Στους Καναδούς της Cooke, περνά μετά από τις μετοχικές εξελίξεις στην μητρική εταιρεία Avramar Seafood S.L. στην Ισπανία η Avramar Greece.
Η κίνηση μάτ των Καναδών να εξαγοράσουν την μητρική εταιρεία και μέσω αυτής να θέσουν αξιώσεις για την ελληνική εταιρεία φαίνεται ότι έβαλε σε δεύτερες σκέψεις τους Άραβες της Aqua Bridge και τελικά οδηγήθηκαν να μην καταθέσουν την εγγυητική επιστολή που θα κλείδωνε υπέρ τους την εξαγορά της μεγαλύτερης ελληνικής εταιρείας ιχθυοκαλλιέργειας.
Έτσι τις προηγούμενες ημέρες οι τράπεζες προχώρησαν στην υπογραφή μνημονίου κατανόησης (memorandum of understanding - MOU) με τους Καναδούς της Cooke, για την εξαγορά των δανείων της Avramar Greece, έναντι τιμήματος ύψους 200 εκατ. ευρώ.
Το τίμημα θα πρέπει να καταβληθεί σε ορίζοντα 4 μηνών, ήτοι 120 ημερών .
Παράλληλα οι Τράπεζες αναμένουν και το πλήρες πλάνο αναδιάρθρωσης αλλά και επενδύσεων της Cooke.
Αρχικά ανάμεσα στους δύο διεκδικητές προτιμητέα είχε αναδειχθεί η αραβικών συμφερόντων Aqua Brridge για να αγοράσει τα δάνεια της Avramar προσφέροντας 230 εκατομμύρια ευρώ. Σε αυτό το πλαίσιο οι προτιμητέοι επενδυτές έπρεπε να καταθέσουν εγγυητική επιστολή της τάξεως των 23 εκατομμυρίων ευρώ, ήτοι το 10% του συνολικού προσφερόμενου ποσού για την εξαγορά των δανείων άνω των 400 εκατ. ευρώ της εταιρείας ιχθυοκαλλιεργειών.
Ωστόσο μετά την κίνηση της Cooke να αποκτήσει την ισπανική μητρική εταιρεία Avramar Seafood, η οποία κατέχει το 100% των μετοχών της ελληνικής Avramar και εν συνεχεία να αποστείλει επιστολή προς τα διοικητικά συμβούλια των Avramar, Ανδρομέδα και Περσεύς, εκφράζοντας την πρόθεσή της να ζητήσει τη σύγκληση έκτακτων γενικών συνελεύσεων προαναγγέλλοντας σημαντική αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, οι Άραβες αποτραβήχτηκαν. Αυτό γιατί οι κινήσεις των Καναδών έβαζαν ουσιαστικά την Avramar και την διαδικασία σε μια, μετά βεβαιότητας, μακρά δικαστική μάχη.
Η Aqua Bridge είχε αναδειχθεί λίγο πριν τα τέλη του 2024 προτιμητέος επενδυτής στον διαγωνισμό που είχε «τρέξει» η Deloitte για την Avramar, ενώ τον περασμένο Φεβρουάριο είχε προχωρήσει στην υπογραφή συμφωνίας με τις πιστώτριες τράπεζες για την απόκτηση των δανείων και των ενέχυρων των μετοχών της Avramar, έναντι τιμήματος 230 εκατ. ευρώ περίπου.
Πλέον η Cooke, σύμφωνα με πηγές που έχουν γνώση των εξελίξεων, εκτιμάται ότι θα προχωρήσει σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου στην Avramar Greece, ώστε να ενισχυθεί η χρηματοοικονομική της βάση και να επιτευχθεί η αναδιάρθρωση της.
Τα οικονομικά της Avramar
Η Avramar, αποτέλεσε πολύφερνη νύφη αφού παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε τα προηγούμενα χρόνια παραμένει η μεγαλύτερη εταιρεία παραγωγής τσιπούρας και λαβρακιού στην Ευρώπη έχοντας δημιουργηθεί το 2021 μέσα από τη συγχώνευση των τεσσάρων μεγαλύτερων ομίλων του κλάδου (Νηρεύς, Σελόντα, Ανδρομέδα, Perseus), με στόχο να αποτελέσει τον «εθνικό πρωταθλητή» του κλάδου σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Παρά της ατραπούς που βρέθηκε η εταιρεία πλέον έχει αποκαταστήσει την παραγωγική της διαδικασία και δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα ρευστότητας, γεγονός που οφείλεται εν πολλοίς και στην ανοδική πορεία της τιμής των ψαριών . Ειδικότερα η εικόνα του κλάδου τον τελευταίο περίπου ενάμιση χρόνο, δηλαδή όλο το 2025 αλλά και τους τρέχοντες μήνες του 2026 έχει σαφή ανοδικά στοιχεία με τις τιμές να ενισχύονται διαρκώς.
Οι νέες συνθήκες οδήγησαν τα οικονομικά αποτελέσματα της εταιρείας σε θετικό πρόσημο με τον κύκλο εργασιών για το 2025 να εκτιμάται άνω των 300 εκατ. ευρώ για την Avramar Greece, από 270 εκατ. ευρώ που ήταν το 2024.
Αντίστοιχα σε επίπεδο κερδών το EBITDA της Avramar Greece ξεπέρασε τα 53 εκατ. ευρώ από 15,2 εκατομμύρια ευρώ το 2024.
Πλέον φαίνεται ότι η Avramar βρίσκεται σε μια ανοδική καμπή και το ζητούμενο είναι τι θα περιλαμβάνει ο στρατηγικός σχεδιασμός και το επιχειρησιακό πλάνο των Καναδών για το μέλλον της.
Να σημειωθεί ότι η διάσωση της Avramar και η μετάβαση της στην επόμενη μέρα θεωρείται καθοριστική για τη διασφάλιση της ισορροπίας σε ολόκληρο τον κλάδο της ιχθυοκαλλιέργειας, δεδομένου ότι πρόκειται για έναν όμιλο που συνεργάζεται με μεγάλο αριθμό προμηθευτών, η παραγωγή του αγγίζει τις 55.000 με 60.000 τόνους και απασχολεί περί τους 2.000 εργαζόμενους.
