field_kentriki_fotografia
Οι κανόνες του Παιχνιδιού

Το 1929 ο Σιμενόν σχεδιάζει τον πρώτο Μαιγκρέ : Πιέτρ ο Λετονός. Το βιβλίο κυκλοφόρησε στις εκδόσεις Fayard το 1931 και ο επιθεωρητής Μαιγκρέ έγινε σύντομα εξαιρετικά δημοφιλής. Ο Σιμενόν έγραψε συνολικά εβδομηνταδύο περιπέτειες με τον Μαιγκρέ (καθώς και πολλές συλλογές διηγημάτων – μέχρι τον τελευταίο Μαιγκρέ το 1972, Ο Μαιγκρέ και ο κύριος Σαρλ).

George Simenon «Ο Μαιγκρέ και η νεκρή κοπέλα», Μετάφραση: Αργυρώ Μακάρωφ, εκδ. Άγρα, σελ. 

«Ο Μαιγκρέ και η νεκρή κοπέλα» που επανακυκλοφόρησε μόλις από την Άγρα. θεωρείται από τους καλύτερους Μαιγκρέ του.

«Η Λουίζ Λαμπουάν είχε παρουσιαστεί μπροστά τους όπως στις φωτογραφικές πλάκες όταν τις βουτάνε μέσα στο υγρό εμφάνισης. Δυο μέρες πριν δεν υπήρχε καν γι’ αυτούς. Έπειτα έγινε μια μπλε σιλουέτα, ένα προφίλ στο μουσκεμένο λιθόστρωτο της Πλάθ Βεντιμέλ, ένα λευκό σώμα πάνω στο μάρμαρο της Ιατροδικαστικής υπηρεσίας. Τώρα είχε ένα όνομα’ και μια εικόνα είχε αρχίσει να σκιαγραφείται, όμως παρέμενε ακόμα ασαφής».

Ο επιθεωρητής Μαιγκρέ το μόνο που διαθέτει αυτή τη φορά στα στοιχεία, είναι η δολοφονία μιας κοπέλας. Αγνοούνται τα πάντα γι’ αυτήν. Καθώς ο δράστης έχει κλέψει τη τσάντα κατά συνέπεια και την ταυτότητά της, θα επιχειρήσει να ανασυνθέσει μια ζωή εκ του μηδενός, αρχίζοντας από το ταμπελάκι σε ένα νοικιασμένο φόρεμα που φορούσε σαν αυτό που συνηθίζουν να φορούν οι κονστοματρίς. Και προχωρώντας αντίστροφα, αναπλάθει το παρελθόν και τη ζωή του νεκρού κοριτσιού, προσπαθώντας να μπει στη θέση της, να φανταστεί τις συνήθειες και τις σκέψεις της, να ακολουθήσει ή δυνατόν τα αμήχανα, αβέβαια βήματά της στους δρόμους του Παρισιού. Και μελετώντας τον χαρακτήρα της, αναζητώντας και όσους την γνώρισαν να φτάσει και μέχρι τον δολοφόνο της, αβίαστα και σχεδόν μαλακά, σα να προβάλει το φιλμάκι της άγνωστης ζωής της ανάποδα και αυτή τη φορά.

Αναζήτηση κάθε άλλο παρά εύκολη και ευανάγνωστη από τη στιγμή που το νεκρό κορίτσι ίσα που υπήρχε κι ανέπνεε, λες και φοβόταν μην επιβαρύνει τη ζωή ή τους άλλους με την ύπαρξή της, λες και δεν βολευόταν η ίδια μέσα στην ίδια της τη ζωή:
 

«Χρόνια ολόκληρα, η Λουίζ έψαχνε επίμονα τη θέση της χωρίς ποτέ να τη βρει. Χαμένη σ’ έναν κόσμο που δεν τον καταλάβαινε, γραπώθηκε απελπισμένα από την πρώτη τυχούσα γυναίκα, και αυτή κατέληξε να τής τη φέρει. Μόνη, σκλήραινε μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον, όπου μάταια προσπαθούσε να μάθει τους κανόνες του παιχνιδιού. Μάλλον δεν γνώριζε τίποτα για τον πατέρα της. Από μικρή, ήδη, θα έπρεπε να αναρωτιέται γιατί η μητέρα της δεν ήταν σαν τις άλλες, γιατί οι δυό τους ζούσαν διαφορετικά απ’ τους γείτονες. 

