Πώς οι πόλεμοι σε Ουκρανία και Μ. Ανατολή αναδιαμορφώνουν τις τιμές σε Brent και βενζίνη
Shutterstock
Shutterstock

Πώς οι πόλεμοι σε Ουκρανία και Μ. Ανατολή αναδιαμορφώνουν τις τιμές σε Brent και βενζίνη

Οι δύο μεγάλες γεωπολιτικές κρίσεις της τελευταίας τετραετίας, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και ο πόλεμος στο Ιράν, δεν αποτελούν μεμονωμένες εξάρσεις αστάθειας. Συνθέτουν ένα νέο, πιο απαιτητικό ενεργειακό περιβάλλον, όπου το πετρέλαιο παύει να είναι απλώς ένα εμπορεύσιμο αγαθό και μετατρέπεται σε εργαλείο ισχύος. Για χώρες με υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές, όπως η Ελλάδα, η προσαρμογή σε αυτή τη νέα πραγματικότητα δεν είναι επιλογή είναι αναγκαιότητα.

Η διεθνής αγορά πετρελαίου σε καθεστώς διαρκούς αστάθειας

Η εκτίναξη του Brent από τα περίπου 70 δολάρια του 2023 σε επίπεδα άνω των 110 δολαρίων μετά το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν δεν προκαλεί έκπληξη. Αντιθέτως, επιβεβαιώνει πόσο ευάλωτη παραμένει η αγορά σε γεωπολιτικούς κραδασμούς. Το Στενό του Ορμούζ, από όπου διέρχεται σχεδόν το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου, λειτουργεί ως σημείο στρατηγικής συμφόρησης, κάθε απειλή διακοπής της ροής του ενισχύει το risk premium και μεταβάλλει άμεσα τις διεθνείς τιμές.

Η ουσία είναι απλή, η αγορά δεν φοβάται την έλλειψη πετρελαίου φοβάται την έλλειψη σταθερότητας. Και όταν το risk premium ανεβαίνει, κανένας παραγωγός, ούτε ο OPEC, ούτε οι ΗΠΑ, ούτε τα στρατηγικά αποθέματα, δεν μπορεί να το συγκρατήσει. Η εμπειρία της Ουκρανίας έδειξε ότι οι αγορές προσαρμόζονται, αλλά με σημαντικό κόστος. Η εμπειρία του Ιράν δείχνει ότι η προσαρμογή αυτή δεν είναι ποτέ οριστική. Η ενεργειακή ασφάλεια παραμένει θεμέλιο της οικονομικής σταθερότητας.

Γιατί ανεβαίνει η τιμή του πετρελαίου διεθνώς

Η άνοδος του Brent οφείλεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων:

  • Κίνδυνος περιορισμού ροών από το Στενό του Ορμούζ
  • Πιθανές περικοπές παραγωγής από χώρες του OPEC
  • Αύξηση ασφαλίστρων μεταφοράς και ναύλων
  • Μετατόπιση κεφαλαίων προς “ασφαλή” εμπορεύματα, όπως ο χρυσός, σε περιόδους έντονης αβεβαιότητας

Η τελευταία παράμετρος δεν αφορά το πετρέλαιο ως ασφαλές καταφύγιο, δεν είναι στην ουσία, αλλά τη γενικότερη επενδυτική συμπεριφορά σε περιόδους κρίσης, που ενισχύει τη μεταβλητότητα των ενεργειακών αγορών.

Η ενεργειακή πολιτική της Ευρώπης: ένα επικίνδυνο κενό στρατηγικής

Τα τελευταία χρόνια, η ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική στηρίχθηκε στην υπόθεση ότι η παγκοσμιοποίηση είναι σταθερή και ότι οι αγορές θα λειτουργούν πάντα ομαλά. Όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική:

  • Η Ρωσία χρησιμοποιεί την ενέργεια ως μοχλό πίεσης.
  • Το Ιράν τη χρησιμοποιεί ως ασπίδα.
  • Οι ΗΠΑ ως εργαλείο επιρροής.
  • Η Κίνα ως στρατηγικό απόθεμα.

