field_kentriki_fotografia
Βιβλίο
Ορατός σαν αόρατος Αζόρ

Μια αλληγορική ιστορία που θα μπορούσε να είναι και η πικρή αλήθεια στη σημερινή μας σκοτεινιά: ο αδέσποτος Αζόρ που αφηγείται την ιστορία της Φωτεινής Τσαλίκογλου υπήρξε άτυχος μέσα στην τύχη του να τον υιοθετήσει ο κύριος των εννιά…

Η Φωτεινή Τσαλίκογλου στα βιβλία της και λόγω ιδιότητας (ψυχολόγος, πανεπιστημιακός) υπήρξε πάντοτε παραμυθητική, παρηγορητική. Ακόμα και στα πιο δύσκολα (Το χάρισμα της Βέθρας, Έρως Φαρμακοποιός, Οι παράξενες ιστορίες της κυρίας Φι) κρατούσε πάντοτε μια φωτεινή ρωγμή ανοιχτή. «Το μέλλον ανήκει στην έκπληξη» το επαναλάμβανε και ως βιβλίο ακόμα το υπέγραφε. Ωστόσο, «τα παραμύθια της» παραμένουν τα πιο αληθινά (κυριολεκτικά «αληθινές ιστορίες») μέσα στη λογοτεχνική της ζωή: «Η νεράιδα της γης», «Όλα τα ναι του κόσμου», «Το ευτυχισμένο νησί».

Και «Ο Αζόρ και ο κύριος των εννιά» κινείται στις ίδιες ράγιες ζωής, στην ίδια λογοτεχνική ηθική, λογική: ένας σκύλος στον σπαρακτικό του μονόλογο μας λέει απλά, συγκινητικά και συγκλονιστικά «τη μαύρη αλήθεια».

Ένας αδέσποτος σκύλος που δεν αγαπήθηκε και δε χαϊδεύτηκε από κανέναν ποτέ. Ένας σχεδόν αόρατος σκύλος.

«Δεν έμαθε να ελπίζει. Έμαθε να τακτοποιεί την πείνα του. Τις παγωμένες μέρες, όταν ακόμα και τα αποφάγια λιγόστευαν, αναζητούσε με τη γλώσσα του σταγόνες βροχής και το στόμα του γέμιζε υγρασία. Χόρταινε. Στον κάδο με τα σκουπίδια έτυχε κάποτε να βρει ένα σχεδόν άθικτο λουκάνικο να τον περιμένει. Το κατάπιε μονομιάς αμάσητο. “Χλουπ”.

»Αν είχε μαμά, θα τον μάθαινε να αποφεύγει το “χλουπ”. Αν είχε μαμά, θα του έλεγε: «Γιε μου, χάνεις τη μισή ευχαρίστηση, θέλει αργά, σιγανά, θέλει την κάθε μπουκιά, το κάθε κομματάκι να το κρατάς λίγο παραπάνω μέσα σου. Δεν είναι μόνο για χόρταση, παιδί μου, η τροφή, δεν είναι για την ανακούφιση της στιγμής, είναι για τη χαρά. Τη χαρά».

«Δεν είχε μαμά. Έμενε στο χλουπ».

Ωστόσο, αυτός ο αόρατος σκύλος ήταν ελεύθερος, απολύτως ελεύθερος στον ανθρώπινο εγκλεισμό. Τα θυμόμαστε εκείνα τα υπέροχα λοκντάουν που μας έκαναν όλους (ή σχεδόν όλους) να νοιώθουμε «σαν το θηρίο στο κλουβί». Σε ένα τέτοιο λοκντάουν, λοιπόν, έγινε ορατός και ο αόρατος σκύλος μας.

