H «καυτή πατάτα» της χρηματοδότησης της Τεχνητής Νοημοσύνης
Shutterstock
Shutterstock

H «καυτή πατάτα» της χρηματοδότησης της Τεχνητής Νοημοσύνης

Με το που ακούμε για τεχνητή νοημοσύνη, το μυαλό των απλών χρηστών αμέσως πάει από τους απλούς διαλόγους επικοινωνίας με το Gemini, το Grok και το ChatGPT, μέχρι τα φαντασμαγορικά κινεζικά βίντεο με τα ρομπότ που κάνουν σχεδόν τα πάντα. Στο μυαλό των επενδυτών η σκέψη πάει στα chips, στα data centers και στις ενεργειακές υποδομές, καθώς και τις μετοχές που επωφελούνται από την έκρηξη της ΑΙ. Ωστόσο και εδώ, στην ανάπτυξη της ΑΙ, κομβικό ρόλο καλούνται να διαδραματίσουν οι τράπεζες. Οι οποίες όμως είναι σαν να κρατούν στα χέρια τους μια «καυτή πατάτα».

Η ραγδαία αύξηση των επενδύσεων σε data centres και σε ενεργειακές υποδομές για την υποστήριξη εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης (AI) έχει δημιουργήσει έναν τεράστιο όγκο τραπεζικών χρηματοδοτήσεων. O oποίος με τη σειρά του, πιέζει τα πιστωτικά «όρια» των τραπεζών, τα εσωτερικά περιθώρια ρίσκου των τραπεζών, καθώς και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που υπαγορεύονται από τη Βασιλεία.

Η ανάγκη για υποδομές υψηλής ενεργειακής και τεχνολογικής έντασης, με servers, ψύξη, υψηλής ταχύτητας συνδέσεις και ειδικά κέντρα λειτουργίας για μονάδες εκπαίδευσης, έχει οδηγήσει σε μαζικά επενδυτικά προγράμματα από παρόχους όπως είναι η Oracle και η CoreWeave, οι οποίοι δανείζονται δισεκατομμύρια δολαρίων για να υλοποιήσουν εγκαταστάσεις σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ. Και η τάση αυτή δεν προβλέπεται να μεταβληθεί στο ορατό μέλλον.

Οπότε είναι λογικό οι τράπεζες να εξετάζουν τρόπους για περάσουν το μεγαλύτερο μέρος αυτών των δανείων σε μη τραπεζικούς επενδυτές, όπως είναι τα private credit funds, τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ταμεία και τα επενδυτικά οχήματα ειδικού σκοπού, ώστε να μειώσουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που τους θέτουν οι εποπτικές αρχές. Αλλά και τους κινδύνους που συνοδεύουν δανειοδοτήσεις τέτοιου βελινεκούς.

Η δύσκολη διαχείριση της τραπεζικής χρηματοδότησης ύψους $38 δισ. που συνδέεται με δύο μεγάλα project της Oracle στο Τέξας και στο Ουισκόνσιν δείχνει το μέγεθος του προβλήματος. Τραπεζικοί κολοσσοί όπως η JPMorgan και η Mitsubishi UFJ Financial Group χρειάστηκαν περισσότερους από έξι μήνες για να μεταβιβάσουν αυτό το «φορτίο» σε μη τραπεζικούς δανειστές. Και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις προσπάθησαν να πουλήσουν δάνεια ακόμη και με έκπτωση προς τους πιθανούς αγοραστές.

Είναι συνηθισμένη παγκοσμίως σαν πρακτική η «μεταφορά κινδύνου» από τις τράπεζες προς τρίτους μη τραπεζικούς επενδυτές έναντι αμοιβής ή έναντι εκπτώσεως. Ωστόσο, στο αμερικανικό τραπεζικό σύστημα, τα πράγματα είναι σήμερα λίγο πιο δύσκολα. Οι τράπεζες δεν διαθέτουν όσον αφορά την ΑΙ ένα χαρτοφυλάκιο από εκατοντάδες μικρά δάνεια. Το δανεικό τους χαρτοφυλάκιο κατανέμεται σε λίγους μεγάλους παίκτες, και οι χορηγήσεις που τους έχουν δώσει είναι τεράστιες. Τα δε έργα που έχουν χρηματοδοτηθεί, χαρακτηρίζονται ως υψηλού κατασκευαστικού και λειτουργικού ρίσκου. Αυτό αυξάνει το κόστος της μεταφοράς κινδύνου στους μη τραπεζικούς επενδυτές και την απαίτηση για μεγαλύτερες αποδόσεις από αυτούς που είναι πρόθυμοι να αναλάβουν τα «επικίνδυνα» φορτία.