—Είναι όμορφη, συμφωνείτε ; Δεν ήταν η λέξη που έψαχνε, ούτε αυτή που αντιστοιχούσε ακριβώς στην πραγματικότητα. Η κοπέλα, σίγουρα, ήταν όμορφη, όμως υπήρχε κάτι παραπάνω, που ήταν δύσκολο να το προσδιορίσει. Ο φωτογράφος είχε καταφέρει να δώσει ζωή σ’ αυτά τα μάτια που έμοιαζαν να κάνουν μία ερώτηση που παρέμενε όμως αναπάντητη. Σε δύο εκτυπώσεις φορούσε το μαύρο της φόρεμα・ σε μία άλλη το καφέ καρώ παλτό・ και στην τελευταία ήταν με το βραδινό. Τη φανταζόσουν στους δρόμους του Παρισιού, όπου υπήρχαν τόσες κοπέλες σαν την ίδια, να στριμώχνεται ανάμεσα στο πλήθος, να σταματάει για να χαζέψει λίγο τις βιτρίνες και να συνεχίζει το δρόμο της για ένας Θεός ξέρει πού. Είχε κάποτε έναν πατέρα, μία μητέρα, αργότερα, στο σχολείο, συμμαθήτριες. Στη συνέχεια, κάποιοι άνθρωποι τη γνώρισαν νεαρή κοπέλα, γυναίκες, άνδρες. Τους είχε μιλήσει. Τη φώναζαν με το όνομά της. Όμως, τώρα ήταν νεκρή, κανείς δεν φαινόταν να τη θυμάται, κανείς δεν ανησυχούσε, ήταν σαν να μην υπήρξε ποτέ.»

Το ενδιαφέρον του Μαιγκρέ για το θύμα τον οδηγεί σε μια συναισθηματική ταύτιση μαζί του. Μια από τις δυνατότερες ιστορίες του Σιμενόν με τον Μαιγκρέ. Αναδεικνύοντας τον Σιμενόν σε εκείνο που είναι πρωτίστως, μέγα ψυχολόγο και ψυχαναλυτή της ανθρώπινης ψυχής. Ο Μαιγκρέ ερμηνεύει σιωπές και κινήσεις, φυγές και ενδυματολογικές συνήθειες, σκιαγραφεί με τρόπο φυσικό και αβίαστο ζωές, συμπεριφορές, ακόμα και συγκυρίες, αν η κυρία Ιρέν της είχε δώσει μια διαφορετική τσάντα με λουράκι που έσπαζε και δεν την παρέσυρε, αν η Λουίζ είχε κρατήσει την δική της, αν… 

Οντολογική και ψυχολογική ιστορία που αναζητά τα πώς τα και τα γιατί της ζωής με τον δολοφόνο να έπεται, γέννημα θρέμμα σχεδόν της συγκυρίας, αυτής της ζωής και της εποχής.

Ο Σιμενόν, είπαμε, από μόνος του είναι μια ολόκληρη σχολή.  

