Η απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης να θέσει την British Steel υπό κρατικό έλεγχο έχει προκαλέσει σοβαρή διπλωματική ένταση με το Πεκίνο. Το οποίο κατηγορεί το νούμερο 10 της Ντάουνινγκ Στριτ ότι χρησιμοποιεί προσχηματικά την έννοια της «εθνικής ασφάλειας» εις βάρος της κινεζικών συμφερόντων.
Η απόφαση δεν πρέπει να αιφνιδίασε όλους όσοι παρακολουθούσαν το θέμα από κοντά. Ήδη από τον περασμένο Μάρτιο στο άρθρο «Ο κινεζικός εκβιασμός στην British Steel πνίγει το Ηνωμένο Βασίλειο», εδώ, είχαμε αναλύσει τη σύγκρουση ανάμεσα στον όμιλο Jingye Group που είναι ένας από τους μεγαλύτερους ιδιωτικούς βιομηχανικούς κολοσσούς της Κίνας, και στην βρετανική κυβέρνηση που στήριζε οικονομικά την αποτυχημένη κινεζική επένδυση.
Η έκθεση του Εθνικού Οργανισμού Οικονομικού Ελέγχου (National Audit Office / NAO) του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά για τις δαπάνες στήριξης της British Steel έχει προκαλέσει τότε σεισμό τόσο στους οικονομικούς, όσο και στους πολιτικούς κύκλους του Λονδίνου.
Η βρετανική κυβέρνηση ήδη από το 2025 είχε περάσει μια έκτακτη νομοθεσία που της επέτρεπε να αναλάβει τον επιχειρησιακό έλεγχο του εργοστασίου του Scunthorpe, αφού οι διαπραγματεύσεις με την ιδιοκτήτρια Jingye για τη μετάβαση σε παραγωγή με ηλεκτρικές καμίνους είχαν αποτύχει. Με το κόστος του πακέτου υποστήριξης και διάσωσης διαρκείας να υπερβαίνει τα £377 εκατ. μέσα σε ένα διάστημα μικρότερο των δώδεκα μηνών, η περίπτωση της British Steel αναδεικνυόταν σε ένα από τα πιο δαπανηρά και αβέβαια στοιχήματα της βρετανικής βιομηχανικής πολιτικής των τελευταίων ετών.
Με δυο λόγια, το ημερήσιο κόστος για να κρατηθεί εν λειτουργία η British Steel είχε φτάσει τα £1,3 εκατ. με την κινεζική πλευρά να σφυρίζει αδιάφορα. Απαιτώντας ωστόσο £1 δισ. για να αποχωρήσει από το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας.
Η σημασία της British Steel για την βρετανική οικονομία αναδεικνύεται μέσα από την ακόλουθη ιστορική αναφορά.
Η British Steel Corporation ιδρύθηκε το 1967 από την κυβέρνηση των Εργατικών, επί πρωθυπουργίας Χάρολντ Γουίλσον. Ο στόχος της ίδρυσης της, ήταν η ενοποίηση των 14 μεγαλύτερων ιδιωτικών χαλυβουργιών της χώρας, οι οποίες αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα και έλλειψη επενδύσεων. Με την ίδρυσή της, η British Steel έγινε ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς χάλυβα στον κόσμο, απασχολώντας περίπου 270.000 εργαζόμενους.
Η δεκαετία του '70 έφερε την παγκόσμια οικονομική ύφεση και τον έντονο ανταγωνισμό από την Ασία. Η εταιρεία άρχισε να καταγράφει τεράστιες ζημιές. Υπό την κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ ξεκίνησε ένα σκληρό πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, μέσα στο γενικότερα κλίμα των ιδιωτικοποιήσεων και των αναδιατάξεων στο χώρο της χαλυβουργίας και των ανθρακωρυχείων. Πολλά εργοστάσια έκλεισαν και το εργατικό δυναμικό μειώθηκε δραματικά από 166.000 το 1980 σε 52.000 το 1988, προκειμένου η εταιρεία να γυρίσει σελίδα να γίνει κερδοφόρα. Η British Steel ιδιωτικοποιείται το 1988 και γίνεται British Steel plc. Το 1999, συγχωνεύεται με την ολλανδική Koninklijke Hoogovens για να δημιουργηθεί ο όμιλος Corus. Ο οποίος με τη σειρά του εξαγοράζεται από τον ινδικό κολοσσό Tata Steel έναντι £6,2 δισ., σηματοδοτώντας με αυτόν τον τρόπο το τέλος του βρετανικού ελέγχου στη μεγάλη χαλυβουργία.
Το 2016 η Tata Steel λόγω των συσσωρευμένων ζημιών πουλάει το μεγαλύτερο τμήμα της εταιρείας έναντι £1, στην Greybull Capital. Ωστόσο παρά την αρχική αισιοδοξία, η εταιρεία καταρρέει οικονομικά και τίθεται σε καθεστώς αναγκαστικής διαχείρισης το 2019. Τον Μάρτιο του 2020 εμφανίζεται ως «λευκός ιππότης» ο κινεζικός όμιλος Jingye Group ο οποίος εξαγοράζει την British Steel έναντι £50 εκατ., υποσχόμενος επενδύσεις ύψους £1,2 δισ. για τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων και διασώζοντας έτσι, το εμβληματικό εργοστάσιο στο Scunthorpe.
