Γιατί αποχωρεί η ΒΡ από τα κοιτάσματα της Βόρειας Θάλασσας
Shutterstock
Shutterstock

Γιατί αποχωρεί η ΒΡ από τα κοιτάσματα της Βόρειας Θάλασσας

Η British Petroleum (BP), ένας από τους μεγαλύτερους ενεργειακούς «κολοσσούς» παγκοσμίως και η πρωτοπόρος στην εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Βόρειο Θάλασσα για πάνω από έξι δεκαετίες, βρίσκεται σε φάση αναθεώρησης της παρουσίας της, που ενδέχεται να οδηγήσει σε πώληση μέρους ή ακόμα και του συνόλου των δραστηριοτήτων της στο Ηνωμένο Βασίλειο. 

Η εταιρεία έχει ήδη συρρικνώσει το εξορυκτικό της αποτύπωμα στη Βόρειο Θάλασσα κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας. Ωστόσο, διατηρεί ακόμα σημαντικά μερίδια σε 20 με 25 μεγάλα κοιτάσματα, συμπεριλαμβανομένου του 45% στο Clair, που είναι το μεγαλύτερο πεδίο παραγωγής στην υφαλοκρηπίδα του Ηνωμένου Βασιλείου.

Το ενδεχόμενο της οριστικής εξόδου της ΒΡ από τη Βόρειο Θάλασσα, σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής 60 ετών για μία από τις πιο εμβληματικές βιομηχανικές παρουσίες της Βρετανίας. Από τη συγκεκριμένη περιοχή έχουν ήδη αποχωρήσει ή αναδιοργανώσει την παρουσία τους η Chevron, η ConocoPhillips, η Shell και η TotalEnergies.

Η πιθανή πώληση αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου για τη μείωση του χρέους της εταιρείας, το οποίο ανέρχεται σε $27 δισ., και για τη μετατόπιση κεφαλαίων σε περιοχές με υψηλότερες αποδόσεις ειδικά μετά και την αποτυχημένη στροφή της ΒΡ στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η BP στοχεύει σε αποεπενδύσεις συνολικού ύψους $20 δισ. έως το τέλος του 2027. 

Κεντρικό ρόλο στην απόφαση της BP, έχει παίξει το νέο φορολογικό καθεστώς που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση των Εργατικών. Το Λονδίνο έχει επιβάλει υψηλό «windfall tax» ή «energy profits levy», στα λεγόμενα «ουρανοκατέβατα κέρδη» από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, όπως λέμε και στην Ελλάδα.

Οι υψηλές έκτακτες φορολογικές εισφορές που φτάνουν το 78% για τα κέρδη από τους υδρογονάνθρακες που αντλούνται από τις λεκάνες της Βόρειας Θάλασσας, κόστισαν στη ΒΡ, £539 εκατ. μέσα στο 2025, πέραν των φόρων για τα κέρδη του 2024, που ήταν £1,2 δισ. Το μέτρο, που αρχικά είχε επιβληθεί για να καλύψει το «κοινωνικό κόστος» από την ενεργειακή κρίση, έχει επεκταθεί, ενισχυθεί και παγιωθεί μέχρι και το 2030. 

Σαν αποτέλεσμα η BP έχει επανειλημμένα εκφράσει ανησυχίες ότι η υψηλή φορολογία δημιουργεί αβεβαιότητα και μειώνει την ανταγωνιστικότητα των επενδύσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο σε σχέση με άλλες αγορές. Εξάλλου οι μέτοχοι της ΒΡ και τα επενδυτικά κεφάλαια, αποχωρούν από τη μετοχή της ΒΡ, διότι δεν διακρίνουν προοπτικές αντίστοιχες των μετοχών της ExxonMobil και της Chevron.

Για την BP, οι επενδύσεις στη Βόρεια Θάλασσα καθίστανται πλέον λιγότερο ελκυστικές σε σχέση με άλλες περιοχές του κόσμου, όπως είναι για παράδειγμα ο Κόλπος του Μεξικού, η Βραζιλία ή η Γουιάνα, όπου τα φορολογικά καθεστώτα είναι πιο σταθερά και οι προοπτικές κερδοφορίας παραμένουν μεγαλύτερες. Και είναι γνωστό ότι όταν το κράτος εισπράττει το μεγαλύτερο μέρος των κερδών από μια δραστηριότητα υψηλού κινδύνου, οι πολυεθνικές επιλέγουν να μεταφέρουν τα κεφάλαιά τους αλλού. Ακόμα και αυτές που έχουν επενδύσει δισ. δολαρίων σε υποδομές, όπως είναι οι εξέδρες άντλησης πετρελαίου και φυσικού αερίου, δηλαδή το οικοσύστημα του «offshore drilling».