Και για την ιστορία:

Ο Ζωρζ Σιμενόν, Βέλγος γαλλόφωνος συγγραφέας, γεννήθηκε στη Λιέγη το 1903. Αποφάσισε από νωρίς να αφοσιωθεί στη συγγραφή. Στα δεκαέξι του χρόνια έγινε δημοσιογράφος στη La Gazette de Liège. Εξασκώντας αυτό το επάγγελμα, άρχισε να εξοικειώνεται με τη ζωή της πόλης του, την πολιτική, την εγκληματικότητα, τις αστυνομικές έρευνες και τις τεχνικές εξιχνιάσεως εγκλημάτων που χρησιμοποιούσε η αστυνομία. Στην εφημερίδα έγραψε περίπου 150 άρθρα με το ψευδώνυμο "G. Sim", ενώ παράλληλα έγραψε και κάπου 800 χιουμοριστικά κομμάτια με το ψευδώνυμο "Monsieur Le Coq" (ο κύριος πετεινός). 

Τρία χρόνια αργότερα, όταν ο πατέρας του απεβίωσε (1922), αποφάσισε να εγκατασταθεί στο Παρίσι, καθώς είχε ανακαλύψει ότι αυτό που του ταίριαζε περισσότερο ήταν το γράψιμο. Κατά το διάστημα που εργαζόταν για την "Gazette", είχε έρθει σε επαφή με ένα κύκλο ζωγράφων, συγγραφέων και λάτρεων της Τέχνης, γνωστό ως "La Caque", όπου συζητούσε περί φιλοσοφίας και τέχνης, αλλά παράλληλα δοκίμασε και τον κόσμο του αλκοόλ και των ναρκωτικών. Εκεί γνώρισε αναρχικούς αλλά και ορισμένους ανθρώπους του υποκόσμου, μεταξύ των οποίων και δύο μελλοντικοί δολοφόνοι. Όπως το συνήθιζε, ορισμένα μέλη αυτού του κύκλου αναφέρονται στη νουβέλα Le Pendu de Saint-Pholien που εξέδωσε το 1931, ενώ οι επίδοξοι δολοφόνοι στη νουβέλα Les Trois crimes de mes amis. Μέσω αυτού του κύκλου γνώρισε και την Ρεζίν Ρενσόν (Règine Renchon, προσωνύμιο "Tigy"), με την οποία έφυγαν μαζί για το Παρίσι. Εκεί εγκαταστάθηκαν στο 17ο Διαμέρισμα, κοντά στη λεωφόρο Μπατινιόλ. Επέστρεψαν με την "Tigy" το 1923 στη Λιέγη για να παντρευτούν (με καθολικό γάμο) σε εκκλησία, ύστερα από επιμονή της μητέρας του, αν και ούτε αυτός ούτε η σύζυγός του ήταν θρήσκοι. Ήδη είχε εκδώσει την πρώτη του νουβέλα Au Pont des Arches, την οποία έγραψε το 1919 αλλά εκδόθηκε το 1921, πάλι με το ψευδώνυμο "G. Sim". 

Στο Παρίσι ο Σιμενόν άρχισε να συναναστρέφεται με πολίτες της εργατικής τάξεως και να γνωρίζει τα μπιστρό, τα φτηνά ξενοδοχεία, τα εστιατόρια και τα μπαρ της πόλης, αλλά και να έχει συχνές σχέσεις με άλλες γυναίκες (διασημότερη των οποίων φημολογείται ότι ήταν η Τζότζεφιν Μπέικερ. Ο γάμος του με την "Tigy" κατέληξε σε διαζύγιο. Η παραγωγικότητά του, ωστόσο, ήταν μεγάλη: Έγραφε περίπου 80 σελίδες την ημέρα και, στο χρονικό διάστημα 1921 - 1933 είχε εκδώσει περίπου 200 βιβλία χρησιμοποιώντας 16 διαφορετικά ψευδώνυμα.

Το μεγάλο βήμα προς την τεράστια επιτυχία έγινε το 1929: Τότε έγραψε την πρώτη αστυνομική νουβέλα με κεντρικό ήρωα τον Παριζιάνο επιθεωρητή Ζυλ Μαιγκρέ: Ήταν η νουβέλα Pietr-le-Letton. Η επιτυχία ήταν τέτοια, ώστε ο Σιμενόν έγραψε συνολικά ογδοντατρείς νουβέλες με πρωταγωνιστή τον επιθεωρητή Μαιγκρέ.

