Τις διαθέσεις της για την ταχύτητα με την οποία σκοπεύει να «τρέξει» τον νέο αναπτυξιακό της κύκλο δείχνει ήδη η ΔΕΗ, αρχίζοντας να υλοποιεί το εμπροσθοβαρές επενδυτικό σχέδιο των 24 δισ. ευρώ έως το 2030.
Μόλις δύο μήνες μετά την ολοκλήρωση της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου και την παρουσίαση της νέας στρατηγικής 2026-2030, ο όμιλος κάνει το πρώτο βήμα επέκτασης στην Ουγγαρία, μία από τις αγορές που είχε εξαρχής ξεχωρίσει ως προτεραιότητα για τη νέα φάση διεθνοποίησής του.
Η συμφωνία της ΔΕΗ Ανανεώσιμες με την Greenvolt για την απόκτηση φωτοβολταϊκού σταθμού 57,5 MW στη Νότια Ουγγαρία, σε συνδυασμό με το δικαίωμα εξαγοράς συστήματος αποθήκευσης ισχύος 49 MW, αποτελεί την πρώτη απτή εφαρμογή του σχεδίου εισόδου στις νέες αγορές της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Η Ουγγαρία ήταν μεταξύ των χωρών που η διοίκηση είχε κατονομάσει στους επενδυτές ως επόμενο βήμα της γεωγραφικής επέκτασης και η κίνηση έρχεται σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την άντληση των νέων κεφαλαίων. Υπό αυτή την έννοια, αποτελεί ένα πρώτο «delivery» του business plan και δείγμα της ταχύτητας με την οποία ο όμιλος επιχειρεί να μετατρέψει τους στόχους του σε επενδύσεις.
Η Ουγγαρία ανοίγει τον δρόμο στις νέες αγορές
Η νέα στρατηγική της ΔΕΗ δεν περιορίζεται στην περαιτέρω ενίσχυση της θέσης της στην Ελλάδα και τη Ρουμανία. Το επόμενο βήμα είναι η διαμόρφωση μιας ευρύτερης περιφερειακής ενεργειακής πλατφόρμας, η οποία θα απλώνεται από τη Νοτιοανατολική προς την Κεντρική Ευρώπη.
Πέρα από την Ιταλία, τη Βουλγαρία και την Κροατία, όπου ήδη αναπτύσσει δραστηριότητα, στον νέο χάρτη ανάπτυξης έχουν μπει η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Σλοβακία. Η ουγγρική αγορά είναι η πρώτη από αυτές όπου η ΔΕΗ αποκτά πλέον συγκεκριμένο ενεργειακό αποτύπωμα.
Η επιλογή συνδέεται και με τη δυναμική της τοπικής αγοράς φωτοβολταϊκών, καθώς η Ουγγαρία έχει θέσει ως στόχο τα 12 GW ηλιακής ισχύος έως το τέλος της δεκαετίας. Στην περίπτωση του έργου που αποκτά η ΔΕΗ, πρόσθετη επενδυτική ασφάλεια προσφέρει το κρατικά υποστηριζόμενο συμβόλαιο σταθερής τιμής διάρκειας 25 ετών, το οποίο περιορίζει την έκθεση του project στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η δυνατότητα απόκτησης της γειτονικής μονάδας αποθήκευσης 49 MW. Η συνύπαρξη ΑΠΕ και μπαταριών βρίσκεται στον πυρήνα του νέου μοντέλου ανάπτυξης του ομίλου, καθώς η αποθήκευση αποκτά ολοένα μεγαλύτερη αξία όσο αυξάνεται η διείσδυση της μεταβλητής παραγωγής από φωτοβολταϊκά και αιολικά.
Στόχος τα 24,3 GW έως το 2030
Η πρώτη κίνηση στην Ουγγαρία εντάσσεται σε ένα σαφώς μεγαλύτερο επενδυτικό παζλ. Το business plan 2026-2030 προβλέπει συνολικές επενδύσεις 24 δισ. ευρώ, με περίπου το μισό επενδυτικό κεφάλαιο να κατευθύνεται εκτός Ελλάδας.
Βασικός στόχος είναι σχεδόν ο διπλασιασμός της εγκατεστημένης ισχύος του ομίλου, από 12,4 GW το 2025 σε 24,3 GW στο τέλος της δεκαετίας. Για να επιτευχθεί αυτό, ο ετήσιος ρυθμός προσθήκης νέας ισχύος προβλέπεται να αυξηθεί από περίπου 1,4 GW σε 2,4 GW, με αιχμή τις ΑΠΕ, την αποθήκευση και τις ευέλικτες μονάδες παραγωγής.
