8ος χρόνος, ημέρα 2392η
Παρασκευή, 20 Μαΐου 2022

Scope Ratings: Αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας σε ΒΒ+

Scope Ratings: Αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας σε ΒΒ+
Φωτογραφία αρχείου

Σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας, και ειδικότερα σε «ΒΒ+», από «ΒΒ» προηγουμένως, προχώρησε ο οίκος αξιολόγησης Scope Rating, θέτοντας τη χώρα μας ένα «σκαλοπάτι» μακριά από την επενδυτική βαθμίδα, όπως δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας.

Σύμφωνα με το σχετικό σημείωμα η αναβάθμιση της Ελλάδας εδράζεται στους εξής παράγοντες:

- Στην ενίσχυση της υποστήριξης των ευρωπαϊκών θεσμών εν μέσω της κρίσης που προκάλεσε η πανδημία, με τη μορφή μέτρων νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Αυτά τα μέτρα, σε συνδυασμό με την πρόσθετη δημοσιονομική στήριξη από την ΕΕ, μετά την έγκριση ενός σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας ύψους 30,5 δισ. ευρώ, ενισχύουν ουσιαστικά την πρόσβαση της Ελλάδας στις αγορές, υποστηρίζοντας τη βιωσιμότητα του χρέους και δημιουργώντας δημοσιονομικό χώρο για την ελληνική κυβέρνηση για δημόσιες επενδύσεις.

- Το πολύ ισχυρό προφίλ του δημόσιου χρέους που προκύπτει από τα υποστηρικτικά μέτρα των πιστωτών της ζώνης του ευρώ, τα χαμηλά επιτόκια και την προληπτική διαχείριση του δημόσιου χρέους.

- Τις πολιτικές διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που περιόρισαν τους υψηλούς δείκτες μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL) και βελτίωσαν τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος παράλληλα με την κινητοποίηση επενδύσεων στον ιδιωτικό τομέα.

Σταϊκούρας: Ακόμη μία «ψήφος» εμπιστοσύνης η αναβάθμιση της Scope


Για μια ιδιαίτερα θετική εξέλιξη, η οποία έρχεται να προστεθεί σε μια αλυσίδα θετικών εξελίξεων και βελτίωσης οικονομικών δεικτών το τελευταίο διάστημα, έκανε λόγο ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας, σχολιάζοντας την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας από τον οίκο Scope Ratings σε «ΒΒ+».

Ειδικότερα, η δήλωση του Χρήστου Σταϊκούρα έχει ως εξής:

«O οίκος αξιολόγησης Scope Ratings προχώρησε σήμερα στην αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας σε "ΒΒ+" από "ΒΒ" προηγουμένως, θέτοντας τη χώρα μας ένα "σκαλοπάτι" μακριά από την επενδυτική βαθμίδα. Είναι η τρίτη φορά που διεθνής οίκος αξιολόγησης αναβαθμίζει, εν μέσω της υγειονομικής κρίσης και των συνθηκών υψηλής αβεβαιότητας που αυτή έχει προκαλέσει παγκοσμίως, το αξιόχρεο της χώρας μας, δίνοντας ακόμα μία "ψήφο" εμπιστοσύνης στην Ελλάδα και στις προοπτικές της.

Πρόκειται, αναμφίβολα, για μια ιδιαίτερα θετική εξέλιξη, η οποία έρχεται να προστεθεί σε μια αλυσίδα θετικών εξελίξεων και βελτίωσης οικονομικών δεικτών το τελευταίο διάστημα. Αυτό συνιστά απόρροια, αλλά και επιστέγασμα της σκληρής, μεθοδικής και αποτελεσματικής δουλειάς που καταβάλλει τα τελευταία δύο και πλέον έτη το υπουργείο Οικονομικών και συνολικά η κυβέρνηση, με τον σχεδιασμό και την υλοποίηση πολιτικών που διέπονται από οικονομική αποτελεσματικότητα και κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Πολιτικές που, μεταξύ άλλων, οδήγησαν στην αύξηση του ΑΕΠ κατά 16,2% το β' τρίμηνο του 2021, στη μείωση των "κόκκινων" δανείων των ελληνικών τραπεζών κατά περίπου 46 δισ. ευρώ την τελευταία διετία, στην αύξηση της απασχόλησης κατά 2,8% το β' τρίμηνο του έτους, στη διαρκή βελτίωση δεικτών, όπως είναι το οικονομικό κλίμα, η μεταποίηση και η οικοδομική δραστηριότητα, καθώς και στην επιτυχημένη πρόσφατη ταυτόχρονη έκδοση 5ετούς και 30ετούς ομολόγου.

Η διορατική εκδοτική πολιτική και η συνετή διαχείριση του "ταμείου" της χώρας τα τελευταία χρόνια, ακόμα και μέσα στην πολυκύμαντη περίοδο της υγειονομικής κρίσης, έχουν ως αποτέλεσμα τη διατήρηση των ταμειακών διαθεσίμων σε ασφαλή επίπεδα, υπερβαίνοντας τα 40 δισ. ευρώ αυτή την περίοδο.

Το οικονομικό επιτελείο συνεχίζει, και θα συνεχίσει, να εργάζεται, με αμείωτη ένταση, σχέδιο, υπευθυνότητα, όραμα και αποφασιστικότητα, με στόχο η χώρα μας να κατακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, και από τους επιλέξιμους από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα οίκους αξιολόγησης, το συντομότερο δυνατό και να πορευτεί δυναμικά στη μετα-κορονοϊό εποχή πάνω στις στέρεες βάσεις μιας ισχυρής, παραγωγικής, ανθεκτικής, πράσινης και ψηφιακής οικονομίας, τις οποίες μεθοδικά χτίζουμε».