Σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Federal Reserve) και η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφάλισης Καταθέσεων (FDIC) ανακοίνωσαν ότι ενέκριναν και μάλιστα χωρίς παρατηρήσεις τα τελευταία σχέδια εξυγίανσης και διάσωσης, τα λεγόμενα «living wills» που υπέβαλαν οι μεγαλύτερες αμερικανικές και ξένες τράπεζες που δραστηριοποιούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Γιατί είναι κρίσιμη η συγκυρία; Διότι κάθε γεωπολιτική, οικονομική, ενεργειακή και περιβαλλοντική κρίση, καταλήγει στην καρδιά της πραγματικής οικονομίας, που είναι το τραπεζικό σύστημα. Ένα σύστημα που πρέπει να διαθέτει τα αντίδοτα για να μην επηρεαστεί από την ευρύτερη νοσηρότητα της παγκόσμιας οικονομίας. Αφού κάθε κρίση συνοδεύεται από αθετήσεις στην εξυπηρέτηση δανείων, που οδηγούν στην εμφάνιση ενός τσουνάμι «κόκκινων δανείων».
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για τις διεθνείς αγορές, καθώς αποτελεί σαφή ένδειξη ότι οι αμερικανικές αρχές θεωρούν πως οι μεγαλύτεροι τραπεζικοί οργανισμοί του κόσμου είναι πλέον καλύτερα προετοιμασμένοι για την αντιμετώπιση μιας πιθανής χρηματοπιστωτικής κρίσης. Χωρίς να απαιτηθούν κρατικές παρεμβάσεις και διασώσεις μέσω των χρημάτων των φορολογουμένων, όπως είχε συμβεί κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Ας θυμηθούμε ότι κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί κατά τη διάρκεια της ελληνικής πτώχευσης, όταν οι τράπεζες σε πρώτη φάση είχαν διασωθεί με τα χρήματα των φορολογουμένων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα, συνολικά 64 τραπεζικοί οργανισμοί, οι 8 μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες και 56 μεγάλοι ξένοι τραπεζικοί όμιλοι που δραστηριοποιούνται στις ΗΠΑ, υπέβαλαν επικαιροποιημένα σχέδια εξυγίανσης. Και οι αμερικανικές εποπτικές αρχές, όπως είναι η Fed και η FDIC, διαπίστωσαν στα σχέδια αυτά δεν υπήρχαν ουσιώδεις αδυναμίες ή ελλείψεις, που θα έθεταν σε κίνδυνο την βιωσιμότητα των τραπεζών και θα οδηγούσαν σε κρατική παρέμβαση.
Η συγκεκριμένη διαπίστωση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Καθώς σε προηγούμενους κύκλους αξιολόγησης και σε stress tests, ακόμα και οι κορυφαίοι αμερικανικοί τραπεζικοί «κολοσσοί» είχαν δεχθεί αυστηρές παρατηρήσεις από τις ρυθμιστικές και εποπτικές Αρχές, σχετικά με αδυναμίες στα σχέδια διαχείρισης κρίσεων.
Τι είναι τα σχέδια εξυγίανσης;
Τα σχέδια εξυγίανσης και διάσωσης, τα λεγόμενα και «living wills» αποτελούν ουσιαστικά τα σχέδια έκτακτης ανάγκης για τις μεγάλες τράπεζες. Θεσπίστηκαν μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 μέσω του περίφημου νόμου Dodd - Frank Act.
Τα σχέδια αυτά περιγράφουν βήμα προς βήμα, τον τρόπο που μπορεί να διασπαστεί ή να εκκαθαριστεί μια μεγάλη τράπεζα, τον τρόπο προστασίας των καταθετών, την ομαλή συνέχιση των κρίσιμων λειτουργιών μια τράπεζας, καθώς και το βασικότερο που είναι το πως θα αποφευχθεί η μετάδοση της κρίσης στο ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Ο βασικός στόχος των αμερικανικών εποπτικών και ρυθμιστικών αρχών είναι η αποφυγή εμφάνισης του γνωστού φαινομένου «too big to fail». Δηλαδή η ανάγκη κρατικής παρέμβασης και διάσωσης μιας τράπεζας, επειδή αυτή θεωρείται τόσο μεγάλη, ώστε ο κίνδυνος από την κατάρρευσή της θα προκαλούσε συστημική κρίση. Όπως είχε συμβεί στην περίπτωση της Lehman Brothers.
