Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία όπου ένα ψέμα δεν είναι απλώς ψέμα. Είναι προετοιμασία εδάφους. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία εκπαιδεύεται να συνηθίζει την καχυποψία, να αποδέχεται τη γενίκευση, να θεωρεί φυσιολογικό να κρίνεται ένας άνθρωπος όχι από τις πράξεις του, αλλά από την καταγωγή του, το όνομά του, το θρήσκευμά του.
Έτσι λειτουργεί ο αντισημιτισμός. Δεν αρχίζει πάντα με κραυγές. Συχνά αρχίζει με δήθεν «λογικές» απορίες, με ένα «κάτι δεν γίνεται να είναι τυχαίο», με μισόλογα και υπαινιγμούς που παριστάνουν τη σκέψη.
Και αν δεν απαντηθεί, ο ψίθυρος γίνεται «κοινή γνώμη». Δεν είναι τυχαίο ότι μετά τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου και τον πόλεμο που ακολούθησε, τέτοιες αφηγήσεις αναζωπυρώθηκαν με ιδιαίτερη ένταση. Όταν η πραγματικότητα γίνεται πιο σύνθετη, το ψέμα γίνεται πιο ελκυστικό. Ο πυρήνας όλων αυτών των αφηγήσεων είναι ο ίδιος εδώ και αιώνες: ότι πίσω από τα προβλήματα του κόσμου υπάρχει ένας κρυφός, υπερβολικά ισχυρός και υπερβολικά οργανωμένος εβραϊκός παράγοντας.
Από εκεί ξεκινούν όλα τα υπόλοιπα. Ότι «έχουν ειδική μεταχείριση», ότι «δεν πληρώνουν φόρους», ότι «δεν πάνε στρατό», ότι «έχουν χρήματα», ότι «κρατούν τον πλούτο», ότι «ελέγχουν τις τράπεζες», «τις αγορές», «την Αμερική», ότι «κινούν τα νήματα». Το μοτίβο είναι πάντα το ίδιο: η πολυπλοκότητα της πραγματικότητας αντικαθίσταται από έναν εύκολο ένοχο - κάποιον που εξηγεί τα πάντα χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί τίποτα.
Αξίζει όμως να σταθούμε σε ένα ερώτημα που ακούγεται συχνά: γιατί πάντα οι Εβραίοι; Γιατί αυτή η κατηγορία επανέρχεται ξανά και ξανά; «Κάτι δεν γίνεται να είναι τυχαίο», λέγεται.
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε κάποια κρυφή ιδιότητα των Εβραίων, αλλά σε ένα ιστορικό μοτίβο που τους καθιστά εύκολο στόχο. Δεν είναι οι μόνοι που στοχοποιούνται. Είναι όμως η πιο σταθερή περίπτωση στην ευρωπαϊκή ιστορία. Οι εβραϊκές κοινότητες υπήρξαν για αιώνες μειονότητες διάσπαρτες μέσα σε άλλες κοινωνίες: αρκετά ορατές ώστε να αναγνωρίζονται ως διαφορετικές, αλλά χωρίς την ισχύ της πλειοψηφίας για να επιβάλλουν τη δική τους αφήγηση.
Δεν ήταν «εκτός» κοινωνίας, αλλά ούτε πλήρως ταυτόσημες με αυτήν. Αυτός ο ενδιάμεσος ρόλος - παρόντες αλλά όχι κυρίαρχοι - είναι ακριβώς εκείνος που ιστορικά διευκολύνει τη μετατροπή μιας ομάδας σε βολικό αποδέκτη καχυποψίας. Και αυτό είναι που κάνει τη διαφορά: δεν επιλέγεται αυτός που φταίει.
Επιλέγεται αυτός που μπορεί να κατηγορηθεί. Σε αυτό προστίθεται και κάτι ακόμη πιο απλό. Οι περισσότερες κατηγορίες δεν βασίζονται σε εμπειρία, αλλά σε αναπαραγωγή. Οι άνθρωποι που τις επαναλαμβάνουν δεν γνωρίζουν - «έχουν ακούσει».
