Η πρόσφατη κρίση στη Μέση Ανατολή, οι συγκρούσεις μεταξύ Ισραήλ και Ιράν, η αβεβαιότητα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ και η συνεχιζόμενη αντιπαράθεση μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων επαναφέρουν ένα θεμελιώδες ερώτημα της διεθνούς πολιτικής: ποιο μοντέλο διεθνούς τάξης θα κυριαρχήσει τις επόμενες δεκαετίες;
Το ερώτημα δεν αφορά μόνο το Ιράν. Αφορά ολόκληρο το διεθνές σύστημα. Θα επικρατήσει μια διεθνής τάξη που βασίζεται σε κοινά αποδεκτούς κανόνες, θεσμούς και προβλεψιμότητα ή θα επιστρέψουμε σε έναν κόσμο όπου η ισχύς καθορίζει το δίκαιο και οι περιφερειακές δυνάμεις επιβάλλουν τη θέλησή τους μέσω στρατιωτικής ισχύος; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον του Ιράν αλλά και την οικονομική και γεωπολιτική σταθερότητα του πλανήτη.
Η τάξη που βασίζεται σε κανόνες δεν είναι ιδεολογία: Συχνά η «τάξη που βασίζεται σε κανόνες» παρουσιάζεται ως πολιτικό σύνθημα της Δύσης. Στην πραγματικότητα όμως αποτελεί πρωτίστως οικονομική αναγκαιότητα. Η παγκόσμια οικονομία δεν λειτουργεί επειδή όλες οι χώρες είναι φίλιες μεταξύ τους. Λειτουργεί επειδή υπάρχουν κανόνες που μειώνουν την αβεβαιότητα. Οι επιχειρήσεις επενδύουν επειδή γνωρίζουν ότι τα συμβόλαια θα τηρηθούν. Οι τράπεζες χρηματοδοτούν επειδή υπάρχουν δικαστήρια. Οι ναυτιλιακές εταιρείες διακινούν προϊόντα επειδή γνωρίζουν ότι οι θαλάσσιοι δρόμοι προστατεύονται. Οι ασφαλιστικές εταιρείες μπορούν να κοστολογούν τον κίνδυνο επειδή υπάρχει ένα ελάχιστο επίπεδο προβλεψιμότητας. Όταν αυτοί οι κανόνες αποδυναμώνονται, αυξάνεται αμέσως το κόστος συναλλαγών. Το διεθνές εμπόριο γίνεται ακριβότερο. Οι επενδύσεις μειώνονται. Οι αγορές αντιδρούν με μεγαλύτερη μεταβλητότητα. Η γεωοικονομία μετατρέπεται σταδιακά σε γεωπολιτική αντιπαράθεση.
Η μεγάλη κληρονομιά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Μετά το 1945 οι νικήτριες δυνάμεις δεν οικοδόμησαν απλώς νέους διεθνείς οργανισμούς. Δημιούργησαν ένα εντελώς νέο μοντέλο παγκόσμιας οικονομικής συνεργασίας. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα και αργότερα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου δεν δημιουργήθηκαν απλώς για λόγους συνεργασίας. Δημιουργήθηκαν ώστε η οικονομική ανάπτυξη να αντικαταστήσει τη στρατιωτική αντιπαράθεση ως βασικό μέσο αύξησης της ισχύος. Η φιλοσοφία ήταν απλή. Εάν το εμπόριο είναι περισσότερο κερδοφόρο από τον πόλεμο, τότε τα κράτη θα επιλέγουν το εμπόριο. Για πολλές δεκαετίες αυτή η στρατηγική λειτούργησε εντυπωσιακά. Περισσότερο από το 80% του παγκόσμιου εμπορίου πραγματοποιείται δια θαλάσσης, ενώ οι θαλάσσιοι διάδρομοι μεταφοράς ενέργειας και πρώτων υλών αποτέλεσαν τη βάση της παγκόσμιας ανάπτυξης.
Το Ιράν βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της εξίσωσης: Το Ιράν δεν είναι μια οποιαδήποτε περιφερειακή δύναμη. Βρίσκεται σε ένα από τα σημαντικότερα γεωστρατηγικά σημεία του πλανήτη. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν τη σημαντικότερη θαλάσσια δίοδο μεταφοράς πετρελαίου στον κόσμο. Περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας θαλάσσιας διακίνησης πετρελαίου διέρχεται καθημερινά από αυτή τη στενή θαλάσσια λωρίδα. Για τον λόγο αυτό κάθε κρίση μεταξύ Ιράν και Δύσης επηρεάζει άμεσα: τις διεθνείς τιμές πετρελαίου, το κόστος μεταφοράς, τον πληθωρισμό, τις χρηματοπιστωτικές αγορές, και τελικά το διαθέσιμο εισόδημα εκατομμυρίων πολιτών μέσω της αύξησης του πληθωρισμού. Η γεωγραφία έχει μετατρέψει το Ιράν σε κρίσιμο παίκτη του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος.
