Η ιστορική προτροπή του Αλέφαντου προς τον Αντώνη Σαμαρά, έμεινε στην πολιτική μνήμη της χώρας επειδή συμπύκνωνε μια στερεοτυπική αντίληψη που κυριαρχεί εδώ και χρόνια στην Ελλάδα.
Η ουσία της πολιτικής, βρίσκεται στη σύγκρουση των προσώπων. Ότι δηλαδή, αν δύο άνθρωποι καθίσουν ο ένας απέναντι στον άλλο, η αλήθεια θα αποκαλυφθεί και τα προβλήματα θα λυθούν.
Η πραγματικότητα είναι συνήθως πιο σύνθετη.
Τα τελευταία χρόνια, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε πολλές δυτικές δημοκρατίες, παρατηρείται η άνοδος μιας ιδιαίτερης μορφής πολιτικής. Μιας πολιτικής που επενδύει λιγότερο στις απαντήσεις και περισσότερο στις ερωτήσεις.
«Ποιος φταίει;»
«Ποιος ωφελείται;»
«Τι μας κρύβουν;»
«Πόσο κοστίζει;»
«Ποιος βρίσκεται από πίσω;»
Οι ερωτήσεις αυτές δεν είναι, εξ ορισμού, κακές. Η δημοκρατία χρειάζεται την αμφισβήτηση. Χρειάζεται τον έλεγχο της εξουσίας και πολίτες που ρωτούν.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ερώτηση μετατρέπεται σε αυτόνομη πολιτική πρόταση. Όταν η υποψία υποκαθιστά τη γνώση, η καταγγελία το σχέδιο και η αμφισβήτηση παύει να είναι μέσο και μετατρέπεται σε αυτοσκοπό.
Διότι η αμφισβήτηση έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Δεν έχει κόστος, οι απαντήσεις έχουν. Είναι εύκολο να εντοπίζει κανείς προβλήματα. Είναι όμως πολύ δυσκολότερο να προτείνει λύσεις. Είναι εύκολο να καταγγέλλει αλλά πολύ δυσκολότερο να αναλαμβάνει ευθύνη.
Το φαινόμενο αυτό δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα.
Τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο πολιτικά κινήματα και πρόσωπα, που άντλησαν τη δύναμή τους όχι τόσο από ένα συνεκτικό σχέδιο διακυβέρνησης, όσο από τη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς και την υπόσχεση ότι θα αποκαλύψουν μια κρυμμένη αλήθεια.
Από το Brexit μέχρι το Κίνημα Πέντε Αστέρων στην Ιταλία, και από διάφορες εκδοχές αντισυστημικών κινημάτων στην Ευρώπη και την Αμερική, η ίδια λογική επανέρχεται διαρκώς: λιγότερες απαντήσεις, περισσότερες ερωτήσεις. Λιγότερα προγράμματα, περισσότερη καταγγελία. Λιγότερη ευθύνη, περισσότερη οργή.
Η πολιτική μετατρέπεται έτσι από διαγωνισμό λύσεων σε διαγωνισμό υποψιών.
Μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο αποκτά ενδιαφέρον η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού.
Η ίδια απέκτησε δημόσιο λόγο όχι ως πολιτικός, αλλά ως πρόσωπο που εξέφρασε ένα υπαρκτό κοινωνικό τραύμα και μια δικαιολογημένη απαίτηση για αλήθεια και λογοδοσία.
Από τη στιγμή όμως που εμφανίζεται στον δημόσιο χώρο ως εν δυνάμει πολιτική αρχηγός, η συζήτηση αλλάζει αναγκαστικά περιεχόμενο.
Διότι οι πολίτες δεν καλούνται πλέον να αξιολογήσουν μόνο την αγανάκτησή της. Καλούνται να αξιολογήσουν και την πολιτική της επάρκεια.
Και εδώ ακριβώς αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η πρόσφατη δήλωσή της ότι «το όνειρό μου είναι να έρθω σε ένα ντιμπέιτ με τον Κυριάκο Μητσοτάκη».
Όχι επειδή τα ντιμπέιτ δεν είναι χρήσιμα. Κάθε άλλο.