Το 2025, η Jingye ανακοίνωσε ότι η British Steel έχανε περίπου £700.000 την ημέρα λόγω του κόστους ενέργειας και των περιβαλλοντικών δασμών. Και τότε όπως προαναφέρθηκε, η βρετανική κυβέρνηση αναγκάστηκε να παρέμβει οικονομικά, με δάνεια και άμεση στήριξη που ξεπέρασαν τα £370 εκατ. για να αποτρέψει το κλείσιμο των υψικαμίνων στο Scunthorpe.
Έτσι ενώ η ιδιοκτησία των περιουσιακών στοιχείων της British Steel παρέμενε στα χέρια της Jingye Group, η βρετανική κυβέρνηση ανέλαβε τον ουσιαστικό έλεγχο των λειτουργιών της British Steel μέσω της έκτακτης νομοθεσίας γνωστής ως Steel Industry Special Measures Act 2025.
Ωστόσο, η βρετανική κυβέρνηση, δεν μπορούσε να αφήσει την British Steel να καταρρεύσει. Είναι η κλασσική περίπτωση «too big to fail», διότι δεν είναι απλά ένας εργοδότης 4.000 εργαζομένων στο Scunthorpe. Είναι ο βασικός προμηθευτής της Network Rail, δηλαδή του δικτύου σιδηροτροχιών της χώρας, αλλά και κρίσιμος κρίκος στην εφοδιαστική αλυσίδα της βρετανικής άμυνας και των κατασκευών.
Σε περίπτωση που η British Steel «έβαζε λουκέτο», τότε το Ηνωμένο Βασίλειο θα έπρεπε να εισάγει το 100% των δομικών προϊόντων χάλυβα, επιδεινώνοντας το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Παράλληλα το κόστος των επιδομάτων ανεργίας και η οικονομική ερήμωση της περιφέρειας του Lincolnshire θα μπορούσαν να ξεπεράσουν το κόστος της τρέχουσας επιδότησης.
Στις 16 Ιουλίου η βρετανική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι, καθώς δεν κατέστη εφικτή μια συμφωνία πώλησης, το «κριτήριο δημοσίου συμφέροντος» για κρατικοποίηση είχε πλέον εκπληρωθεί, οδηγώντας σε επίσημη κρατικοποίηση. Έτσι το βρετανικό δημόσιο απέκτησε πλέον τον πλήρη ιδιοκτησιακό έλεγχο της εταιρείας. Ενώ παράλληλα θα πραγματοποιηθεί ανεξάρτητη αξιολόγηση και αποτίμηση για να καθοριστεί αν και σε ποιο ύψος δικαιούται αποζημίωση η Jingye.
Η κίνηση προκάλεσε έντονη διπλωματική αντίδραση από το Πεκίνο. Το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου δήλωσε ότι η κρατικοποίηση «υπονόμευσε σοβαρά» την εμπιστοσύνη κινεζικών εταιρειών να επενδύουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατηγορώντας τη Βρετανία ότι «εξανάγκασε» την ανάληψη ελέγχου και «αγνόησε» τη συνεισφορά της Jingye στη βρετανική οικονομία και κοινωνία. Συνεισφορά που αμφισβητείται έντονα. Αφού ο κινεζικός όμιλος όχι μόνο δεν προχώρησε στις επενδύσεις ύψους £1,2 δισ. για τον εκσυγχρονισμό και την διάσωση του εμβληματικού εργοστασίου στο Scunthorpe, όπως προβλεπόταν αλλά αντιθέτως στηριζόταν στα χρήματα των φορολογουμένων του Ηνωμένου Βασιλείου.
Ο κλαδικός φορέας UK Steel χαρακτήρισε την κρατικοποίηση θετική εξέλιξη που παρέχει σιγουριά στο εργατικό δυναμικό και στην αλυσίδα εφοδιασμού, τονίζοντας όμως ότι δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Και ζητά τώρα λεπτομερή επενδυτική στρατηγική για μετάβαση σε χαλυβουργία χαμηλών εκπομπών άνθρακα, καθώς και δράση για την αντιμετώπιση του υψηλού ενεργειακού κόστους της χώρας.
Η κρατικοποίηση της British Steel έθεσε ένα τέλος στις δεκαετίες ιδιωτικής πρωτοβουλίας και ιδιοκτησίας της πάλαι ποτέ κραταιάς και εμβληματικής εταιρείας, που είχε ξεκινήσει με το νόμο ιδιωτικοποίησης του 1988 επί πρωθυπουργίας Μάργκαρετ Θάτσερ. Η κρατικοποίηση πραγματοποιήθηκε με βασικό γνώμονα τη διαφύλαξη της τελευταίας μονάδας πρωτογενούς χαλυβουργίας του Ηνωμένου Βασιλείου.