Και όταν μια αφήγηση επαναλαμβάνεται για γενιές, αποκτά το βάρος της αλήθειας χωρίς ποτέ να χρειαστεί να αποδειχθεί. Όσο πιο γενική είναι μια κατηγορία, τόσο πιο δύσκολο είναι να διαψευστεί - και γι’ αυτό επιβιώνει. Το επιχείρημα «κάτι θα υπάρχει» δεν είναι απόδειξη. Είναι υπεκφυγή από την ανάγκη για απόδειξη.
Σε αυτό το υπόβαθρο εντάσσεται και ένας από τους παλαιότερους ισχυρισμούς: ότι «οι Εβραίοι σταύρωσαν τον Χριστό». Αξίζει όμως να θυμηθούμε το προφανές. Ο ίδιος ο Ιησούς γεννήθηκε, έζησε και δίδαξε ως Εβραίος, μέσα σε μια εβραϊκή κοινωνία, ανάμεσα σε Εβραίους.
Ο Μυστικός Δείπνος ήταν το πασχαλινό τραπέζι της εβραϊκής παράδοσης και οι πρώτοι μαθητές του ήταν Εβραίοι. Τα γεγονότα εκτυλίσσονται μέσα σε αυτό το πλαίσιο, υπό ρωμαϊκή διοίκηση - η οποία και είχε την εξουσία επιβολής της θανατικής ποινής και της σταύρωσης.
Αν κάποιος επιμένει ότι «οι Εβραίοι τον σταύρωσαν», πρέπει να απαντήσει πρώτα σε ένα απλό ερώτημα: πώς γίνεται ένας λαός να κατηγορείται συλλογικά για ένα γεγονός που συνέβη μέσα σε μια κοινωνία της οποίας ο ίδιος ήταν μέρος; Η συλλογική ενοχή δεν είναι εξήγηση. Είναι η βάση κάθε διάκρισης.
Από εκεί και πέρα, τα επιχειρήματα καταρρέουν ένα προς ένα. Και εδώ η πραγματικότητα είναι πιο απλή απ’ όσο παρουσιάζεται. Ο Έλληνας πολίτης υποβάλλει Ε1 για τα εισοδήματά του, Ε2 για μισθώματα, Ε3 για επαγγελματική δραστηριότητα και Ε9 για την ακίνητη περιουσία του.
Σε κανένα από αυτά τα έντυπα δεν υπάρχει πεδίο θρησκεύματος. Η φορολογική διοίκηση δεν ζητά - ούτε καταγράφει - αν κάποιος είναι Εβραίος, Χριστιανός ή οτιδήποτε άλλο. Ζητά μόνο οικονομικά στοιχεία. Το ερώτημα είναι απλό: αν το κράτος δεν γνωρίζει το θρήσκευμά σου, πώς θα μπορούσε να σε φορολογεί διαφορετικά εξαιτίας του; Δεν μπορεί.
Και όταν κάτι δεν μπορεί να εφαρμοστεί, δεν είναι «κρυφή ρύθμιση». Είναι ανύπαρκτο. Κάποιοι θα πουν: «ναι, αλλά υπάρχουν νόμοι και ΦΕΚ υπέρ των Εβραίων».
Και εδώ η απάντηση είναι συγκεκριμένη. Οι διατάξεις αυτές αφορούν νομικά πρόσωπα - κοινότητες, ιδρύματα, οργανισμούς - όχι τον απλό πολίτη. Το ότι ρυθμίζεται η λειτουργία μιας κοινότητας δεν σημαίνει ότι προνομείται κάθε μέλος της. Όπως μια ρύθμιση για την Εκκλησία της Ελλάδος δεν δίνει προσωπικό προνόμιο σε κάθε Χριστιανό, έτσι και εδώ δεν υπάρχει καμία ειδική μεταχείριση για τον πολίτη. Το να παρουσιάζεται το ένα ως το άλλο δεν είναι παρεξήγηση. Είναι διαστρέβλωση.