Η εμπειρία της Lehman Brothers το 2008 εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικό σημείο αναφοράς για τους ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές καθώς και για τις κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο. Η άτακτη χρεοκοπία της επενδυτικής τράπεζας είχε οδηγήσει σε παγκόσμιο πανικό, κατάρρευση ρευστότητας και βαθιά ύφεση στις διεθνείς οικονομίες.
Ποιες τράπεζες πέρασαν τις εξετάσεις;
Οι οκτώ μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες που έλαβαν την έγκριση των αρχών της Fed και της FDIC είναι: η Bank of America, η Bank of New York Mellon, η Citigroup, η Goldman Sachs, η JPMorgan Chase, η Morgan Stanley, η State Street και η Wells Fargo. Οι τράπεζες αυτές χαρακτηρίζονται ως G-SIBs (Global Systemically Important Banks). Αυτές που στη χώρα μας αντίστοιχα ονομάζουμε συστημικές τράπεζες, των οποίων η κατάρρευση πριν από μια δεκαπενταετία είχε οδηγήσει αφενός στην εξαΰλωση των παλαιών μετόχων και αφετέρου σε τρεις διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις.
Συνολικά οι οκτώ προαναφερθείσες τράπεζες διαχειρίζονται περιουσιακά στοιχεία πολλών τρισεκατομμυρίων δολαρίων και αποτελούν τη ραχοκοκαλιά όχι μόνο του αμερικανικού αλλά και του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Πιο συγκεκριμένα η JPMorgan Chase, η μεγαλύτερη αμερικανική τράπεζα, παραμένει σημείο αναφοράς για τη σταθερότητα του κλάδου, ενώ άλλες τράπεζες όπως είναι η Goldman Sachs και η Morgan Stanley διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου και επενδυτικής τραπεζικής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η συμμετοχή 56 ξένων τραπεζικών οργανισμών με σημαντική παρουσία στις ΗΠΑ. Μεταξύ αυτών βρίσκονται η Barclays, η BNP Paribas, η Deutsche Bank, η HSBC, η Mitsubishi UFJ Financial Group (MUFG), η Mizuho Financial Group, η Royal Bank of Canada, η Sumitomo Mitsui Financial Group, η UBS, η Agricultural Bank of China, η Australia and New Zealand Banking Group (ΑΝΖ), η Banco Bilbao Vizcaya Argentaria (BBVA), η Banco Santander, η Bank of China, η Canadian Imperial Bank of Commerce, η China Construction Bank, η Commerzbank, η Commonwealth Bank of Australia, η Cooperative Rabobank, η Credit Agricole, η DZ Bank, η Erste Group Bank, η First Abu Dhabi Bank, η Hana Financial Group, η ICICI Bank, η Industrial and Commercial Bank of China (ICBC), η Industrial Bank of Korea, η Intesa Sanpaolo, η Itau Unibanco, η KB Financial Group, η KBC Bank, η Korea Development Bank, η Swedbank, η Banco Bradesco, η Banco do Brasil, η Banco de Sabadell, η Bayerische Landesbank, η CITIC Group, η China Merchants Bank και άλλες.
Εδώ ίσως πρέπει να θυμηθούμε και την αμαρτωλή παρουσία της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΚΤΕ) στις ΗΠΑ μέσω αντιπροσωπειών (representative offices), οι οποίες είχαν εμπλακεί σε σοβαρά νομικά και ρυθμιστικά ζητήματα στη δεκαετία του ’80. Σύμφωνα με την αμερικανική νομοθεσία, τα γραφεία αντιπροσωπείας ξένων τραπεζών δεν είχαν το δικαίωμα να δέχονται καταθέσεις, καθώς αυτό απαιτούσε ειδική άδεια λειτουργίας ως τραπεζικό υποκατάστημα και συμμόρφωση με τους αυστηρούς αμερικανικούς κανονισμούς εποπτείας. Οι αμερικανικές ρυθμιστικές αρχές θεώρησαν ότι η Τράπεζα λειτουργούσε ουσιαστικά ένα δίκτυο υποκαταστημάτων χωρίς να έχει λάβει την απαιτούμενη ομοσπονδιακή άδεια και χωρίς να υπόκειται στον απαραίτητο έλεγχο.
Η υπόθεση της ΕΚΤΕ, μαζί με άλλες υποθέσεις εκείνης της εποχής, όπως ήταν το σκάνδαλο της τράπεζας Bank of Credit and Commerce International (BCCI), αποτέλεσαν έναν από τους λόγους για τους οποίους οι ΗΠΑ το 1991 ενίσχυσαν δραστικά το νομοθετικό τους πλαίσιο, με την αυστηροποίηση των νόμων για τον έλεγχο των ξένων τραπεζών μέσω του νόμου Foreign Bank Supervision Enhancement Act (FBSEA) και την καθιέρωση αυστηρότερους κανόνες για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος (AML - Anti-Money Laundering).
