Για το ακραίο σενάριο όπου η παγκόσμια οικονομία μπορεί να αντιμετωπίσει ισχυρούς κλυδωνισμούς λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή κάνει λόγο η Citi σε έκθεση της που δημοσιεύτηκε την Πέμπτη, με τους αναλυτές του αμερικανικού οίκου να εξετάζουν το κατά πόσο η ευρωπαϊκή οικονομία έχει ήδη επηρεαστεί από τον πόλεμο που ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου.
Η Citi σημειώνει πως παρά το ότι το παγκόσμιο ΑΕΠ έχει επιδείξει ισχυρή ανθεκτικότητα κατά τους πρώτους μήνες της κρίσης, παραμένει ισχυρό το ενδεχόμενο για ένα ισχυρό σοκ προσφοράς λόγω του πολέμου και του κλεισίματος στα Στενά του Ορμούζ.
Όπως αναφέρεται στην έκθεση, η «η παγκόσμια οικονομία φαίνεται να απορροφά τον κλονισμό της αγοράς πετρελαίου με σχετική ομαλότητα. Ως εκ τούτου, έχουμε αναθεωρήσει προς τα κάτω τις προβλέψεις μας για την παγκόσμια ανάπτυξη μόνο ελαφρώς. Πλέον εκτιμούμε ότι η παγκόσμιο οικονομία θα αναπτυχθεί κατά 2,6% φέτος, από 2,9% που προβλέπαμε τον Φεβρουάριο».
Άνοδος του πληθωρισμού
Για τον πληθωρισμό στην παγκόσμια οικονομία, η Citi αναμένει πως θα διαμορφωθεί στο 3,5% για το σύνολο του 2026 έναντι 2,5% στην προηγούμενη εκτίμηση του οίκου.
Παρακολουθούμε επίσης στενά τις επιπτώσεις «δεύτερου κύκλου» στον βασικό πληθωρισμό, καθώς οι επιχειρήσεις επιδιώκουν να μετακυλήσουν το υψηλότερο κόστος στους καταναλωτές. Ωστόσο, εκτιμούμε επί του παρόντος ότι ο κλονισμός θα είναι βραχύβιος, με τον συνολικό πληθωρισμό να υποχωρεί στο 2,7% το επόμενο έτος, σημειώνουν οι αναλυτές της Citi.
Τρεις αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ μέχρι το τέλος του 2026
Η Citi υποστηρίζει ακόμα πως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα -εν μέσω των πληθωριστικών πιέσεων που ασκεί η κρίση στη Μέση Ανατολή- θα προχωρήσει σε τρεις αυξήσεις των βασικών της επιτοκίων μέχρι το τέλος του 2026.
Για την ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) προβλέπει τουλάχιστον μια αύξηση επιτοκίων μέχρι το τέλος του έτους και για την Τράπεζα της Αγγλίας (BoE) προβλέπει δύο ή τρεις αυξήσεις.
Μπορεί η παγκόσμια ανάπτυξη να «αντέξει» με το πετρέλαιο στα 100 δολάρια;
«Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν έχει ακόμη δοθεί. Η παγκόσμια οικονομία έχει δείξει εκπληκτική ανθεκτικότητα από την έναρξη της σύγκρουσης και, γενικότερα, έχει ξεπεράσει μια σειρά από κλυδωνισμούς τα τελευταία χρόνια.
Επιπλέον, τα παγκόσμια αποθέματα παρέχουν ένα σημαντικό απόθεμα ασφαλείας, και οι τιμές του πετρελαίου που φτάνουν τα 110 δολάρια το βαρέλι δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο. Από το 2011 έως το πρώτο εξάμηνο του 2014, οι τιμές του πετρελαίου κυμάνθηκαν σε παρόμοια υψηλά επίπεδα και η παγκόσμια ανάπτυξη ήταν σταθερή» σημειώνει η έκθεση.
Τα σενάρια
Στο κύριο σενάριο που έχει καταρτίζει η Citi (base case), σημειώνεται πως η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ μπορεί να γίνει μέσα στον Ιούνιο.