Ειδικά στις νέες αγορές της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, ο σχεδιασμός προβλέπει την ανάπτυξη περίπου 2,2 GW σε ανανεώσιμες πηγές και αποθήκευση.
Έως το 2030, σύμφωνα με τους στόχους του ομίλου, το 45% της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος θα βρίσκεται εκτός Ελλάδας. Το ενεργειακό χαρτοφυλάκιο θα απλώνεται σε περισσότερες χώρες και θα περιλαμβάνει φωτοβολταϊκά, αιολικά, υδροηλεκτρικά, φυσικό αέριο και συστήματα αποθήκευσης.
Για τον όμιλο, η γεωγραφική διαφοροποίηση αποτελεί κρίσιμο κομμάτι του νέου επιχειρηματικού μοντέλου, καθώς μειώνει την εξάρτηση του ομίλου από μία μεμονωμένη αγορά και κατανέμει το ρυθμιστικό και εμπορικό ρίσκο.
Ταυτόχρονα, ένα χαρτοφυλάκιο που εκτείνεται σε διαφορετικές γεωγραφικές ζώνες επιτρέπει την αξιοποίηση διαφορετικών συνθηκών παραγωγής, τιμών και ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και διαφορετικών μηχανισμών στήριξης των επενδύσεων.
Σε αυτό το παζλ, η Ουγγαρία έχει και γεωγραφική σημασία. Βρίσκεται ανάμεσα στη Ρουμανία, όπου η ΔΕΗ έχει ήδη αποκτήσει ισχυρό αποτύπωμα, και στις αγορές της Κεντρικής Ευρώπης προς τις οποίες επιδιώκει να κινηθεί τα επόμενα χρόνια. Δημιουργείται έτσι σταδιακά ένας περισσότερο συνεκτικός ενεργειακός διάδρομος δραστηριοτήτων από την Ελλάδα προς τον βορρά.
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο στην Κοζάνη
Την ίδια ώρα, το επενδυτικό αφήγημα της ΔΕΗ δεν περιορίζεται στην ενέργεια. Παράλληλα με τη διεθνή επέκταση, ωριμάζει ένα από τα πλέον φιλόδοξα projects του νέου business plan: η ανάπτυξη του mega data center στη Δυτική Μακεδονία.
Η πρώτη φάση του σχεδιασμού αφορά data center ισχύος 300 MW στην Κοζάνη, με επένδυση περίπου 1,2 δισ. ευρώ και στόχο ολοκλήρωσης έως το τέλος του 2028. Πρόκειται για ένα project μέσω του οποίου ο όμιλος επιχειρεί να αξιοποιήσει την έκρηξη της ζήτησης για ψηφιακές υποδομές, cloud και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, συνδέοντας το ενεργειακό του χαρτοφυλάκιο με έναν από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους κλάδους διεθνώς.
Οι συζητήσεις με μεγάλο διεθνή hyperscaler βρίσκονται σε προχωρημένη φάση, με τον σχεδιασμό να προβλέπει συμφωνία εντός του έτους. Παράλληλα έχουν ήδη γίνει βήματα στην αδειοδοτική και τεχνική προετοιμασία, ενώ έχουν κινηθεί διαδικασίες για τη σύνδεση και τον βασικό ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό.
Σημαντικό πλεονέκτημα αποτελεί η υφιστάμενη υποδομή στις πρώην λιγνιτικές περιοχές. Η ΔΕΗ διαθέτει περίπου 300.000 τετραγωνικά μέτρα βιομηχανικής γης, πρόσβαση σε ισχυρές ηλεκτρικές υποδομές, δίκτυα φυσικού αερίου και οπτικών ινών, υδάτινους πόρους που μπορούν να υποστηρίξουν τις ανάγκες ψύξης, αλλά και ανθρώπινο δυναμικό με τεχνική εξειδίκευση.
Εφόσον ενεργοποιηθεί και η επόμενη φάση, η συνολική ισχύς του data center μπορεί να φθάσει έως το 1 GW, αλλάζοντας σημαντικά τόσο το μέγεθος της επένδυσης όσο και τη θέση της Δυτικής Μακεδονίας στον ευρωπαϊκό χάρτη των ψηφιακών υποδομών.