Ένας κύριος πλησίασε και χάιδεψε τον Αζόρ:

«Kύριε, με είδατε;
Eίδατε εμένα ή κάποιο ομοίωμά μου;
Kύριε, σ’ εμένα απευθύνεστε;

O κύριος τον πλησιάζει. Ισχύει.
Δεν είναι παραίσθηση.
Αγγίζει το τρίχωμά του. Τον χαϊδεύει.
Αυτό κι αν είναι πρωτοφανέρωτη αίσθηση.
Εντέλει, γεννιέσαι ξανά.
Είναι αλήθεια ότι, όταν γεννιόμαστε,
δεν είμαστε ένας. Είμαστε πολλοί.
Μόνο όταν πεθαίνουμε είμαστε ένας.
Ακόμα κι αν είσαι αδέσποτος, δεν είσαι νεκρός.
Αμέτρητες δυνατότητες συνωστίζονται
στο ισχνό σου σώμα.»
Ή μήπως όχι;

Ο μονόλογος του αόρατου σκύλου θα μπορούσε να είναι ο δικός μας μονόλογος. Σε περίπτωση που του έμοιαζε ο χαρακτήρας μας, διότι θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και «ο κύριος των εννιά» ο καθένας από μας.

Διότι έτσι θα μείνει ο κύριος σε αυτή την αληθινή, αλληγορική ιστορία, χωρίς όνομα, «ο κύριος των εννιά», σε αντίθεση με τον επώνυμο αόρατο σκύλο, εκείνος, ο ορατός ανώνυμος.

Επειδή ήθελε τον καινούργιο, άγνωστο σκύλο μου μονάχα για τη βραδινή βόλτα του εκείνη των εννιά.

Αλήθεια, πόσοι από μας δεν κάνουν φιλίες, αγάπες, δεσμούς με αυτή ακριβώς τη διάθεση, εκείνου του κυρίου των εννιά;

Μια τρυφερά πικρή ιστορία, στο βιβλίο τη ζει και την αφηγείται ένας σκύλος, ωστόσο στη ζωή σχεδόν όλους μας αφορά.

Γραμμένη με τη γνωστή ψυχαναλυτική μαεστρία της Φωτεινής Τσαλίκογλου, σαν μια συνεδρίαση ανοιχτή που μιλά, τελικά, για τα πάντα στη ζωή: για τη μοναξιά και τον θάνατο, για τον εγκλεισμό και την περιορισμένη ζωή, για την αδιαφορία και τον χρησιμοθηρικό χαρακτήρα των σχέσεων που υπάρχουν στις μέρες μας «αδειάζοντας» τη φαινομενικά γεμάτη ζωή μας, ας ψαχτούμε, είναι κρίμα να γεμίσει ο περίγυρος με κυρίους σαν αυτόν, των εννιά.

Για όλα μιλά στο βιβλίο αυτός ο σοφός σκύλος: για τη θαλπωρή των ψεμάτων, για τους καιρούς των μόνων ανθρώπων, για τα ενδεχόμενα που σε τέτοιου είδους ιστορίες, της Φωτεινής τις φωτεινές ιστορίες παραμένουν ανοιχτά, θα μπορούσε αυτοί οι δυο να αποτελέσουν μια βεβαιότητα στη ζωή και μετά την πανδημία: ο γνωστός αδέσποτος Αζόρ μας και εκείνος ο μοναχικός και άδειος κύριος των εννιά.

Η συγγραφέας γνωρίζοντας καλά και αγκάθια αλλά και πληγές, χωρίς να διδάσκει ή να φιλοσοφεί ματαίως μεταφέρει σα ζωή σπαρταριστή ζώσα και την ελάχιστη σκιά ή σκοτεινά.

Ένα μικρό στο δέμας βιβλίο που σε αφήνει με μια τεράστια ταραχή, τελικά.

Μη το χάσετε, διότι εσείς θα είστε οι χαμένοι, σαν το κύριο των εννιά. Όσο για τους αναγνώστες, όπως πολλοί ή μάλλον πολλές έχουν πει στην Φωτεινή Τσαλίκογλου «είμαι η κόρη της Ανθής Αλκαίου» ταυτιζόμενες με το ομώνυμο βιβλίο [Η κόρης της Ανθής Αλκαίου] θα βρεθούν να της πουν «υπήρξα ο Αζόρ μέσα από τη δουλειά μου, για χρόνια πολλά…»