Δύο διαφορετικές αντιλήψεις ασφάλειας: Η σημερινή διεθνής αντιπαράθεση δεν είναι μόνο στρατιωτική. Είναι πρωτίστως σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για την ασφάλεια. Η πρώτη βασίζεται στην έννοια της κυριαρχίας μέσω στρατιωτικής ισχύος. Η δεύτερη βασίζεται στην οικονομική αλληλεξάρτηση μέσω θεσμών και διεθνούς δικαίου. Η πρώτη βλέπει την ισχύ ως αποτέλεσμα εδαφικού ελέγχου. Η δεύτερη θεωρεί ότι η πραγματική ισχύς προέρχεται από την πρόσβαση στις παγκόσμιες αγορές μέσω ανοικτών θαλάσσιων διαδρομών για την ασφαλή διακίνηση των αγαθών. Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη στρατηγική μεταβολή των τελευταίων εκατό ετών.
Η γεωοικονομία αντικαθιστά σταδιακά τη γεωπολιτική: Κατά τον 20ό αιώνα τα κράτη αύξαναν την ισχύ τους μέσω της κατάκτησης εδαφών. Στον 21ο αιώνα η οικονομική ισχύς εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από τις αλυσίδες εφοδιασμού, τις τεχνολογίες, τα δεδομένα, τις ενεργειακές υποδομές, τα υποθαλάσσια καλώδια, τις χρηματοπιστωτικές ροές. Η γεωοικονομία μετατρέπεται στο νέο πεδίο ανταγωνισμού. Οι οικονομικές κυρώσεις συχνά αποδεικνύονται αποτελεσματικότερες από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η πρόσβαση στις διεθνείς αγορές γίνεται ισχυρότερο εργαλείο επιρροής από πολλά οπλικά συστήματα.
Μπορεί το Ιράν να ενταχθεί πλήρως στην οικονομία των κανόνων; Εδώ βρίσκεται το πραγματικό στρατηγικό ερώτημα. Το Ιράν διαθέτει: τεράστιους ενεργειακούς πόρους, πληθυσμό άνω των 90 εκατομμυρίων, υψηλό μορφωτικό επίπεδο, σημαντική βιομηχανική βάση, γεωγραφική θέση που συνδέει Ασία, Μέση Ανατολή και Ευρώπη. Θεωρητικά θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς κόμβους του πλανήτη. Ωστόσο, η μακροχρόνια σύγκρουση με τη Δύση, οι κυρώσεις και η περιορισμένη ενσωμάτωση στις παγκόσμιες αγορές έχουν στερήσει από την οικονομία του σημαντικές αναπτυξιακές δυνατότητες. Το δίλημμα είναι σαφές. Θα συνεχίσει να στηρίζεται κυρίως στη γεωπολιτική αντιπαράθεση ή θα επιδιώξει βαθύτερη οικονομική ενσωμάτωση; Σε κάθε περίπτωση η διεργασίες των άλλων χωρών για την μείωση της εξάρτησης από τα στενά του Ορμούζ έχουν ξεκινήσει με παρακαμπτήριους αγωγούς.
Η Κίνα και η Ρωσία αλλάζουν τις ισορροπίες: Το Ιράν δεν δρα πλέον μόνο του. Η ενίσχυση των σχέσεων με την Κίνα και τη Ρωσία δημιουργεί ένα διαφορετικό γεωπολιτικό περιβάλλον. Οι δύο αυτές δυνάμεις επιδιώκουν έναν περισσότερο πολυπολικό κόσμο υπό των δικών τους στρατιωτικά ελεγχόμενων «σφαιρών επιρροής». Ωστόσο, ακόμη και αυτές εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το διεθνές εμπόριο. Η Κίνα είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Η οικονομική της άνοδος βασίστηκε κυρίως στη συμμετοχή της στην παγκόσμια οικονομία, στις ελεύθερες θάλασσες και όχι στην απομόνωση. Αυτό αποδεικνύει ότι ακόμη και οι μεγαλύτερες αναθεωρητικές δυνάμεις αξιοποιούν τους θεσμούς όταν αυτοί εξυπηρετούν την ανάπτυξή τους.
Η μεγαλύτερη απειλή είναι η διάβρωση των κανόνων: Η διεθνής τάξη δεν καταρρέει ξαφνικά. Διαβρώνεται σταδιακά. Αρχικά αμφισβητούνται ορισμένοι κανόνες. Έπειτα αποδυναμώνονται οι διεθνείς οργανισμοί. Στη συνέχεια πολλαπλασιάζονται οι μονομερείς ενέργειες. Τελικά, τα κράτη αρχίζουν να βασίζονται ολοένα και περισσότερο στη στρατιωτική ισχύ αντί στη διπλωματία. Αυτό αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο λανθασμένων υπολογισμών. Η ιστορία έχει δείξει ότι πολλοί μεγάλοι πόλεμοι δεν ξεκίνησαν επειδή κάποιος τους επιδίωκε, αλλά επειδή όλοι πίστευαν ότι μπορούσαν να ελέγξουν την κλιμάκωση.