«Σε αυτή την περίπτωση, εκτιμούμε ότι η τιμή του πετρελαίου θα υποχωρήσει κατά μέσο όρο στα 80 δολάρια/βαρέλι κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό θα ήταν περίπου 20 δολάρια/βαρέλι υψηλότερο από τις προβλέψεις μας πριν από τη σύγκρουση. Αυτή η σημαντική ανοδική αναθεώρηση αντανακλά το γεγονός ότι η προσφορά αρκετών εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα είναι πιθανό να παραμείνει εκτός λειτουργίας για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, λόγω της καταστροφής της παραγωγικής και διυλιστικής ικανότητας.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, η παγκόσμια οικονομία θα απολαύσει μια σχετικά ομαλή προσγείωση. Θεωρούμε ότι η παγκόσμια ανάπτυξη φέτος θα είναι ελαφρώς χαμηλότερη από τις προσδοκίες μας πριν από τη σύγκρουση, ενώ ο γενικός πληθωρισμός θα είναι κάπως υψηλότερος. Η άποψή μας είναι ότι η παγκόσμια οικονομία μπορεί να αναπτυχθεί αρκετά καλά με το πετρέλαιο στα 80 δολάρια/βαρέλι» σημειώνει η Citi.
Στο δεύτερο και δυσμενέστερο σενάριο, η Citi προβλέπει πως το Ορμούζ «θα μείνει κλειστό για μεγάλο μέρος του έτους και η τιμή του πετρελαίου Brent κυμαίνεται κατά μέσο όρο στα 120 δολάρια το βαρέλι κατά το δεύτερο εξάμηνο.
Υπό αυτές τις παραδοχές, οι επιπτώσεις είναι πιο σοβαρές. Η παγκόσμια ανάπτυξη πέφτει πολύ κάτω από το 2% και ο γενικός πληθωρισμός πλησιάζει το 5%. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η οικονομία θα παραλύεται όχι μόνο από τις υψηλότερες τιμές του πετρελαίου, αλλά και από τις δευτερογενείς και τριτογενείς επιπτώσεις των διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα. Κατά την εκτίμησή μας, τα πετροχημικά και τα λιπάσματα φαίνονται ιδιαίτερα ευάλωτα.
Αν και το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να μην χαρακτηριστεί ως πλήρης περίοδος στασιμοπληθωρισμού συγκρίσιμη με τα τέλη της δεκαετίας του 1970, θα έχει παρόμοια χαρακτηριστικά.
Σημειώνουμε ότι η τρέχουσα πρόβλεψή μας αντιστοιχεί περίπου στο πιο ευνοϊκό από αυτά τα δύο σενάρια. Αυτό που πιστεύουμε ακράδαντα είναι το εξής: Εάν επιτευχθεί επίλυση της σύγκρουσης και οι τιμές του πετρελαίου επιστρέψουν κάτω από τα 100 δολάρια/βαρέλι, η παγκόσμια οικονομία φαίνεται πιθανό να σταθεί στα πόδια της. Η ανάπτυξη φέτος θα είναι ελαφρώς χαμηλότερη και ο γενικός πληθωρισμός κάπως υψηλότερος ως αποτέλεσμα των διαταραχών, αλλά η συνολική οικονομική απόδοση θα πρέπει να παραμείνει σταθερή» υπογραμμίζει η έκθεση.
Για την Ευρωζώνη
Για την Ευρωζώνη, η Citi τονίζει πως αυξάνονται οι ενδείξεις για ένα στασιμοπληθωριστικό σοκ.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Citi αναθεωρεί καθοδικά τις εκτιμήσεις για την πορεία του ΑΕΠ της Ευρωζώνη, προβλέποντας πλέον ανάπτυξη 0,7% για το 2026 και 1,3% για το 2027 έναντι 1,4% για το 2026 και 1,4% για το 2027 στις προηγούμενες εκτιμήσεις του οίκου (τον Φεβρουάριο).
«Εξακολουθούμε να μην προβλέπουμε ότι η οικονομία θα πλησιάσει τα όρια της ύφεσης και αναμένουμε ότι η υποκείμενη ανθεκτικότητα που παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια θα συνεχιστεί» σημειώνεται στην έκθεση.
Σχετικά με τα δημοσιονομικά μέτρα που θα ληφθούν από την Ευρωζώνη για την αντιμετώπιση της κρίσης, η Citi σημειώνει πως «οι παρεμβάσεις θα επικεντρωθούν κυρίως στη μείωση των φόρων στα καύσιμα μεταφοράς, αλλά ενδέχεται να ακολουθήσουν μέτρα σχετικά με τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας ή τη στήριξη του εισοδήματος, με το δημοσιονομικό κόστος να αποτελεί πιθανώς μια μη γραμμική συνάρτηση της έντασης του τιμολογιακού σοκ. Υποθέτουμε ότι το κόστος των μέτρων μετριασμού ανέρχεται σε περίπου 0,5% του ΑΕΠ προς το παρόν».