Ωστόσο, υπάρχουν κι άλλοι λόγοι που ωθούν τη διοίκηση της ΒΡ στην απόφασή της αυτή. 

Γενικότερα τα οικονομικά δεδομένα, πέραν των έκτακτων φόρων έχουν μεταβληθεί. Οι επιχειρήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος εξόρυξης καθώς τα αποθέματα της Βόρειας Θάλασσας αντλούνται από μεγαλύτερο βάθος και η πρόσβαση σε αυτά απαιτεί ακόμα πιο εντατικές επενδύσεις.

Υπάρχει πίεση από τα θεσμικά επενδυτικά κεφάλαια για στροφή σε πιο βιώσιμες και χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος δραστηριότητες. Η BP, όπως και άλλες μεγάλες πετρελαϊκές, έχει ανακοινώσει ήδη στρατηγικές πράσινης μετάβασης προς την «ενέργεια με λιγότερο άνθρακα», επενδύοντας σε ανανεώσιμες πηγές, στο πράσινο υδρογόνο και σε υποδομές περιβαλλοντικού μετασχηματισμού. Με τις πρώτες προς το παρόν να μην αποδίδουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Είναι και το ρυθμιστικό και πολιτικό περιβάλλον που αυξάνει τον βαθμό της αβεβαιότητας. Οι κεντρικές πολιτικές για το κλίμα, οι αυστηρότεροι κανόνες ασφάλειας μετά από ατυχήματα, καθώς και η επιβολή αυξημένων φόρων ή ειδικών τελών επιβαρύνουν τα επιχειρηματικά σχέδια. Παράλληλα, η γεωπολιτική αστάθεια και οι διακυμάνσεις στη ζήτηση για ορυκτά καύσιμα από την Ευρώπη, οδηγούν στη στρατηγική επαναξιολόγηση της κατανομής και διασποράς των περιουσιακών στοιχείων.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, έχουν αρχίσει να εκφράζονται ανησυχίες τόσο για την ενεργειακή ασφάλεια, όσο και το ρίσκο της εισαγωγής υδρογονανθράκων από άλλες πηγές. Παρά την επιταχυνόμενη μετάβαση στην πράσινη ενέργεια, το φυσικό αέριο παραμένει κρίσιμο για τη θέρμανση και την ηλεκτροπαραγωγή του μεγάλου νησιού. Εάν οι εγχώριοι παραγωγοί αποχωρήσουν, τότε η χώρα θα αναγκαστεί να βασιστεί ακόμη περισσότερο σε εισαγωγές, από περιοχές με λιγότερο αυστηρά περιβαλλοντικά πρότυπα και από πολιτικά ασταθείς χώρες.

Υπάρχουν και υποστηρικτές της αποχώρησης των πετρελαϊκών εταιρειών από τη Βόρειο Θάλασσα, κυρίως από τον χώρο του περιβαλλοντικού ακτιβισμού. Ωστόσο, οι εξειδικευμένοι αναλυτές της αγοράς προειδοποιούν για της εμφάνιση ενός «κενού ισχύος». Διότι χωρίς τα έσοδα και την τεχνογνωσία της BP, ποιος θα χρηματοδοτήσει τις τεχνολογίες δέσμευσης άνθρακα (CCS) και την παραγωγή υδρογόνου, τομείς στους οποίους η Βόρεια Θάλασσα προσφέρει τεράστιες δυνατότητες;

Πέραν των οικονομικών επιπτώσεων, θα υπάρξουν και αντίστοιχες κοινωνικές. Ειδικά για την πόλη του Αμπερντίν, την «πετρελαϊκή πρωτεύουσα της Ευρώπης», η είδηση είναι σχεδόν εφιαλτική. Χιλιάδες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και αντίστοιχες εκατοντάδες από τον χώρο της εκπαίδευσης και της έρευνας εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από την BP. Μια ξαφνική έξοδος θα προκαλούσε ντόμινο στην τοπική οικονομία, θυμίζοντας την αποβιομηχάνιση που είχε η Βόρεια Αγγλία και η Σκωτία μέσα στη δεκαετία του 1980 μετά το κλείσιμο των ανθρακωρυχείων, επί πρωθυπουργίας Μάργκαρετ Θάτσερ.