Σε μια κρίσιμη καμπή έχει μπει η αγορά των φωτοβολταϊκών στην Ελλάδα, καθώς η αυξημένη αστάθεια στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας συμπιέζει ολοένα και περισσότερο τα έσοδα των παραγωγών. Το φαινόμενο πλήττει κυρίως τους μικρομεσαίους επενδυτές, των οποίων τα επιχειρηματικά σχέδια δοκιμάζονται υπό τις νέες συνθήκες.
Οι πιέσεις εντείνονται, όμως, κι από έναν συνδυασμό παραγόντων. Από τη μία πλευρά, οι περικοπές παραγωγής γίνονται συχνότερες, καθώς το σύστημα αδυνατεί να απορροφήσει το σύνολο της παραγόμενης ενέργειας. Από την άλλη, αυξάνονται οι ώρες κατά τις οποίες οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας κινούνται σε μηδενικά ή ακόμη και αρνητικά επίπεδα, περιορίζοντας δραστικά τα έσοδα των έργων. Το αποτέλεσμα είναι η συρρίκνωση των ταμειακών ροών και η ενίσχυση της αβεβαιότητας για τη βιωσιμότητα επενδύσεων που μέχρι πρότινος θεωρούνταν ασφαλείς.
Παράγοντες του κλάδου επισημαίνουν ότι ορισμένα έργα αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων, ενώ δεν αποκλείεται, εφόσον συνεχιστεί η ίδια τάση, να εμφανιστούν και τα πρώτα «κόκκινα» δάνεια στον τομέα. Το επόμενο δίμηνο θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμο, καθώς η αύξηση της ηλιοφάνειας οδηγεί σε μεγαλύτερη παραγωγή, γεγονός που ενδέχεται να εντείνει τις περικοπές και να πιέσει περαιτέρω τις τιμές.
Σε φάση ζυμώσεων για τα μέτρα στήριξης το ΥΠΕΝ
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας επεξεργάζεται ένα πακέτο παρεμβάσεων με στόχο τη σταθεροποίηση της αγοράς σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Σύμφωνα με πληροφορίες, εξετάζεται η παροχή προσωρινής ενίσχυσης στην αποζημίωση της παραγόμενης κιλοβατώρας για συγκεκριμένες κατηγορίες έργων. Η λογική της πρότασης, η οποία είναι ακόμα σε πρωτόλεια μορφή, είναι να αντισταθμιστεί μέρος των απωλειών που προκαλούνται τόσο από τις περικοπές όσο και από τις χαμηλές τιμές, ενισχύοντας το έσοδο ανά μονάδα παραγωγής.
Ωστόσο, η παρέμβαση αυτή φαίνεται να έχει μεταβατικό χαρακτήρα. Κυβερνητικές πηγές αφήνουν να εννοηθεί ότι οποιαδήποτε πρόσθετη στήριξη θα ανακτηθεί σε βάθος χρόνου, μέσω προσαρμογών στο πλαίσιο των εγγυημένων εσόδων. Στόχος είναι να καλυφθεί το «κενό» μέχρι να αναπτυχθεί επαρκώς η αγορά αποθήκευσης ενέργειας, η οποία εκτιμάται ότι θα βελτιώσει σημαντικά τη διαχείριση της παραγόμενης ενέργειας τα επόμενα χρόνια.
Οι περικοπές έφτασαν τον κλάδο στα όριά του
Το πρόβλημα στον κλάδο εντείνεται και από την ταχύτατη ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών τα τελευταία χρόνια, η οποία δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ενίσχυση της ζήτησης ή από επαρκείς επενδύσεις σε υποδομές αποθήκευσης. Η ανισορροπία αυτή οδηγεί σε φαινόμενα υπερπαραγωγής, ιδίως κατά τις μεσημβρινές ώρες, όταν η ηλιακή παραγωγή κορυφώνεται. Σε αυτές τις συνθήκες, οι διαχειριστές του συστήματος αναγκάζονται να περιορίζουν την έγχυση ενέργειας για λόγους ευστάθειας.
Τα μεγέθη αποτυπώνουν την ένταση του προβλήματος. Οι περικοπές παραγωγής έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ οι ώρες με μηδενικές ή αρνητικές τιμές εμφανίζουν σαφή ανοδική τάση. Πρόκειται για μια νέα πραγματικότητα που μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος του ρίσκου στους ίδιους τους παραγωγούς, ανατρέποντας τα δεδομένα πάνω στα οποία στηρίχθηκαν πολλές επενδύσεις.
Η εικόνα διαφοροποιείται ανάλογα με το μέγεθος και τη δομή των επιχειρήσεων. Οι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι διαθέτουν μεγαλύτερη ευελιξία, είτε λόγω διαφοροποιημένου χαρτοφυλακίου είτε λόγω παρουσίας στη λιανική αγορά, που τους επιτρέπει να απορροφούν μέρος των απωλειών. Αντίθετα, οι μικρότεροι παίκτες, με μονοδιάστατη έκθεση στα φωτοβολταϊκά, εμφανίζονται πιο εκτεθειμένοι στις διακυμάνσεις της αγοράς.
Με τα δεδομένα αυτά, η επόμενη περίοδος θεωρείται καθοριστική για την πορεία του κλάδου. Οι αποφάσεις που θα ληφθούν καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη στήριξης των επενδύσεων και στη διασφάλιση της βιωσιμότητας του συστήματος ΑΠΕ, σε μια συγκυρία όπου η ενεργειακή μετάβαση συνεχίζεται αλλά οι προκλήσεις γίνονται ολοένα και πιο σύνθετες.
