Σημαντική άνοδο σε έσοδα και στα κέρδη τους εμφάνισαν για το πρώτο τρίμηνο του 2026 οι μεγάλες τράπεζες των ΗΠΑ, ωφελούμενες από την υψηλή δραστηριότητα των συναλλαγών τους, σε ένα περιβάλλον όπου ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και οι ανησυχίες για υψηλότερα επιτόκια στις ΗΠΑ ξεχώρισαν στην προσοχή των επενδυτών.
Η JP Morgan ανακοίνωσε πως τα έσοδα της ενισχύθηκαν κατά 10% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα 49,8 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ τα καθαρά κέρδη της σημείωσαν άνοδο 13% στα 16,5 δισεκατομμύρια δολάρια και τα κέρδη ανά μετοχή διαμορφώθηκαν στα 5,94 δολάρια, έναντι 5,07 δολαρίων την ίδια περίοδο πέρυσι.
Η Wells Fargo σημείωσε ετήσια αύξηση 6% στα έσοδα, τα οποία ανήλθαν στα 21,45 δισεκατομμύρια δολάρια, καθώς και αύξηση 7% στα καθαρά κέρδη, τα οποία έφτασαν τα 5,25 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ τα κέρδη ανά μετοχή της ανήλθαν σε 1,6 δολάρια.
Η Citigroup ανακοίνωσε καθαρά κέρδη 5,8 δισ. δολαρίων, αυξημένα 42% σε ετήσιο επίπεδο, ενώ τα έσοδά της για το πρώτο τρίμηνο αυξήθηκαν κατά 14% στα 21,6 δισεκατομμύρια δολάρια και τα κέρδη ανά μετοχή της αυξήθηκαν από 1,96 δολάρια σε 3,06 δολάρια.
Οι ευκαιρίες και οι προκλήσεις
Σύμφωνα με το Reuters, η μεταβλητότητα στις αγορές τείνει να ωφελεί τις μεγάλες τράπεζες των ΗΠΑ καθώς οι επενδυτές αναδιαμορφώνουν όλο και περισσότερο τα χαρτοφυλάκιά τους για να αντισταθμίσουν τους κινδύνους.
Όπως δήλωσε την Τρίτη ο οικονομικός διευθυντής της JP Morgan, Τζέρεμι Μπάρνουμ, τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου « είναι αποτέλεσμα του υψηλού επιπέδου εμπλοκής των πελατών, των ασταθών συνθηκών της αγοράς και της επιτυχίας στη διαχείριση των σχετικών κινδύνων».
Σημειώνεται πως η ενεργειακή κρίση που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει ενισχύσει τις απόψεις των επενδυτών για το ότι η ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) θα προχωρήσει σε αύξηση των επιτοκίων της ώστε να καταπολεμήσει τις πληθωριστικές πιέσεις, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές στη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Ωστόσο, οι τράπεζες φαίνεται να καθησυχάζουν για την ανθεκτικότητα των Αμερικανών καταναλωτών και για το ύψος των δαπανών τους το επόμενο χρονικό διάστημα, υπογραμμίζοντας ωστόσο τους κινδύνους από τις επιπτώσεις το υ πολέμου.
Ο επικεφαλής της JP Morgan, Τζέιμι Ντίμον, ανέφερε κατά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων πως «υπάρχει ένα όλο και πιο περίπλοκο σύνολο κινδύνων – όπως γεωπολιτικές εντάσεις και πόλεμοι... Αν και δεν μπορούμε να προβλέψουμε πώς θα εξελιχθούν τελικά αυτοί οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες, είναι σημαντικοί».
Στη συνέχεια πρόσθεσε πως «η αμερικανική οικονομία παραμένει ανθεκτική» και πως οι καταναλωτές συνεχίζουν να δαπανούν.
Ο οικονομικός διευθυντής της Wells Fargo, Μάικ Σαντομασίμο, δήλωσε ότι οι καταναλωτές πιθανώς δαπανούν μεταξύ 25% και 30% περισσότερα για βενζίνη σε σχέση με πριν από τη σύγκρουση.
«Οι συνολικές δαπάνες συνεχίζουν να είναι αρκετά ανθεκτικές και αρκετά ισχυρές. Δεν παρατηρούμε ουσιαστική αλλαγή στις τάσεις του συνολικού επιπέδου δαπανών», συμπλήρωσε.
Ο οικονομικός διευθυντής της Citi, Γκονζάλο Λουτσέτι, δήλωσε ότι αν η σύγκρουση παραμείνει σε ισχύ για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, θα μπορούσε να επηρεάσει τις επιδόσεις του δεύτερου εξαμήνου.
Η διευθύνουσα σύμβουλος της Citi, Τζέιν Φρέιζερ, δήλωσε ότι όσο περισσότερο διαρκεί η σύγκρουση, «τόσο πιο έντονες θα είναι οι επιπτώσεις σε όλο τον κόσμο», αναφέροντας ότι ο πληθωρισμός αποτελεί πλέον μεγαλύτερο κίνδυνο.
