BofA: Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να εκτοξεύσει την παγκόσμια ανάπτυξη – Έως και 10 φορές υψηλότερα τα οφέλη παραγωγικότητας
Investing

BofA: Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να εκτοξεύσει την παγκόσμια ανάπτυξη – Έως και 10 φορές υψηλότερα τα οφέλη παραγωγικότητας

Η τεχνητή νοημοσύνη (AI) θα μπορούσε να ενισχύσει την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη έως και κατά μία ποσοστιαία μονάδα ετησίως μέσα στην επόμενη δεκαετία, αυξάνοντας τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης από περίπου 3,5% στο 4,5%, σύμφωνα με έκθεση αναλυτών της Bank of America (BofA).

Όπως αναφέρεται στην έκθεση, η AI ήδη επιφέρει σημαντικές βελτιώσεις στην παραγωγικότητα σε επιμέρους εργασίες και κλάδους. Στον τομέα της ανάπτυξης λογισμικού, η παραγωγικότητα αυξάνεται έως και κατά 55%, ενώ σε εργασίες που σχετίζονται με τη συγγραφή και την επεξεργασία κειμένων οι επιδόσεις εμφανίζονται βελτιωμένες κατά περίπου 40%.

Παρά τη σημαντική πρόοδο σε επίπεδο επιχειρήσεων και επιμέρους δραστηριοτήτων, η συνολική επίδραση στην οικονομία παραμένει περιορισμένη. Η συμβολή της τεχνητής νοημοσύνης στην ευρύτερη παραγωγικότητα υπολογίζεται σήμερα σε μόλις 0,1% ετησίως, καθώς η διάχυση των ωφελειών συναντά εμπόδια όπως η αργή υιοθέτηση των νέων τεχνολογιών, οι ανάγκες επανεκπαίδευσης εργαζομένων και οι δυσκολίες ενσωμάτωσης στα υπάρχοντα επιχειρησιακά μοντέλα.

Η υιοθέτηση της AI συνεχίζει πάντως να διευρύνεται διεθνώς, αγγίζοντας το 64% των επιχειρήσεων παγκοσμίως το 2025. Η Βόρεια Αμερική βρίσκεται στην πρώτη θέση, με το 70% των εταιρειών να χρησιμοποιεί ήδη τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης, έναντι 65% στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική και 63% στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού.

Σύμφωνα με τη BofA, καθώς τα συστήματα AI εξελίσσονται και το κόστος χρήσης τους μειώνεται, οι επιπτώσεις στην παραγωγικότητα ενδέχεται να αποδειχθούν έως και δέκα φορές μεγαλύτερες από τις σημερινές εκτιμήσεις. Παράλληλα, η τεχνολογία μπορεί να επιταχύνει την καινοτομία, ενισχύοντας την έρευνα και τη δημιουργία νέων ιδεών.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα εκτιμάται ότι θα επωφεληθούν νωρίτερα από αυτή τη μετάβαση, ενώ χώρες με βραδύτερους ρυθμούς προσαρμογής ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με μακροχρόνιες διαφορές στην παραγωγικότητα και την ανάπτυξη.