Τα ντιμπέιτ είναι απαραίτητα σε μια δημοκρατία. Επιτρέπουν στους πολίτες να συγκρίνουν πρόσωπα, επιχειρήματα και πολιτικές προτάσεις.
Το ερώτημα όμως παραμένει.
Μπορεί το όνειρο ενός ανθρώπου που φιλοδοξεί να ηγηθεί ενός πολιτικού φορέα να είναι ένα ντιμπέιτ; Το ντιμπέιτ είναι εργαλείο, δεν είναι σκοπός.
Τα όνειρα ενός πολιτικού συνήθως αφορούν κάτι μεγαλύτερο. Την οικονομία, την ανάπτυξη, την παιδεία, το δημογραφικό, την παραγωγικότητα, την ασφάλεια, τη λειτουργία των θεσμών. Δηλαδή τη θέση της χώρας στον κόσμο.
Η τηλεοπτική αντιπαράθεση είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι ιδέες. Δεν είναι οι ίδιες οι ιδέες.
Ακόμη πιο ενδιαφέροντα είναι τα ερωτήματα που, σύμφωνα με τη δήλωσή της, θα ήθελε να θέσει στον πρωθυπουργό.
Πόσο κοστίζει το Μαξίμου;
Πόσο κοστίζει η ζωή των πολιτικών;
Πρόκειται για ερωτήματα που ακούγονται ευχάριστα από μια κοινωνία κουρασμένη από οικονομικές δυσκολίες και διαχρονική καχυποψία απέναντι στο πολιτικό σύστημα.
Το ουσιαστικό όμως ζήτημα, δεν είναι αν οι ερωτήσεις είναι σωστές ή λάθος. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι ότι παραμένουν ερωτήσεις.
Ένας πολίτης δικαιούται να ρωτά. Ένας πολιτικός αρχηγός όμως, οφείλει να απαντά.
Η πολιτική ενηλικιώνεται τη στιγμή που περνά από το «τι συμβαίνει;» , στο «τι προτείνω να γίνει;».
Από το «ποιος φταίει;» , στο «ποια είναι η λύση;».
Από το «πόσο κοστίζει;», στο «ποιος είναι ο προϋπολογισμός που προτείνω ;».
Εκεί ακριβώς είναι και η δυσκολία της πολιτικής. Διότι η χώρα δεν διοικείται με ερωτήσεις. Διοικείται με αποφάσεις και αυτές έχουν πάντα κόστος.
Η μεταπολιτευτική Ελλάδα, έχει επανειλημμένα γοητευθεί από πρόσωπα που εξέφρασαν με επιτυχία τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Ελάχιστες όμως υπήρξαν οι περιπτώσεις όπου η επιτυχία της καταγγελίας, συνοδεύτηκε από αντίστοιχη επιτυχία στη διακυβέρνηση.
Η ηθική νομιμοποίηση δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε πολιτική επάρκεια.
Το να εκφράζει κανείς μια κοινωνική αγανάκτηση δεν σημαίνει ότι γνωρίζει πώς λειτουργεί η οικονομία. Όπως επίσης το να αποτελεί σύμβολο μιας αδικίας, δεν σημαίνει ότι μπορεί να διοικήσει ένα κράτος, ούτε ότι μπορεί να κυβερνήσει.
Η μετάβαση από τον ακτιβισμό στη διακυβέρνηση, είναι ίσως η δυσκολότερη μετάβαση στην πολιτική.
Γιατί η πρώτη χρειάζεται πάθος, η δεύτερη γνώση.
Η πρώτη χρειάζεται συνθήματα, η δεύτερη σχέδιο.
Η πρώτη χρειάζεται αντιπάλους, η δεύτερη λύσεις.
Οι ερωτήσεις είναι η αρχή της πολιτικής. Οι απαντήσεις είναι η δοκιμασία της.
Το να ρωτά κανείς πόσο κοστίζει το Μαξίμου είναι εύκολο. Το να παρουσιάσει έναν προϋπολογισμό για το σύνολο του κράτους είναι δύσκολο.
Το να καταγγέλλει είναι εύκολο, το να κυβερνά είναι δύσκολο.
Και η απόσταση ανάμεσα στα δύο είναι ακριβώς η απόσταση που χωρίζει τον λαϊκισμό από την πολιτική.
