Το πολιτικό τοπίο έχει ήδη αρχίσει να παίρνει τη μορφή του. Νέα κόμματα αναδύονται, οι ισορροπίες αναδιατάσσονται, και η χώρα βρίσκεται ήδη σε μια άτυπη προεκλογική περίοδο. Σε αυτό το κλίμα, κάθε δημοσκόπηση γίνεται γεγονός: τα ποσοστά αναλύονται, τα σενάρια πολλαπλασιάζονται, και τα κομματικά επιτελεία προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν τη συμπεριφορά του εκλογικού σώματος.
Όλα αυτά έχουν, ασφαλώς, το ενδιαφέρον τους. Όμως η πρόσφατη δημοσκόπηση της Opinion Poll για λογαριασμό του Action 24 έφερε στην επιφάνεια κάτι που δεν αναφέρεται συνήθως στην παράθεση των ποσοστών.
Αποκάλυψε δύο ευρήματα, τα οποία αν αναγνωστούν μαζί, δεν αποτυπώνουν απλώς τη συγκυρία. Υποδηλώνουν ότι ο Έλληνας έχει αλλάξει οριστικά εκλογική συμπεριφορά και ενδεχομένως σηματοδοτούν το τέλος μιας ολόκληρης εποχής και το πέρασμα σε μια άλλη.
- Το πρώτο: μόλις 3% των Ελλήνων πολιτών δηλώνουν διαχρονική ταύτιση με ένα κόμμα.
- Το δεύτερο: η ιδεολογική τοποθέτηση επηρεάζει μόλις το 7,1% των ψηφοφόρων.
Για δεκαετίες, η ψήφος στην Ελλάδα ήταν πράξη βιωματική. Γεννιόσουν σε ένα πολιτικό στρατόπεδο, μεγάλωνες μέσα σε αυτό, και πορευόσουν στη ζωή χωρίς να το αμφισβητήσεις σχεδόν ποτέ.
Ο «κομματικός πατριωτισμός» δεν ήταν λεκτικό σχήμα, ήταν πραγματικότητα. Και σε αυτό το πλαίσιο τα κόμματα δεν χρειαζόταν να πείθουν, αρκούσε να υπενθυμίζουν.
Σήμερα αυτός ο κόσμος φαίνεται να έχει αφανιστεί. Ο σύγχρονος ψηφοφόρος δεν ψηφίζει με τη μνήμη· ψηφίζει με τον ισολογισμό του μήνα. Εξετάζει τι έλαβε και τι έχασε, πώς επηρεάστηκε η τσέπη του και η καθημερινότητά του, και ανάλογα αποφασίζει. Η ψήφος συνεπώς δεν είναι πλέον «λευκή επιταγή». Μοιάζει περισσότερο με σύμβαση έργου, που ανανεώνεται μόνο αν εκτελεστεί προσηκόντως η προηγούμενη.
Τι σημαίνει όμως το εύρημα ότι η ιδεολογική τοποθέτηση επηρεάζει μόλις το 7,1% των ψηφοφόρων;
Η εξήγηση δεν είναι ότι η ιδεολογία έπαψε να έχει νόημα. Είναι ότι έπαψε να αποτελεί δικαιολογία. Για δεκαετίες, ο ψηφοφόρος συγχωρούσε αστοχίες και αποτυχίες του κόμματος που υποστήριζε, προτάσσοντας το κομματικό καθήκον. Η ιδεολογική συγγένεια λειτουργούσε ως ασπίδα. Κάλυπτε κενά, απορροφούσε τις απογοητεύσεις, ανανέωνε την υπομονή. Σήμερα αυτή η ασπίδα δεν υπάρχει.
Ο πολίτης δεν είναι πλέον διατεθειμένος να δικαιολογήσει αυτό που πήγε στραβά, απλώς και μόνο επειδή αυτός που το έκανε μοιράζεται την ίδια ιδεολογική ταυτότητα μαζί του.
Το δίπολο Αριστερά-Δεξιά αφορά όσους ακόμα έχουν ιστορική, κομματική σύνδεση και μνήμη. Στους πολίτες όμως δεν φαίνεται να σηματοδοτεί κάτι ιδιαίτερο - και αυτό αλλάζει τα δεδομένα.
Στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όπως έχει αποδειχθεί, η ιδεολογία δεν εγγυάται ότι θα εφαρμοστούν και οι λύσεις που υπονοεί ο πυρήνας της.
Ιστορικά αποδεικνύεται ότι οι Φιλελεύθεροι πιστεύουν στην αγορά με το διορθωτικό ρόλο του κράτους. Οι δε Σοσιαλδημοκράτες, στο κράτος με την αρωγή του ιδιωτικού τομέα. Το αποτέλεσμα δεν αλλάζει δραματικά επειδή διαφέρει το μείγμα.
