίζουν «φούσκα».
Τι συμπεραίνουμε; Ότι η Fed δεν υπηρετεί πλέον τον προορισμό της, δηλαδή την εντολή της για σταθερότητα και έλεγχο των τιμών. Αλλά αντιθέτως υπηρετεί στις χρηματοδοτικές ανάγκες του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών παρ’ όλο που η Fed από το καταστατικό της ούτε σχεδιάζει, ούτε ασκεί κοινωνική ή δημοσιονομική πολιτική. Αυτό είναι δουλειά του Λευκού Οίκου.
Η Fed δεν μπορεί να είναι ο «από μηχανής θεός» που θα χρηματοδοτεί επ' άπειρον τη δημοσιονομική επέκταση και τη μόχλευση των αγορών.
Ούτε μπορεί κάθε φορά που οι αγορές «τρομάζουν», η Fed να σπεύδει να τις καθησυχάζει διοχετεύοντας ενέσεις ρευστότητας, για να μην «κρασσάρει το σύστημα».
Αλλά ούτε και μπορεί να αποτελεί τον μόνιμο και ασφαλή χορηγό ενός κράτους που αρνείται να ζήσει με τους πόρους του και αρνείται να προσαρμόσει τις ανάγκες του, δημιουργώντας διαρκώς ελλείμματα και εκτοξεύοντας το χρέος στη στρατόσφαιρα.
Ο «λογαριασμός» της τελευταίας εικοσαετίας έχει αρχίσει να εκδίδεται. Οι πολιτικές που επικράτησαν με συστηματικά και μεθοδικότητα έχουν στρεβλώσει τα πάντα. Τις τιμές, τις επενδύσεις, αλλά και την ίδια την αντίληψη και την ηθική της πραγματικής οικονομίας. Και όταν εκδίδεται ο λογαριασμός, πάντα κάποιος καλείται να τον πληρώσει.