Η παρουσία στον σχεδιασμό των πλάνων διάσωσης, ενός τόσο ευρέος φάσματος ευρωπαϊκών, ασιατικών και καναδικών τραπεζών υπογραμμίζει τον διεθνή χαρακτήρα της αμερικανικής αγοράς και την αλληλεξάρτηση των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών συστημάτων μεταξύ τους. Οι αμερικανικές αρχές επιδιώκουν να διασφαλίσουν ότι ακόμη και αν μια ξένη τράπεζα αντιμετωπίσει σοβαρή κρίση στη χώρα προέλευσής της, οι δραστηριότητές της στις ΗΠΑ θα μπορούν να απομονωθούν και να διαχειριστούν χωρίς να προκαλέσουν αλυσιδωτές αντιδράσεις.
Η φετινή αξιολόγηση θεωρείται ιδιαίτερα θετική για αρκετούς λόγους.
Κατά πρώτον, αποτυπώνει τη σημαντική ενίσχυση των τραπεζικών ισολογισμών μετά την κρίση του 2008. Οι μεγάλες τράπεζες διαθέτουν πλέον υψηλότερα κεφαλαιακά αποθέματα, ισχυρότερη ρευστότητα και πιο αυστηρά συστήματα διαχείρισης κινδύνου και υπολογισμού του ρίσκου.
Κατά δεύτερον, επιβεβαιώνει ότι οι διεθνείς τράπεζες έχουν προσαρμοστεί στις αυστηρότερες κανονιστικές απαιτήσεις που επιβλήθηκαν την τελευταία δεκαπενταετία.
Κατά τρίτον, και εδώ είναι ίσως το πιο σημαντικό σημείο η θετική αξιολόγηση έρχεται σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών και οικονομικών αβεβαιοτήτων, όπως είναι τα υψηλά επιτόκια, ο εμπορικός πόλεμος, το αυξημένο δημόσιο χρέος, οι πιέσεις στην αγορά ακινήτων και ανησυχίες για πιθανή επιβράδυνση της αμερικανικής οικονομίας. Οι ρυθμιστικές Αρχές δίνοντας το «ok», φαίνεται ότι θεωρούν ότι οι μεγάλες τράπεζες μπορούν πλέον να απορροφήσουν σοβαρούς κραδασμούς χωρίς να απειληθεί η σταθερότητα του συστήματος.
Η ανακοίνωση Fed και FDIC, που αποτελεί μια έμμεση επιβεβαίωση της ισχυρής εποπτείας που ασκούν οι αμερικανικές Αρχές στις μεγάλες τράπεζες αντιμετωπίστηκε θετικά από τις αγορές, καθώς μειώνει αισθητά τον φόβο εμφάνισης συστημικού κινδύνου. Οι επενδυτές θεωρούν πλέον δικαιολογημένα ότι περιορίζεται η πιθανότητα κρατικών παρεμβάσεων, ότι ενισχύεται η προβλεψιμότητα του τραπεζικού συστήματος και ότι βελτιώνεται η εμπιστοσύνη στη διαχείριση πιθανών κρίσεων.
Είναι όλα ασφαλή και ανθηρά;
Παρά το θετικό μήνυμα, οι κίνδυνοι δεν έχουν εξαφανιστεί. Οι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι και οργανισμοί εξακολουθούν να προειδοποιούν για αυξημένο εταιρικό χρέος, πιέσεις στα εμπορικά ακίνητα, κινδύνους κυβερνοασφάλειας, γεωπολιτικές κρίσεις και πιθανές αναταράξεις από τις αγορές παραγώγων. Επιπλέον, η ταχύτητα με την οποία μεταδίδονται σήμερα οι κρίσεις μέσω των ψηφιακών τραπεζικών συναλλαγών και των κοινωνικών δικτύων αποτελεί ένα νέο παράγοντα ανησυχίας για τις εποπτικές Αρχές.
Και δεν πρέπει να λησμονούμε ότι υπάρχει πάντα το γνωστό ερώτημα του ποιος εποπτεύει τις εποπτικές αρχές. Ερώτημα που είχαμε αναλύσει στο άρθρο : «Ποιος εποπτεύει τους επόπτες των τραπεζών;» εδώ
