Κόστος που προσεγγίζει τα 400 εκατ. ευρώ ετησίως εξακολουθούν να προκαλούν οι ρευματοκλοπές στο δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, με τον ΔΕΔΔΗΕ να θέτει ως βασική προτεραιότητα τη σταδιακή αποκλιμάκωση του φαινομένου μέσω εντατικότερων ελέγχων και της μαζικής εγκατάστασης έξυπνων μετρητών.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν σε άτυπη ενημέρωση του ΥΠΕΝ και του Διαχειριστή, οι μη τεχνικές απώλειες του δικτύου, που συνδέονται κυρίως με παράνομες παρεμβάσεις σε μετρητές και μη καταγεγραμμένη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, ακολούθησαν έντονα ανοδική πορεία τα προηγούμενα χρόνια. Από το 1,1% πριν από την περίοδο των κρίσεων, αυξήθηκαν στο 6,5% κατά την πανδημία, ξεπέρασαν το 11% το 2023 και διαμορφώθηκαν στο 10,8% το 2024 και στο 10,5% το 2025.
Όπως υπογραμμίζεται, τα ποσά που ανακτώνται από τον εντοπισμό ρευματοκλοπών δεν καταλήγουν στα έσοδα του ΔΕΔΔΗΕ, αλλά επιστρέφουν στο ενεργειακό σύστημα, μειώνοντας το κόστος που επιβαρύνει τελικά τους καταναλωτές. Παράλληλα, περίπου οι μισές περιπτώσεις που εξετάζονται στους ελέγχους καταλήγουν να επιβεβαιώνονται ως παραβιάσεις του μετρητικού εξοπλισμού.
Το μεγάλο στοίχημα των έξυπνων μετρητών
Στην πρώτη γραμμή της προσπάθειας για τον περιορισμό των ρευματοκλοπών βρίσκεται το πρόγραμμα εγκατάστασης έξυπνων μετρητών, το οποίο για χρόνια καθυστερούσε λόγω δικαστικών εμπλοκών και ενστάσεων.
Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, οι καθυστερήσεις αυτές κόστισαν στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα περίπου 1 δισ. ευρώ, ενώ η πολυαναμενόμενη σύμβαση-πλαίσιο υπεγράφη τελικά τον Μάιο του 2025.
Το 2018 λειτουργούσαν μόλις 85.000 έξυπνοι μετρητές σε σύνολο 7,7 εκατ. παροχών, ποσοστό που αντιστοιχούσε μόλις στο 1,1% του συνόλου.
Σήμερα ο ΔΕΔΔΗΕ εγκαθιστά περίπου 1,3 εκατ. νέους μετρητές κάθε χρόνο, ενώ μέχρι το τέλος του 2025 εκτιμάται ότι το νέο σύστημα μέτρησης θα καλύπτει περίπου τα δύο τρίτα της συνολικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας.
Η πρώτη φάση του έργου προβλέπει την εγκατάσταση 2,4 εκατ. έξυπνων μετρητών, οι οποίοι θα αντιστοιχούν περίπου στο 60% της συνολικής κατανάλωσης, καθώς προτεραιότητα δίνεται στα σημεία με τη μεγαλύτερη ζήτηση. Παράλληλα, έχει ήδη τεθεί σε λειτουργία η ψηφιακή υποδομή διαχείρισης των νέων μετρητικών δεδομένων, με ορίζοντα ολοκλήρωσης του συνολικού έργου το 2030.
Ήδη περίπου το 50% της ηλεκτρικής ενέργειας που διακινείται στο δίκτυο μπορεί να υποστηρίξει τα δυναμικά «πορτοκαλί» τιμολόγια, ενώ στελέχη του Διαχειριστή εκτιμούν ότι μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος η Ελλάδα θα βρίσκεται μεταξύ των πλέον προηγμένων χωρών της Ευρώπης στον τομέα των ψηφιακών δικτύων διανομής.
