Λίγες φράσεις συμπυκνώνουν τόσο αποτελεσματικά μια ολόκληρη αντίληψη για τον κόσμο. Δεν είναι απλώς μια έκρηξη θυμού ή μια στιγμή κακής συμπεριφοράς. Είναι η πεποίθηση ότι η ιδιότητα υπερισχύει του επιχειρήματος, ότι η θέση υπερέχει του κανόνα και ότι ο άνθρωπος που την εκστομίζει δικαιούται διαφορετική μεταχείριση από όλους τους υπόλοιπους.
Η φράση ακούγεται συχνά σε τροχαίους ελέγχους, σε δημόσιες υπηρεσίες, σε επιχειρήσεις, σε τηλεοπτικά παράθυρα και, όχι σπάνια, στην πολιτική. Όμως η πραγματική της σημασία είναι βαθύτερη. Δεν περιγράφει απλώς έναν αγενή άνθρωπο. Περιγράφει μια αντίληψη (state of mind) σύμφωνα με την οποία, η ισχύς δημιουργεί δικαιώματα και η θέση απαλλάσσει από υποχρεώσεις.
Αν υπάρχει ένα χαρακτηριστικό που επαναλαμβάνεται με αξιοσημείωτη συνέπεια στην ιστορία της πολιτικής, από την αρχαία Αθήνα μέχρι τις σύγχρονες δημοκρατίες, είναι ότι η αλαζονεία συνήθως προηγείται της αποκαθήλωσης.
Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν μια λέξη για να περιγράψουν αυτό το φαινόμενο: ύβρις. Και η ύβρις δεν ήταν απλώς η υπερηφάνεια. Ήταν η απώλεια του μέτρου. Η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος πίστευε ότι βρισκόταν πάνω από τους κανόνες που ίσχυαν για όλους τους άλλους.
Οι τραγωδίες είναι γεμάτες από τέτοιες μορφές. Ήρωες που θεωρούσαν ότι η δύναμη, η καταγωγή ή η επιτυχία τους τούς καθιστούσε άτρωτους. Και η κατάληξη ήταν σχεδόν πάντα η ίδια. Η ύβρις γεννούσε τύφλωση και η τύφλωση οδηγούσε στη νέμεση.
Δεν είναι τυχαίο ότι η αλαζονεία εμφανίζεται σπάνια στις αποτυχίες. Εμφανίζεται κυρίως στις επιτυχίες. Τη θρέφουν οι συνεχείς νίκες, οι κόλακες, η απουσία ουσιαστικού αντίλογου, οι κλειστοί κύκλοι εξουσίας και η σταδιακή απομάκρυνση από την πραγματικότητα της κοινωνίας.
Κάποια στιγμή ο άνθρωπος παύει να θεωρεί ότι κατέχει προσωρινά μια θέση ευθύνης και αρχίζει να πιστεύει ότι η θέση αυτή τού ανήκει. Όχι επειδή του την εμπιστεύθηκαν οι άλλοι, αλλά επειδή την αξίζει περισσότερο από τους άλλους.
Η πολιτική ιστορία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα. Από ηγέτες που πίστεψαν ότι ήταν ανίκητοι, από κυβερνήσεις που θεώρησαν ότι η κοινωνία δεν έχει εναλλακτική επιλογή, από πολιτικούς που εξέλαβαν την επαναλαμβανόμενη εκλογική επιτυχία ως απόδειξη προσωπικής ανωτερότητας. Σχεδόν πάντα η πραγματικότητα φρόντισε να τους διαψεύσει. Ο γράφων το γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον. Το έμαθε βιωματικά και μάλιστα με πολύ σκληρό τρόπο.
Η δημοκρατία, όμως, οικοδομήθηκε ακριβώς πάνω στη δυσπιστία απέναντι στην ανθρώπινη φύση. Οι εκλογές, η διάκριση των εξουσιών, η ελευθερία του Τύπου, η ανεξάρτητη δικαιοσύνη και οι θεσμικοί έλεγχοι δεν δημιουργήθηκαν επειδή οι άνθρωποι είναι κακοί. Δημιουργήθηκαν επειδή κανείς δεν είναι απρόσβλητος από τον πειρασμό της έπαρσης.
Οι δημοκρατικοί θεσμοί δεν υπάρχουν για να περιορίζουν τους κακούς ανθρώπους. Υπάρχουν για να υπενθυμίζουν ακόμη και στους καλούς ότι δεν είναι αλάνθαστοι.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η αλαζονεία της εξουσίας σπάνια ξεκινά από τις κορυφές. Τις περισσότερες φορές εμφανίζεται χαμηλότερα. Στα ενδιάμεσα στρώματα της διοίκησης και της πολιτικής. Σε πρόσωπα που αρχίζουν να συγχέουν τον θεσμικό τους ρόλο με την προσωπική τους αξία. Σε στελέχη που θεωρούν ότι η θέση τους τούς προσδίδει κύρος μεγαλύτερο από εκείνο που τους έδωσαν οι πολίτες. Σε ανθρώπους που μιλούν όλο και λιγότερο για τα προβλήματα της κοινωνίας και όλο και περισσότερο για τον εαυτό τους και τα επιτεύγματα τους.
