Πότε καταρρέει μια εταιρεία που χορηγεί πιστώσεις; Όταν αφενός το δάνειο παύει να αποπληρώνεται και αφετέρου η αξία των εγγυήσεων στα «χαρτιά» ήταν πολύ χαμηλότερη από την πραγματική τους αξία. Οπότε ανοίγει μια μεγάλη μαύρη τρύπα.
Το έργο το έχουμε ξαναδεί πολλές φορές. Όταν πίσω από μη εξυπηρετούμενα «κόκκινα» δάνεια, υπάρχουν δυσανάλογα χαμηλές εγγυήσεις.
Η περίπτωση της Market Financial Solutions, δεν είναι μια απλή ιστορία εξαπάτησης των μετόχων της, όπως αρχικά είχε φανεί, αλλά μια ακόμα αποτυχία των μηχανισμών ελέγχου των εγγυήσεων και εξασφαλίσεων που καλύπτουν τα δάνεια. Με δυο λόγια η ζημία που προέκυψε ανάμεσα στην αξία των εγγυήσεων όπως αυτή αποτυπώνεται στις λογιστικές καταστάσεις της εταιρείας και στην «πραγματική αξία» που τελικά κατάφερε να ανακτήσει η εταιρία, ήταν μεγάλη. Οπότε η χρηματοδότηση «ήταν στον αέρα και έβγαλε ζημίες».
Η Market Financial Solutions (MFS), είναι ένας εξειδικευμένος δανειοδοτικός οργανισμός παροχής πιστώσεων στον χώρο του «real estate». Δηλαδή, δανειοδοτεί επιχειρήσεις ανάπτυξης ακινήτων οικιστικού και εμπορικού χαρακτήρα, που δεν μπορούν για διάφορους λόγους να χρηματοδοτηθούν από το επίσημο τραπεζικό σύστημα. Η MFS τέθηκε προ ημερών, σε καθεστώς αναγκαστικής διαχείρισης / πτώχευσης μετά από σειρά ενεργειών των μετόχων της και των πιστωτών της, αλλά και αντίστοιχων δικαστικών προσφυγών. Ήδη από τον περασμένο Φεβρουάριο είχαν ξεκινήσει έρευνες στο εσωτερικό της MFS για απάτη, κακοδιαχείριση και πιθανές οικονομικές ατασθαλίες.
Αν και το απόλυτο μέγεθος της MFS είναι σχετικά μικρό για τα δεδομένα του χρηματοπιστωτικού συστήματος του Ηνωμένου Βασιλείου, η αποτυχία των εσωτερικών μηχανισμών ελέγχου έχει σημαντικές επιπτώσεις, στην ασφάλεια και φερεγγυότητα του συστήματος. Αφού λίγο - πολύ οι «χαλαροί» ελεγκτικοί εσωτερικοί μηχανισμοί αποτελούν σχεδόν πάγια τακτική. Έτσι η συγκεκριμένη περίπτωση αναδεικνύει για πολλοστή φορά τις δομικές αδυναμίες, που εμφανίζονται συχνά στις αγορές ιδιωτικών πιστώσεων. Δηλαδή στα λεγόμενα private credit markets, όπως είχαμε αναλύσει στο άρθρο «Σε κρίση τα credit funds των Blackrock και Blackstone» εδώ, και στο άρθρο «Oι επιπτώσεις από το «κανόνι» της Renovo στην BlackRock», εδώ.
Είχαμε αναλύσει τότε ότι οι χρηματοδοτήσεις, η διαχείριση των εξασφαλίσεων, καθώς και οι δομές άντλησης κεφαλαίων λειτουργούν έξω από τα πλαίσια της απαραίτητης προληπτικής εποπτείας που διέπει τα παραδοσιακά πιστωτικά ιδρύματα που χορηγούν δάνεια.
Η Market Financial Solutions δεν ήταν μια κλασσική τράπεζα, από την πλευρά της εποπτικής έννοιας του όρου. Λειτουργούσε αποκλειστικά ως ένα εξειδικευμένος μη τραπεζικός χρηματοδοτικός οργανισμός ακινήτων. Χωρίς να διαθέτει άδεια αποδοχής καταθέσεων ή άσκησης ευρύτερων τραπεζικών εργασιών. Όπως συμβαίνει με πολλούς μη τραπεζικούς φορείς, αυτό που στο Λονδίνο ονομάζουν «shadow banking», η MFS βρισκόταν εκτός του αυστηρού πλαισίου προληπτικής εποπτείας. Επομένως, η κατάρρευση εστιάζεται στην πλήρη αποτυχία των εσωτερικών διαδικασιών της MFS. Δηλαδή της χρηματοδοτικής πειθαρχίας, των προτύπων τεκμηρίωσης, της παρακολούθησης των κινδύνων, καθώς και της εταιρικής διακυβέρνησης. Αρχές που πρέπει να τηρούνται σε ευλάβεια στις εξωτραπεζικές χρηματοδοτήσεις που θεωρούνται εξ ορισμού ως «αυξημένου ρίσκου».