Έτσι ο πολίτης που πιέζεται από την ακρίβεια δεν ρωτά ποια είναι η ιδεολογική αφετηρία της κυβέρνησης - ρωτά αν το πρόβλημά του επιλύεται. Η ιδεολογία παραμένει πυξίδα· έχει πάψει όμως να είναι χάρτης.
Αυτή η ρευστότητα έχει ένα σαφές πολιτικό αποτέλεσμα: οι πολίτες δεν μπορούν να θεωρηθούν δεδομένοι για κανένα κόμμα. Δεν υπάρχουν πλέον «κάστρα» όπως τα ξέραμε στο παρελθόν. Υπάρχουν μόνο πολίτες που αξιολογούν και αποφασίζουν χωρίς δεσμεύσεις.
Και το 37,6% που ζητά εγγύηση βιοτικού επιπέδου δεν είναι απλώς εύρημα - είναι τελεσίγραφο. Ο σύγχρονος πολίτης έχει πάψει να αποζητά θεωρίες, θέλει αντίκρισμα.
Αυτή η ρευστότητα υποκρύπτει και έναν μεγάλο κίνδυνο. Ο ψηφοφόρος χωρίς κομματικές δεσμεύσεις είναι πιο ελεύθερος μεν, αλλά ταυτόχρονα και πιο ευάλωτος.
Η κριτική σκέψη που τον ωθεί να αξιολογεί αποτελέσματα αντί να δικαιολογεί αποτυχίες είναι, κατ' αρχήν, δείγμα πολιτικής ωριμότητας. Δεν τον οδηγεί όμως αυτόματα σε ορθολογικές εναλλακτικές επιλογές.
Σε ένα περιβάλλον όπου το 55% πιέζεται από την ακρίβεια και ζητά άμεσες λύσεις, η ίδια λογική που τιμωρεί τον αναποτελεσματικό, μπορεί να επιβραβεύσει και αυτόν που υπόσχεται τον παράδεισο επί γης.
Τους λαϊκιστές. Ο λαϊκισμός άλλωστε, δεν ευδοκιμεί σε κοινωνίες που τα κόμματα τα έχουν καταφέρει, ούτε εκεί που υπάρχει πολιτική σταθερότητα. Κυριαρχεί σε κλίμα ρευστότητας και απογοήτευσης.
Η απουσία κομματικού πατριωτισμού επομένως, δεν είναι αυτομάτως νίκη της πολιτικής ωριμότητας. Μπορεί κάλλιστα να είναι η προϋπόθεση για την άνοδο ενός αφηγήματος που υπόσχεται να λύσει τα πάντα, άμεσα και χωρίς κόστος. Ο ψηφοφόρος που δεν θέλει να ακούσει την προσέγγιση «είναι πολύπλοκο», είναι ο ίδιος με αυτόν που ακούει ευκολότερα το επιχείρημα «είναι απλό - εμπιστευτείτε με».
Η διαφορά ανάμεσα στον κριτικά σκεπτόμενο πολίτη και τον ευάλωτο στον λαϊκισμό, δεν είναι ιδεολογική - είναι κατά βάση συμπεριφορική. Ο πρώτος αξιολογεί με βάση δεδομένα. Ο δεύτερος λειτουργεί με το συναίσθημα και αποφασίζει με την υπόσχεση. Και οι υποσχέσεις είναι πάντα ευκολότερες και κατά κανόνα, δεσμεύουν μόνον αυτόν που τις ακούει. Κανέναν άλλο!
Το 3% της κομματικής δέσμευσης και το 7% της ιδεολογικής επιλογής, επομένως, δεν είναι απλώς στατιστική.
Στο βαθμό που επιβεβαιώνεται διαχρονικά, αποτελεί το πιστοποιητικό θανάτου του κομματικού πατριωτισμού, όπως τον είχαμε ζήσει στη χώρα για πολλές δεκαετίες.
Οι πολίτες δεν ανήκουν πλέον πουθενά - και αυτό σημαίνει ότι μπορούν να επιλέξουν οποιονδήποτε.
Σε αυτό το τοπίο, δεν υπάρχουν «πάγιες εντολές». Η ψήφος έχει πάψει να μοιάζει με αφοσίωση - μοιάζει περισσότερο με διαρκώς ανανεούμενη σύμβαση, που λήγει, αν δεν εκτελεστεί.
Η απάντηση σ' αυτό είναι μια μόνο λέξη: «αποτελεσματικότητα».
Είναι η παραγωγή μετρήσιμου, απτού αποτελέσματος. Όχι αφηγήματα, πράξεις. Όχι υποσχέσεις , έργο.
Τα κόμματα που θα επιβιώνουν στο εξής, δεν θα είναι αυτά με τους πιο αφοσιωμένους οπαδούς, διότι όλα δείχνουν ότι τέτοιοι δεν υπάρχουν πλέον. Θα επιβιώνουν όσα μπορούν να αποδείξουν ότι είναι σε θέση να βελτιώσουν τη ζωή του πολίτη «εδώ και τώρα».