Το μέλλον του Ιράν: Το μέλλον του Ιράν πιθανότατα δεν θα καθοριστεί μόνο από το πυρηνικό του πρόγραμμα ή τις σχέσεις του με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Θα εξαρτηθεί κυρίως από το ποιο οικονομικό μοντέλο θα επιλέξει. Εάν εγκαταλείψει τις αναθεωρητικές στρατηγικές για έλεγχο της Μέσης Ανατολής ή εάν επιδιώξει μεγαλύτερη οικονομική διασύνδεση, θεσμική σταθερότητα και προβλεψιμότητα, όπου θα μπορέσει να αξιοποιήσει τη γεωγραφική του θέση ως πλεονέκτημα. Εάν, συνεχίσει να αντιμετωπίζει την ισχύ κυρίως ως στρατιωτικό μέγεθος, κινδυνεύει να παραμείνει εγκλωβισμένο σε έναν φαύλο κύκλο κυρώσεων, επενδυτικής απομόνωσης και περιοδικών συγκρούσεων.
Η επόμενη δεκαετία: Η δεκαετία που διανύουμε πιθανόν να αποτελέσει σημείο καμπής για το διεθνές σύστημα. Στα πλαίσια του νέου οικονομικού μεγακύκλου που άρχισε το 2024 (ο προηγούμενος διήρκησε 1968-2024), οι τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης, οι ενεργειακές μεταβάσεις, οι νέοι εμπορικοί διάδρομοι και οι ανακατατάξεις στις αλυσίδες εφοδιασμού θα επαναπροσδιορίσουν την έννοια της ισχύος. Οι χώρες που θα μπορέσουν να λειτουργήσουν μέσα σε ένα περιβάλλον κανόνων θα προσελκύσουν περισσότερες επενδύσεις, περισσότερη καινοτομία και μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη. Εκείνες που θα στηριχθούν αποκλειστικά στην αποτροπή και στην αντιπαράθεση θα αντιμετωπίσουν αυξανόμενο οικονομικό κόστος.
Επίλογος: Η «τάξη που βασίζεται σε κανόνες» δεν είναι ένα αφηρημένο δυτικό ιδεολόγημα ούτε μια προσωρινή γεωπολιτική επιλογή. Είναι το θεσμικό πλαίσιο που επέτρεψε τη μεγαλύτερη περίοδο παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης στη σύγχρονη ιστορία. Οι ανοικτές θάλασσες που η σημασία τους τονίστηκε πριν δυο χιλιετίες από τον Θουκυδίδη, μπορούν να ευνοήσουν όχι μόνο τις θαλάσσιες χώρες αλλά και τις χερσαίες που θα συνεργαστούν με τις θαλάσσιες. Δεν είναι τέλεια, ούτε εφαρμόζεται πάντοτε με συνέπεια. Ωστόσο, η εναλλακτική της – ένας κόσμος όπου η ισχύς υπερισχύει του δικαίου και οι κανόνες υποχωρούν μπροστά στη βία – οδηγεί σε μεγαλύτερη αβεβαιότητα, υψηλότερο οικονομικό κόστος και αυξημένο κίνδυνο συγκρούσεων.
Για το Ιράν, το στρατηγικό δίλημμα δεν είναι μόνο γεωπολιτικό. Είναι βαθιά γεωοικονομικό. Η χώρα διαθέτει το ανθρώπινο δυναμικό, τους φυσικούς πόρους και τη γεωγραφική θέση για να αποτελέσει γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Το αν θα αξιοποιήσει αυτό το πλεονέκτημα θα εξαρτηθεί από την ικανότητά του να ενσωματωθεί σε ένα διεθνές περιβάλλον που στηρίζεται στην προβλεψιμότητα, στη συνεργασία και στον σεβασμό της κυριαρχίας των κρατών.
Η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου είναι, επομένως, σύνθετη: το μέλλον του Ιράν μπορεί να βρίσκεται σε μια τάξη που βασίζεται σε κανόνες, αλλά αυτό δεν εξαρτάται μόνο από την Τεχεράνη. Εξαρτάται και από το κατά πόσο οι μεγάλες δυνάμεις θα συνεχίσουν να υπερασπίζονται και να εφαρμόζουν τους ίδιους κανόνες που ζητούν από τους άλλους να ακολουθούν. Μόνο τότε η διεθνής τάξη θα μπορεί να παραμείνει όχι απλώς ένα σύνολο κανόνων, αλλά ένα σύστημα που παράγει ασφάλεια, εμπιστοσύνη και ευημερία για όλους.
* Ο Γιώργος Ατσαλάκης είναι Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων.