Και η Ευρώπη; Συχνά αντιμετωπίζει την ενέργεια ως θεωρητική άσκηση, όχι ως ζήτημα στρατηγικής ασφάλειας.

Η εποχή της φθηνής, άφθονης και προβλέψιμης ενέργειας έχει τελειώσει, όχι προσωρινά, αλλά οριστικά. Η ενεργειακή στρατηγική δεν μπορεί να είναι ούτε ιδεολογική ούτε λογιστική. Πρέπει να είναι ρεαλιστική, πολυδιάστατη και κυρίως γεωπολιτικά συνειδητοποιημένη. Όσο η Δύση αντιμετωπίζει την ενέργεια ως τεχνικό ζήτημα, οι αντίπαλοί της θα τη χρησιμοποιούν ως όπλο. Και η αγορά θα συνεχίσει να τιμωρεί την αφέλεια.

Η ελληνική αγορά καυσίμων: Δομικές αδυναμίες σε περιόδους κρίσης

Στην Ελλάδα, η άνοδος του Brent μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα στη λιανική τιμή της βενζίνης. Όχι λόγω «κερδοσκοπίας», αλλά επειδή:

  1. Η χώρα εισάγει σχεδόν το σύνολο των καυσίμων της.
  2. Η φορολογία στα καύσιμα είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη.
  3. Η αγορά έχει περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης διακυμάνσεων.

Η ελαστικότητα της ελληνικής αγοράς ως προς τις διεθνείς τιμές παραμένει υψηλή: η άνοδος του Brent μεταφέρεται στη λιανική με ελαστικότητα 0,35–0,45, με χρονική υστέρηση αλλά με σταθερή ένταση.

Η πορεία της βενζίνης στην Ελλάδα και οι επιπτώσεις

Κάθε αύξηση 10 δολαρίων στο Brent μεταφράζεται σε 5–10 λεπτά ανά λίτρο στην αντλία. Με το Brent να κινείται προς τα 110–120 δολάρια, η αμόλυβδη αναμένεται να διαμορφωθεί στα 2,10–2,20 ευρώ/λίτρο.

Και εδώ αναδεικνύεται το πολιτικό και οικονομικό πρόβλημα, η Ελλάδα δεν διαθέτει περιθώρια απορρόφησης νέων αυξήσεων χωρίς να πληγεί η κατανάλωση και η ανταγωνιστικότητα. Η επίπτωση δεν περιορίζεται στο κόστος καυσίμων, μεταφέρεται:

  • στο κόστος μεταφορών,
  • στη βιομηχανική παραγωγή,
  • στις τιμές των προϊόντων,
  • και τελικά στον πληθωρισμό.

Η ενεργειακή αστάθεια λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής οικονομικών πιέσεων, και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της νέας εποχής. Οι δύο πόλεμοι που διαμορφώνουν σήμερα το ενεργειακό τοπίο υπενθυμίζουν ότι η οικονομική σταθερότητα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ενεργειακή ασφάλεια.

Η Ελλάδα, ως χώρα με υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και περιορισμένα περιθώρια απορρόφησης εξωγενών σοκ, οφείλει να αντιμετωπίσει τη νέα πραγματικότητα με στρατηγική συνέπεια και όχι με αποσπασματικές παρεμβάσεις. Η ενίσχυση των υποδομών, η διαφοροποίηση πηγών και οδεύσεων, η επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης με ρεαλισμό και η ενδυνάμωση των στρατηγικών αποθεμάτων αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για μια οικονομία που θέλει να παραμείνει ανθεκτική.


* Ο Νικόλαος Γεωργικόπουλος είναι Επισκέπτης Καθηγητής Έρευνας (Stern Business School - NYU), Πρόεδρος Επιτροπής στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα (ΕΑΤ) και Ειδικός Σύμβουλος Αναπτυξιακών και Επενδυτικών Θεμάτων Δήμου Πεντέλης.