O Ντόναλντ Τραμπ είναι αντιμέτωπος με σκληρή κριτική από τους Ρεπουμπλικάνους που αποδίδουν στην δική του στάση και ρητορική τα αποτελέσματα τους στις ενδιάμεσες που ήταν κατώτερα των προσδοκιών τους.
Ο πρώην πρόεδρος είχε στηρίξει ενεργά τουλάχιστον 300 υποψηφίους και είχε πραγματοποιήσει 30 συγκεντρώσει ενώ συγκέντρωσε εκατομμύρια δολάρια για την προεκλογική καμπάνια του κόμματος σε μια προσπάθεια να δείξει ότι εξακολουθούσε να έχει το πάνω χέρι στο κόμμα και δυναμική που θα τού εξασφάλιζε σχεδόν αυτόματα το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων για τις προεδρικές του 2024.
Ωστόσο, πολλοί από αυτούς που στήριξε δεν κατάφεραν τελικά να εξασφαλίσουν έδρες.
«Η ποιότητα του υποψηφίου έχει σημασία», σχολίασε στην Washington Post ο Έρικ Έρικσον ειδικός στα των Ρεπουμπλικάνων. «Δεν ήταν καλοί υποψήφιοι. Το κύριο χαρακτηριστικό τους ήταν η αφοσίωση τους στο πρόσωπο του. Όποια και αν είναι τελικά αποτελέσματα, αυτή δεν ήταν βραδιά που είχαν στο μυαλό τους», συμπλήρωσε.
«Οι υποψήφιοι του Τραμπ ήταν βαρίδι στο κόμμα και στο μήνυμα που ήθελαν να περάσουν όλοι οι υποψήφιοι μας. Έπρεπε συνεχώς να παίρνουμε αποστάσεις από τη στήριξη του πρώην προέδρου», σχολίασε ο Μπιλ Παλατούτσι, μέλος της Εθνικής Ρεπουμπλικανικής Επιτροπής από το Νιου Τζέρσει.
Η απόρριψη του Τραμπ από τους ψηφοφόρους ήταν παραπάνω από εμφανής. Ενδεικτικά, εκτός από το μεγάλο σοκ της βραδιάς που ήταν η ήττα του δρ. Οζ από τον δημοκρατικό Τζον Φέτερμαν στην κούρσα της Πενσιλβάνια για την Γερουσία, πολύ οριακά είναι τα πράγματα και για τον άλλο αγαπημένο του Τραμπ, Χέρστσελ Γολκερ στην Τζόρτζια όπου μπορεί να χρειαστεί να γίνει επαναληπτικός γύρος.
Οι Δημοκρατικοί επίσης εξασφάλισαν την κρίσιμη έδρα για τη Γερουσία από το Νιου Χαμσάιρ, αφού ο Ντον Μπόλντακ, στρατηγός εν αποστρατεία που προωθούσε τα ψεύδη του Τραμπ για τις εκλογές του 2020 δεν έπεισε.
Το βράδυ της Τρίτης ο Τραμπ δήλωσε στην υπηρεσία streaming Newsnation ότι ήταν έτοιμος να δεχτεί τα εύσημα για τις νίκες των Ρεπουμπλικάνων αλλά όχι το φταίξιμο για τις ήττες τους. Πρόσθεσε ωστόσο ότι ήταν έτοιμος και για το ενδεχόμενο να του φορτώσουν το φταίξιμο και για τις ήττες.
Σε κάθε περίπτωση, ο πρώην Πρόεδρος των ΗΠΑ και το επιτελείο του κάθε άλλο παρά ήθελαν να βρίσκονται σε άμυνα μετά τις ενδιάμεσες. Αντιθέτως, σχεδίαζαν να εκμεταλλευτούν αυτό που αντιμετώπιζαν ως δυνατό ρεπουμπλικανικό μομέντουμ για να δώσουν φόρα στην καμπάνια του για την τρίτη υποψηφιότητα του για την προεδρία.
Μένει να φανεί τώρα πως θα το διαχειριστεί.