Προσφάτως πέραν του επιχειρηματικού και οικονομικού ρίσκου, έχει κάνει την εμφάνιση του και ο πολιτικός και κοινωνικός παράγοντας. Η αυξανόμενη δημόσια αντιπαράθεση των τοπικών κοινωνιών σε ορισμένες περιοχές των ΗΠΑ, λόγω φόβων για περιβαλλοντικές επιπτώσεις, υψηλή κατανάλωση ενέργειας και λοιπές επιβαρύνσεις, έχει οδηγήσει τα έργα σε απαγορεύσεις και σε καθυστερήσεις. Κάτι που έχει άμεσες επιπτώσεις στον κύκλο ζωής των δανείων. Το παράδειγμα της απαγόρευσης σε επίπεδο πολιτείας στο Μέιν τον περασμένο Απρίλιο υπογραμμίζει πως η κοινωνική αντίδραση μπορεί να μετατρέψει την πολιτική αντιπαράθεση σε πραγματική οικονομική απειλή για την υλοποίηση έργων. Αυτοί οι μη οικονομικοί παράγοντες κάνουν τους μη τραπεζικούς επενδυτές πιο επιφυλακτικούς αλλά και πιο απαιτητικούς ως προς το μέγεθος της «αποζημίωσης» και της αμοιβής για την ανάληψη του επιπλέον κινδύνου.

Όπως αντιλαμβανόμαστε η ανάπτυξη της ΑΙ έχει να αντιμετωπίσει ένα διπλό πρόβλημα. Το πρώτο είναι ότι οι εταιρείες διψούν για κεφάλαια και τραπεζικά δάνεια. Και το δεύτερο είναι ότι οι τράπεζες αναζητούν «εταίρους» που θα μοιραστούν μαζί τους το σχετικό ρίσκο.

Έτσι οι επιχειρήσεις που χτίζουν data centres αναζητούν εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης πέρα από τις τράπεζες, εκδίδοντας ιδιωτικό χρέος, τίτλους εξασφαλισμένους πάνω σε περιουσιακά στοιχεία και εταιρικά ομόλογα. Με αυτόν τον τρόπο διευρύνονται οι αγορές χρέους ως πρακτικές απαντήσεις στην ανάγκη για κεφάλαια. Με αποτέλεσμα να μεταφέρεται το πρόβλημα σε επενδυτές, που μη διαθέτοντας την ίδια ρυθμιστική επιρροή με τις τράπεζες, απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να αναλάβουν το ρίσκο της υποστήριξης των υποδομών ΑΙ.

Από την άλλη πλευρά οι τράπεζες αναζητούν νέους επενδυτικούς παίκτες, ανεκτικούς στο αυξημένο ρίσκο. Ωστόσο, η αναζήτηση αντισυμβαλλομένων αντανακλά την «νευρικότητα» που υπάρχει στην αγορά, καθώς συνοδεύεται από πολλές «γκρι» περιοχές. Διότι η «μεταφορά του κινδύνου» από τις τράπεζες σε ιδιώτες δανειστές δεν αποτελεί πανάκεια. Απαιτεί προσεκτική δομή, διάφανη τιμολόγηση του ρίσκου και της απόδοσης, ειδικά σε ένα τοπίο χωρίς σαφές πλαίσιο, αφού σε αυτό υπεισέρχονται αρκετοί μη οικονομικοί παράγοντες.

Οπότε το ερώτημα δεν είναι το κατά πόσο οι τράπεζες μπορούν να δανειοδοτήσουν τις τεράστιες ανάγκες της ΑΙ και να ισορροπήσουν ανάμεσα στην υποστήριξη της τεχνολογικής προόδου και στη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Ένα στοίχημα που θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την ταχύτητα και την ανθεκτικότητα της τρέχουσας τεχνολογικής επανάστασης. Αλλά το κατά πόσον οι Εναλλακτικές Πηγές Χρηματοδότησης έχουν τη δυνατότητα να απορροφήσουν αφενός τα δάνεια που οι τράπεζες στην ουσία «μεταπωλούν» και αφετέρου τις χρηματοδοτήσεις που αδυνατούν να αναλάβουν οι «κορεσμένες» τράπεζες.

Ήδη οι λεγόμενοι «hyperscalers» στρέφονται σε Asset-Backed Securities (ABS), δηλαδή σε τιτλοποιήσεις μελλοντικών ταμειακών ροών από τα μισθωτήρια των data centres, σε Commercial Mortgage-Backed Securities (CMBS), δηλαδή στην έκδοση ομολόγων εξασφαλισμένων με ακίνητα υψηλής τεχνολογίας, καθώς και σε Private Placements, δηλαδή σε ιδιωτικές τοποθετήσεις ομολόγων σε ειδικούς θεσμικούς επενδυτές. Όπως σημειώνουν αρκετοί χρηματιστηριακοί αναλυτές, οι «hyperscalers» αποφεύγουν να χρησιμοποιούν δικά τους κεφάλαια. Τα δικά τους κεφάλαια έχουν στρέψει προς τις επαναγορές δικών τους μετοχών, προς όφελος των επενδυτών της Wall Street.