Συχνά ακούγεται και ένα άλλο επιχείρημα: «ναι, αλλά βλέπουμε πολλούς Εβραίους σε ισχυρές θέσεις». Ακόμη κι αν κάποιος το πιστεύει αυτό, το ερώτημα είναι απλό: από πότε η παρουσία ανθρώπων σε έναν χώρο αποδεικνύει έλεγχο του χώρου; Αν ίσχυε αυτό, τότε κάθε επαγγελματικός κλάδος όπου εμφανίζεται περισσότερο μια ομάδα θα έπρεπε να θεωρείται ότι «ελέγχεται» από αυτήν. Δεν λειτουργεί έτσι καμία κοινωνία. Η συμμετοχή δεν είναι εξουσία. Και η επιρροή - που υπάρχει σε πολλές διαφορετικές ομάδες - δεν είναι έλεγχος.
Όταν αυτά εξαντλούνται, η αφήγηση γίνεται πιο γενική: «ελέγχουν τις τράπεζες», «τις αγορές», «την Αμερική». Το επιχείρημα αυτό βασίζεται σε μια σιωπηρή υπόθεση: ότι η επιρροή ισοδυναμεί με έλεγχο.
Δεν ισχύει. Σε κάθε δημοκρατία υπάρχουν δίκτυα επιρροής. Αν αυτό σήμαινε έλεγχο, τότε κάθε ισχυρή ομάδα θα «έλεγχε» τα πάντα. Δεν συμβαίνει. Και εδώ προκύπτει ένα ακόμη ερώτημα: αν υπάρχει τέτοιος έλεγχος, γιατί δεν αποτρέπονται γεγονότα που πλήττουν και τους ίδιους;
Γιατί δεν υπάρχει καμία αποδεικτική αλυσίδα που να δείχνει αυτόν τον υποτιθέμενο έλεγχο; Η απάντηση είναι απλή: γιατί δεν πρόκειται για ανάλυση. Πρόκειται για πεποίθηση χωρίς στοιχεία. Το ίδιο μοτίβο εμφανίστηκε και στην ελληνική κρίση.
Ότι «οι Εβραίοι την προκάλεσαν», ότι «αγόρασαν τα σπίτια των Ελλήνων». Αν υπήρχε ένα τέτοιο σχέδιο, θα υπήρχαν στοιχεία: ποσοστά, συγκεντρωμένα δεδομένα, συγκεκριμένοι μηχανισμοί. Δεν υπάρχουν. Αυτό που υπάρχει είναι μια διεθνής αγορά που, σε περίοδο κρίσης, προσέλκυσε επενδυτές από δεκάδες χώρες. Κάποιοι θα πουν: «ναι, αλλά αγόρασαν Ισραηλινοί». Και η απάντηση είναι απλή: και άλλοι αγόρασαν. Γιατί απομονώνεται αυτή η μία περίπτωση; Γιατί δεν λέγεται «οι ξένοι επενδυτές», αλλά «οι Εβραίοι»; Όταν απομονώνεται ένα στοιχείο και παρουσιάζεται ως εξήγηση, δεν έχουμε ανάλυση. Έχουμε επιλογή στόχου.
Εδώ χρειάζεται και μια βασική διάκριση που συχνά συγχέεται όχι πάντα αθώα. Άλλο Εβραίος, δηλαδή θρησκευτική ή πολιτισμική ταυτότητα, και άλλο Ισραηλινός, δηλαδή πολίτης ενός κράτους. Οι δύο έννοιες δεν ταυτίζονται. Δεν είναι όλοι οι Εβραίοι Ισραηλινοί, ούτε όλοι οι Ισραηλινοί Εβραίοι.
Όταν αυτή η διάκριση καταργείται, ανοίγει ο δρόμος για κάτι πολύ πιο απλό: να κατηγορείται ένας άνθρωπος για κάτι που δεν έκανε, μόνο και μόνο λόγω ταυτότητας. Συχνά επανέρχεται και μια άλλη κατηγορία: ότι οι Εβραίοι δεν έχουν «πραγματική πατρίδα» ή ότι η πίστη τους βρίσκεται αλλού.