Η επιτυχία του Μαιγκρέ ως ήρωα αστυνομικών μυθιστορημάτων έγκειται στη διαφορά του με τους υπόλοιπους αντίστοιχους ήρωες της αστυνομικής λογοτεχνίας: Ο Μαιγκρέ δεν στηρίζει τις εξιχνιάσεις του ούτε στην τρομερή ικανότητα να εξαγάγει συμπεράσματα ούτε στα αστυνομικά ευρήματα: Αντίθετα, στηρίζεται στην ψυχολογική διαίσθηση και στη βαθιά, ενίοτε μέχρι φιλευσπλαχνίας κατανόηση των κινήτρων και της ψυχοσύνθεσης του δράστη.  

Λίγο αργότερα, ο Σιμενόν άρχισε να γράφει αυτά που ονόμαζε «μυθιστορήματα-μυθιστορήματα» ή «σκληρά μυθιστορήματα»: πάνω από εκατόν δέκα τίτλους, από το Ξενοδοχείο της Αλσατίας (1931) μέχρι τους Αθώους (1972), με πιο γνωστά τα έργα Το σπίτι στο κανάλι (1933), Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν (1938 – Άγρα, 2004), Ο δήμαρχος της Φυρν (1939), Οι άγνωστοι μέσα στο σπίτι (1940 – Άγρα, 2011), Τρία δωμάτια στο Μανχάτταν (1946 – Άγρα, 2007), Γράμμα στον δικαστή μου (1947), Το χιόνι ήταν βρόμικο (1948 – Άγρα, 2011), Ο ανθρωπάκος από το Αρχαγγέλσκ (1956 – Άγρα, 2009), Η φυγή του κυρίου Μοντ (1945 – Άγρα, 2012), Ο θάνατος της Μπελλ (1952 – Άγρα, 2012), Ο Γάτος (1967 – Άγρα, 2010), Σεληνιασμός (1933 – Άγρα, 2013), Στριπτήζ (1958 – Άγρα, 2015), Ο άνθρωπος από το Λονδίνο (1933 – Άγρα, 2014), Μπέττυ (1961 – Άγρα, 2016), Οι δαίμονες του πιλοποιού (1949 – Άγρα, 2019) κ.ά. Παράλληλα με αυτή την εντατική λογοτεχνική δραστηριότητα, ταξιδεύει συνεχώς· εγκαταλείπει το Παρίσι και εγκαθίσταται στη Σαρέντ και κατόπιν, κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, στη Βαντέ. Το 1945 αφήνει την Ευρώπη για την Αμερική, όπου θα διαμείνει δέκα χρόνια. Επιστρέφει έπειτα στη Γαλλία και εγκαθίσταται οριστικά στην Ελβετία. Από το 1972 αποφασίζει να σταματήσει το γράψιμο. Με τη χρήση ενός μαγνητοφώνου αφοσιώθηκε έκτοτε στις εικοσιδύο Υπαγορεύσεις του και κατόπιν συνέταξε τα ογκώδη απομνημονεύματά του Memoires intimes (1981). Πέθανε στη Λωζάννη το 1989. Πολλά μυθιστορήματά του έχουν διασκευαστεί για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Το συνολικό συγγραφικό έργο του Σιμενόν ανέρχεται σε περίπου 425 βιβλία, από τα οποία 136 είναι ψυχολογικές νουβέλες. Συνέγραψε, επίσης, και ορισμένα αυτοβιογραφικά έργα, όπως τα Pedigrée (1948), Quand j’étais vieux (1970) και, ύστερα από την αυτοκτονία της μοναδικής του κόρης, το Mémoires intimes (1981). Συνέγραψε, επίσης, μια τριλογία σχετικά με την Αφρική (African Trio (1979)).