Δίκτυο 250.000 χιλιομέτρων και επενδύσεις 2,8 δισ. ευρώ
Την ίδια ώρα, ο ΔΕΔΔΗΕ καλείται να καλύψει το επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε την προηγούμενη δεκαετία.
Το δίκτυο που διαχειρίζεται αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες υποδομές της χώρας και συγκαταλέγεται στα μεγαλύτερα της Ευρώπης, με συνολικό μήκος περίπου 250.000 χιλιομέτρων, 4,5 εκατ. στύλους και σχεδόν 168.000 υποσταθμούς χαμηλής και μέσης τάσης.
Πριν από την οικονομική κρίση οι ετήσιες επενδύσεις προσέγγιζαν τα 525 εκατ. ευρώ, ωστόσο τα επόμενα χρόνια υποχώρησαν ακόμη και στα 150 εκατ. ευρώ ετησίως. Από το 2020 και μετά ξεκίνησε η σταδιακή ανάκαμψη, με τις επενδύσεις της περιόδου 2015-2019 να ανέρχονται συνολικά σε περίπου 800 εκατ. ευρώ και το σημερινό επενδυτικό πρόγραμμα να φτάνει πλέον τα 2,8 δισ. ευρώ.
Η πρόκληση της ενεργειακής μετάβασης
Η αναβάθμιση του δικτύου συνδέεται άμεσα με τη ραγδαία ανάπτυξη των ΑΠΕ. Το 2019 στο δίκτυο διανομής ήταν συνδεδεμένα έργα συνολικής ισχύος περίπου 4 GW. Σήμερα η εγκατεστημένη ισχύς ξεπερνά τα 9,1 GW και σύντομα αναμένεται να προσεγγίσει τα 10 GW.
Την ίδια περίοδο ο αριθμός των παραγωγών διπλασιάστηκε, φτάνοντας περίπου τις 100.000 από 50.000 που ήταν πριν από λίγα χρόνια, γεγονός που αυξάνει σημαντικά τις απαιτήσεις σε επίπεδο δικτύου και υποδομών.
Υπογειοποιήσεις με στοχευμένες παρεμβάσεις
Σημαντικό μέρος του επενδυτικού σχεδιασμού αφορά την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του δικτύου απέναντι σε ακραία καιρικά φαινόμενα και πυρκαγιές.
Ο ρυθμός υπογειοποιήσεων έχει διπλασιαστεί σε σχέση με το 2019, ενώ το συνολικό μήκος των υπόγειων γραμμών έχει φτάσει περίπου τα 32.000 χιλιόμετρα. Μέρος των έργων χρηματοδοτείται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης.
Ωστόσο, η καθολική υπογειοποίηση δεν θεωρείται ρεαλιστικό σενάριο. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΕΔΔΗΕ, ένα τέτοιο εγχείρημα θα απαιτούσε επενδύσεις που θα ξεπερνούσαν τα 35 δισ. ευρώ. Για τον λόγο αυτό εφαρμόζεται σύστημα αξιολόγησης που καθορίζει σε ποιες περιοχές η υπογειοποίηση προσφέρει το μεγαλύτερο τεχνικό και οικονομικό όφελος.
Παράλληλα, ενισχύονται οι παρεμβάσεις πρόληψης, με τις δαπάνες για κλαδεύσεις να φτάνουν το 2025 περίπου τα 60 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 12%-13% των συνολικών λειτουργικών δαπανών του οργανισμού. Ταυτόχρονα αναπτύσσονται αντιπυρικές ζώνες σε περιοχές αυξημένου κινδύνου.
Το στοίχημα για τον ΔΕΔΔΗΕ τα επόμενα χρόνια είναι διπλό, με στόχο τόσο τη μείωση ενός φαινομένου που κοστίζει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως όσο και τη δημιουργία ενός σύγχρονου, ψηφιακού και ανθεκτικού δικτύου, ικανού να υποστηρίξει τη νέα ενεργειακή πραγματικότητα της χώρας.