Όμως η πραγματικότητα είναι απλή και δεν χρειάζεται ερμηνείες. Οι Έλληνες Εβραίοι είναι Έλληνες πολίτες με παρουσία αιώνων σε αυτόν τον τόπο. Έζησαν, δημιούργησαν, πλήρωσαν, υπηρέτησαν και πολέμησαν για την Ελλάδα, όπως κάθε άλλος Έλληνας. Η σχέση τους με τη χώρα δεν είναι θεωρητική ούτε περιστασιακή· είναι βιωμένη και βαθιά. Αν κάτι προκύπτει από την ιστορική τους πορεία, δεν είναι έλλειψη πατρίδας, αλλά ακριβώς το αντίθετο: δεσμός με την Ελλάδα που δεν χρειάζεται να διακηρυχθεί για να αποδειχθεί.
Και υπάρχει ένα επιχείρημα που τα διαλύει όλα: αν οι Εβραίοι ελέγχουν τον κόσμο, πώς εξηγούνται τα πογκρόμ και το Ολοκαύτωμα; Πώς εξηγείται ότι εκατομμύρια άνθρωποι εξοντώθηκαν χωρίς να μπορούν να το αποτρέψουν; Απέναντι σε αυτό, εμφανίζεται μια ακραία διαστρέβλωση: ότι όλα αυτά έγιναν «για να δημιουργηθεί το Ισραήλ». Για να σταθεί αυτός ο ισχυρισμός, θα έπρεπε να αποδεχτεί κανείς ότι εκατομμύρια άνθρωποι θυσιάστηκαν σκόπιμα από τους ίδιους - χωρίς καμία ιστορική απόδειξη. Δεν είναι απλώς λάθος. Είναι λογικά αδύνατο.
Σήμερα, το ίδιο μοτίβο επανέρχεται. Μετά την 7η Οκτωβρίου, σε πολλές χώρες εβραϊκοί χώροι - συναγωγές, κοινοτικά κέντρα, σχολεία, ακόμα και τόποι μνήμης και νεκροταφεία - γίνονται στόχοι όχι για κάτι που έκαναν, αλλά για αυτό που είναι. Κάποιοι θα πουν «είναι αντίδραση για το Ισραήλ».
Όμως εδώ υπάρχει μια θεμελιώδης σύγχυση: άλλο η κριτική σε ένα κράτος και άλλο η στοχοποίηση ανθρώπων λόγω ταυτότητας. Όταν στοχοποιείται μια θρησκευτική κοινότητα για πράξεις μιας κυβέρνησης, δεν έχουμε πολιτική στάση. Έχουμε συλλογική ενοχοποίηση. Δεν είναι τυχαίο ότι διεθνείς οργανισμοί περιγράφουν ακριβώς αυτό το φαινόμενο: την απόδοση συλλογικής ευθύνης στους Εβραίους για γεγονότα και εξελίξεις. Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που έχασε το μεγαλύτερο μέρος του εβραϊκού της πληθυσμού στο Ολοκαύτωμα, η επανάληψη αυτών των μύθων δεν είναι απλώς λάθος. Είναι ιστορικά ασυνείδητη.
Ο αντισημιτισμός δεν είναι απλώς μια λανθασμένη άποψη. Είναι ένας τρόπος σκέψης που αναζητά εξηγήσεις όχι στα γεγονότα, αλλά σε ταυτότητες. Αν ένα επιχείρημα δεν χρειάζεται αποδείξεις για να σταθεί, τότε δεν είναι επιχείρημα. Είναι προκατάληψη. Κάθε τέτοια αφήγηση λέει λιγότερα για αυτούς που στοχοποιεί και περισσότερα για εκείνους που την πιστεύουν.
Κάθε φορά που αυτές οι αφηγήσεις επανέρχονται, δεν αποκαλύπτουν κάτι για τους Εβραίους. Αποκαλύπτουν κάτι για εμάς - για την ανάγκη μας να απλοποιούμε έναν κόσμο που δεν καταλαβαίνουμε και να βρίσκουμε έναν ένοχο αντί για μια εξήγηση. Δεν είναι ότι δεν ξέρουμε την αλήθεια. Είναι ότι κάποιοι δεν τη χρειάζονται - γιατί τους αρκεί ένας ένοχος.
*Ο Ηλίας Πεσσάχ είναι αναπληρωτής Καθηγητής Αιματολογίας