Σύμφωνα με πληροφορίες, πέραν του γεγονότος ότι ο ιδρυτής της MFS Paresh Raja κατηγορείται για μεταφορά £408 εκατ. από τα ταμεία της εταιρίας σε προσωπικούς λογαριασμούς του στο Μονακό, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σιγκαπούρη, διαπιστώθηκε ότι τα ίδια περιουσιακά στοιχεία είχαν ενεχυριαστεί δυο φορές ως εξασφαλίσεις, με τα δικαστικά έγγραφα να υποδεικνύουν ένα πιθανό έλλειμμα εξασφαλίσεων, ύψους περίπου £930 εκατ. Σε άλλα δάνεια ύψους περίπου £1,16 δισ., βρέθηκαν μόλις £230 εκατ. πραγματικές εγγυήσεις. Κοινώς, τα συγκεκριμένα δάνεια ήταν σχεδόν ακάλυπτα. Στις δικογραφίες η διοίκηση της εταιρείας ακόμα κατηγορείται για καταστροφή εγγράφων, χρήση μηνυμάτων επικοινωνίας που εξαφανίζονται (disappearing messages) και άλλες πρακτικές που θυμίζουν οργανωμένη απάτη.
Η MFS διέθετε άδεια για γραμμές χρηματοδότησης ύψους περίπου £2 δισ., ενώ το χαρτοφυλάκιο των χρηματοδοτήσεων, δηλαδή το αντίστοιχο «loan book» των τραπεζών, είχε αγγίξει στην κορύφωσή του τα £2,4 δισ. Πάνω δηλαδή από το επιτρεπόμενο όριο.
Η εξέλιξη έχει προκαλέσει μια θεσμική αναταραχή στις αγορές των ιδιωτικών πιστώσεων (private credit funds), αναγκάζοντας τους πιστωτές να επανεξετάσουν τα κριτήρια αξιολόγησης των κινδύνων, των εγγυήσεων, καθώς και τα πρότυπα παρακολούθησης των δανείων.
Παρά τη ραγδαία ανάπτυξη του τομέα των ιδιωτικών πιστώσεων ο οποίος λαμβάνει μεγαλύτερα ρίσκα από τις τράπεζες, δεν έχουν προσαρμοστεί το ίδιο γρήγορα και αποτελεσματικά τα πλαίσια του ελέγχου των εξασφαλίσεων, η παρακολούθηση της εξυπηρέτησης των δανείων, η διαρκής αξιολόγηση των επιχειρήσεων και του ρίσκου που τις συνοδεύει.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι απάτες και οι ζημίες γίνονται συνήθως αντιληπτές εκ των υστέρων και κατόπιν εορτής. Οπότε η ορθή πρακτική στις χρηματοδοτήσεις / πιστώσεις πρέπει να βασίζεται στην ενίσχυση των αντικειμενικών μηχανισμών ελέγχου.
Όπως φάνηκε στην περίπτωση της MFS, αλλά και σε αντίστοιχες περιπτώσεις στις ΗΠΑ, οι εξασφαλίσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ένας δυνητικός κίνδυνος, που έχει τη δική του δυναμική. Η αποτελεσματική διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου απαιτεί συνεχή παρακολούθηση της αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων και των ταμειακών διαθεσίμων, συστηματικές επαληθεύσεις μεταβαλλόμενων δεδομένων και εντατικοποίηση των εσωτερικών ελέγχων. Η διεύθυνση διαχείρισης κινδύνων πρέπει να ενεργοποιείται άμεσα και μόνο από «κόκκινες» ενδείξεις ελέγχων ή ασυνεπειών, όπως είναι οι ελλείψεις και τα κενά σε νομικά έγγραφα ή και άτακτες αποπληρωμές των δανείων. Ασυνέπειες που εξ ορισμού υπονομεύουν την αξία του χαρτοφυλακίου των εγγυήσεων και εξασφαλίσεων.
Παρατηρούμε ότι η εκδήλωση προβλημάτων στον τομέα του Private Credit, συνεχίζεται παρά τα «καμπανάκια» και τα «κόκκινα σημαιάκια» των αγορών. Και όπως είδαμε δεν αφορούν αποκλειστικά θέματα απάτης. Αλλά περισσότερο θέματα ελέγχων. Και αυτό συμβαίνει σε ένα οικοσύστημα όπως είναι αυτό των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, στο οποίο σχεδιάζεται ακόμα πιο γενναία απορρύθμιση και χαλάρωση των ελέγχων από την πλευρά των εποπτικών αρχών.
Η κατάρρευση της MFS έχει ήδη πυροδοτήσει αυξημένο ενδιαφέρον από την πλευρά των εποπτικών και ρυθμιστικών αρχών. Που εξετάζουν πλέον στενότερα την λειτουργία των μη τραπεζικών δανειστών και των funds ιδιωτικής πίστωσης. Αναλυτές εκτιμούν ότι η υπόθεση ενδέχεται να οδηγήσει σε αυστηρότερους ελέγχους για τις εξασφαλίσεις δανείων, μεγαλύτερη διαφάνεια στα στοιχεία των «collaterals» και αυστηρότερες διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου. Και αυτό διότι, όπως σημειώνουν στελέχη της αγοράς, το πραγματικό πρόβλημα στις αγορές private credit δεν είναι μόνο ο κίνδυνος αθέτησης πληρωμών, αλλά η δυσκολία να γνωρίζει πόσο εξασφαλισμένα και εγγυημένα είναι τα κεφάλαια που έχει εισφέρει στα private credit funds. Ήδη η Barclays, η Jefferies και Atlas SP, που αποτελούν βασικούς χρηματοδότες της MFS, ετοιμάζονται να εμφανίσουν τις αντίστοιχες ζημίες στους ισολογισμούς τους.