Κάπως έτσι δημιουργείται η εικόνα της αλαζονείας. Και στην πολιτική, η εικόνα συχνά έχει μεγαλύτερη σημασία από την πρόθεση.
Οι κυβερνήσεις συνήθως δεν φθείρονται πρώτα από τα λάθη τους. Φθείρονται από τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν όταν τους επισημαίνονται τα λάθη τους.
Η κοινωνία συγχωρεί ευκολότερα ένα σφάλμα από μια συμπεριφορά που αποπνέει αίσθηση ανωτερότητας. Συγχωρεί μια αστοχία, δυσκολεύεται όμως να συγχωρήσει την εντύπωση ότι κάποιος θεωρεί τον εαυτό του υπεράνω κριτικής.
Η φθορά μιας κυβέρνησης δεν ξεκινά όταν οι πολίτες διαφωνούν μαζί της. Ξεκινά όταν οι πολίτες αρχίζουν να πιστεύουν ότι δεν τους ακούει. Και η απόσταση αυτή συνήθως δεν δημιουργείται από τις μεγάλες αποφάσεις. Δημιουργείται από μικρές συμπεριφορές, δηλώσεις και δημόσιες εμφανίσεις που εκπέμπουν το μήνυμα ότι οι πολίτες οφείλουν να κατανοήσουν την εξουσία, αλλά η εξουσία δεν υποχρεούται να κατανοήσει τους πολίτες.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη μορφή αλαζονείας, εξίσου επικίνδυνη. Είναι η αλαζονεία της ηθικής ανωτερότητας. Η πεποίθηση ότι κάποιος δεν έχει απλώς δίκιο, αλλά ότι μόνο αυτός έχει δίκιο. Ότι όσοι διαφωνούν δεν κάνουν απλώς λάθος, αλλά είναι κατώτεροι, ανήθικοι ή ανάξιοι να ακουστούν. Στη σημερινή εποχή της πόλωσης, η μορφή αυτή εμφανίζεται όλο και συχνότερα. Όχι μόνο στην πολιτική, αλλά και στον δημόσιο διάλογο γενικότερα.
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι η σύγχρονη εκδοχή του «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;» δεν εκφράζεται πάντα με αυτές τις λέξεις. Συχνά κρύβεται πίσω από άλλες φράσεις. «Δεν έχω να αποδείξω τίποτα σε κανέναν». «Δεν δέχομαι μαθήματα». «Η κριτική δεν με αφορά». «Όποιος διαφωνεί είναι απέναντι» και το γνωστό «δεν δικαιούστε δια να ομιλείτε». Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το μήνυμα είναι το ίδιο: οι κανόνες που ισχύουν για τους άλλους, δεν ισχύουν για μένα.
Κι όμως, η δημοκρατία ξεκινά από την ακριβώς αντίθετη παραδοχή. Ότι κανείς δεν βρίσκεται πάνω από τον έλεγχο, την κριτική ή τη λογοδοσία. Ότι κανείς δεν είναι αναντικατάστατος. Ότι η ισχύς είναι προσωρινή και η εξουσία δανεική.
Η αλαζονεία δεν εμφανίζεται όταν μια κυβέρνηση αισθάνεται αδύναμη. Εμφανίζεται όταν αισθάνεται ασφαλής. Όταν αρχίζει να θεωρεί δεδομένη την εμπιστοσύνη των πολιτών. Γι' αυτό και αποτελεί έναν από τους πιο ύπουλους πολιτικούς κινδύνους.
Δεν προέρχεται συνήθως από τους αντιπάλους. Γεννιέται μέσα στο ίδιο το στρατόπεδο της εξουσίας και, όταν γίνει ορατή στην κοινωνία, συχνά είναι ήδη αργά.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, η πολιτική δεν είναι δοκιμασία δύναμης. Είναι δοκιμασία χαρακτήρα. Και η στιγμή που ένα πολιτικό σύστημα αρχίζει να συμπεριφέρεται σαν να δικαιούται προνομιακή μεταχείριση, είναι συνήθως η στιγμή που έχει αρχίσει να ξεχνά μια θεμελιώδη αλήθεια: ότι η εξουσία δεν ανήκει ποτέ σε αυτούς που την ασκούν. Ανήκει πάντοτε σε αυτούς που την παραχωρούν.
