Σε λίγες ώρες η Eurostat αναμένεται να ανακοινώσει ένα εντυπωσιακό δημοσιονομικό αποτέλεσμα για την Ελλάδα, με το πλεόνασμα του 2025 να ξεπερνά κατά περίπου 3 δισ. ευρώ τον στόχο (12 δισ. ευρώ έναντι στόχου για 9,15 δισ. ευρώ). Πρόκειται για σημαντικό «μαξιλάρι» απέναντι στην κρίση, σε μία συγκυρία που η πετρελαϊκή αναταραχή αναθερμαίνει ήδη τον πληθωρισμό στο 3,9%, πλήττοντας το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Η ελληνική οικονομία καλείται να ξεπεράσει μία ακόμα μεγάλη πρόκληση, καθιστώντας πιο σημαντικό το διακύβευμα των επερχόμενων εκλογών. Τις τελευταίες ημέρες τα μηνύματα ομοία είναι αντιφατικά. Από τη μία οι αρμόδιοι – εγχώριοι και διεθνείς – φορείς αρχίζουν να ποσοτικοποιούν τις επιπτώσεις της κρίσης και από την άλλη εκτιμάται ότι το υπερπλεόνασμα του 2025 θα δώσει στην κυβέρνηση την ευκαιρία να προσφέρει μία ανάσα σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Την Τετάρτη του Πάσχα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τοποθέτησε το «κόστος» της ενεργειακής κρίσης στις 0,4 ποσοστιαίες μονάδες για το ελληνικό ΑΕΠ, ενώ την Πέμπτη το ΙΟΒΕ προέβλεψε ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί με ρυθμό 1,8% το 2026 (έναντι εκτιμήσεων για 2,4%) με τον πληθωρισμό να αναθερμαίνεται στο 3,5%.
Καταλαβαίνει κανείς ότι μετά από τρία ολόκληρα χρόνια ανατιμήσεων και ακρίβειας, η παραμικρή επιτάχυνση του πληθωρισμού και η παραμονή των τιμών του πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα, απειλούν να επιφέρουν το… τελειωτικό πλήγμα στην καταναλωτική ζήτηση και να προκαλέσουν τεράστια προβλήματα στην οικονομία.
Σε αυτό το σημείο έρχονται οι νεότερες εκτιμήσεις για τις επιδόσεις του 2025 να προσφέρουν δημοσιονομικό περιθώρια για επιπλέον παροχές προς του πολίτες. Το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να διαμορφωθεί τελικά στο 4,8%-4,9% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 3,7% που συνεπάγεται μία ποσοστιαία μονάδα «μαξιλαριού». Παράλληλα, το συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα αναμένεται να ανέλθει στο 1,6% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 0,6%.
Είναι σαφές ότι ανοίγει ο δρόμος για την εφαρμογή έκτακτων μέτρων στο προσεχές διάστημα αλλά και για ένα πολύ ενισχυμένο πακέτο παροχών στη ΔΕΘ, με φοροελαφρύνσεις και άλλες παρεμβάσεις που θα ισχύσουν από το 2027.
Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει και το προεκλογικό σκηνικό, ωστόσο θα πρέπει σε αυτό το σημείο να γίνει μία σημαντική επισήμανση. Το υπερπλεόνασμα δεν μπορεί να επιστραφεί ολόκληρο στην οικονομία μέσω κάθε είδους παροχών, αλλά μόνο το μέρος που προέρχεται από μόνιμη εξοικονόμηση δαπανών. Και κάπως έτσι θα ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις με την Κομισιόν για το τελικό πακέτο μέτρων που θα ανακοινωθεί στην πορεία.
Μία ακόμα θετική εξέλιξη για την ελληνική οικονομία αφορά στο χρέος. Σύμφωνα με την έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για το 2025, το τρέχον έτος αναμένεται να είναι θετικό ορόσημο, καθώς το δημόσιο χρέος προβλέπεται να προσεγγίσει, ως ποσοστό του ΑΕΠ, εκείνο της Ιταλίας. Αν όλα κυλήσουν ομαλά και η πρόβλεψη της ΤτΕ επιβεβαιωθεί, τότε η Ελλάδα θα πάψει να αποτελεί εξαίρεση στην Ευρώπη.
Μπορεί εδώ και τουλάχιστον μία πενταετία να σημειώνει εξαιρετικές επιδόσεις, με αποτέλεσμα να μη θεωρείται «μαύρο πρόβατο», όμως πλέον θα το λένε και οι αριθμοί, αφού μετά από σχεδόν 15 χρόνια, το ελληνικό χρέος δεν θα είναι το υψηλότερο της Ευρωζώνης και αυτό θα οφείλεται στις θυσίες των Ελλήνων πολιτών.
Ταυτόχρονα, ωστόσο, το 2026 προδιαγράφεται, με βάση τις εκτιμήσεις του Γιάννη Στουρνάρα, ως έτος σημαντικών προκλήσεων. Γεγονός που καθιστά πιο επιτακτική από ποτέ την προσήλωση σε υπεύθυνες οικονομικές πολιτικές. Παράλληλα, η ΤτΕ τονίζει ότι για να είναι δυνατή η εφαρμογή μέτρων που θα δώσουν ώθηση στην ανάπτυξη και θα στηρίξουν τα νοικοκυριά, χωρίς να διακυβεύεται η μακροπρόθεσμη δημοσιονομική ισορροπία, θα πρέπει να υλοποιηθούν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και να αποκλιμακωθεί το χρέος.
Η εν λόγω επισήμανση – η οποία στην «Έκθεση του Διοικητή για το 2025» επαναλαμβάνεται συνεχώς - αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν λάβουμε υπόψη ότι μπαίνουμε σε προεκλογική περίοδο, ανεξάρτητα αν ο πρωθυπουργός αποφασίσει να πάει σε πρόωρες εκλογές ή επιλέξει να εξαντλήσει τη δεύτερη τετραετία έως το 2027.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, το χρέος της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να διαμορφωθεί σε 146,1% του ΑΕΠ το 2025 και σε 137,7% του ΑΕΠ το 2026. Υπό την προϋπόθεση της προσήλωσης στην επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων και της αποτελεσματικής αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων, εκτιμάται ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ τίθεται σε σταθερή καθοδική τροχιά και οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες τίθενται κάτω από το όριο αναφοράς (15% μεσοπρόθεσμα και 20% μακροπρόθεσμα), με αυξημένη ανθεκτικότητα σε μια σειρά από αρνητικές επισφάλειες μεσοπρόθεσμα.
Μάλιστα, όπως σημειώνει η ΤτΕ και με βάση την ιστορικά παρατηρούμενη αβεβαιότητα γύρω από την εξέλιξη των κύριων προσδιοριστικών παραγόντων, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα έχει μειωθεί σε βάθος πενταετίας με πιθανότητα που υπερβαίνει το 80%. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα εκτιμάται αυξημένη αβεβαιότητα, καθώς τα υφιστάμενα θετικά χαρακτηριστικά του δημόσιου χρέους δεν είναι μόνιμα.
