Εισερχόμενοι στην 6η εβδομάδα του πολέμου στο Ιράν, η δυναμική της σύγκρουσης δεν καθορίζεται πλέον πρωτίστως από τον αρχικό επιχειρησιακό σχεδιασμό (campaign design). Σημαντικό ρόλο σήμερα παίζουν παράμετροι όπως η φθορά δυνάμεων και μέσων (attrition) του Ιράν, η κατανάλωση κρίσιμων πόρων του Ισραήλ και των κρατών του Κόλπου (πχ. βλήματα αεράμυνας - interceptors), η προσαρμογή των αντιπάλων στη διαχείριση της υφισταμένης κατάστασης και η ανταπόκριση σε ενδεχόμενη κλιμάκωση. Υπό αυτές τις συνθήκες, θα εξετάσουμε τις δυνητικές στρατιωτικές στρατηγικές επιλογές (Military Strategic Options) των ΗΠΑ, τόσο ως προς την εφικτότητά τους, όσο και ως προς τις συνέπειές τους.
Αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιτύχει εκτεταμένα πλήγματα κατά των ιρανικών ναυτικών, αεροπορικών και υποδομών διοίκησης και ελέγχου, εκτιμάται ότι το επιχειρησιακό περιβάλλον την 37η ημέρα του πολέμου, χαρακτηρίζεται από την ανθεκτικότητα της αμυντικής διάταξης των Φρουρών της Επανάστασης. Το Ιράν φαίνεται ότι έχει ενεργοποιήσει ένα πολυεπίπεδο πλέγμα άμυνας, που περιλαμβάνει παράκτιες συστοιχίες αντιπλοϊκών πυραύλων, βαλλιστικά συστήματα μικρού και μεσαίου βεληνεκούς, εκτεταμένη χρήση μη επανδρωμένων συστημάτων, καθώς και (ενδεχομένως) περιορισμένη ναρκοθέτηση του Στενού του Ορμούζ.
Παράλληλα, η πιθανή απομείωση των αμερικανικών αποθεμάτων πυρομαχικών ακριβείας, η επιχειρησιακή κόπωση των αεροναυτικών δυνάμεων και η επανενεργοποίηση των Χουθι και της Χεζμπολλά, επιβαρύνουν περαιτέρω το στρατηγικό περιβάλλον. Υπό αυτό το πρίσμα, ας εξετάσουμε τις δυνητικές επιλογές των ΗΠΑ:
Πρώτον, η ελεγχόμενη απεμπλοκή εντός χρονικού ορίζοντα 2-3 εβδομάδων, όπως ανακοίνωσε ο πρόεδρος Τραμπ, αποκτά διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σχέση με την έναρξη του πολέμου.
Δεν πρόκειται πλέον για μια «καθαρή» αποχώρηση μετά από επιτυχή επίτευξη των αντικειμενικών σκοπών, πρωτίστως πολιτικών αλλά και στρατιωτικών, αλλά για αποδέσμευση δυνάμεων, η επικοινωνιακή διαχείριση της οποίας είναι ιδιαίτερα απαιτητική. Η επιτυχής υλοποίηση μιας τέτοιας στρατηγικής απαιτεί τη διατήρηση σημαντικής αεροναυτικής ισχύος στην περιοχή και ισχυρής αντιπυραυλικής προστασίας για κρίσιμες εγκαταστάσεις σε ολόκληρο τον Κόλπο.
Παρά την εφικτότητά της, το παραγόμενο αποτέλεσμα είναι σχετικά δύσκολα διαχειρίσιμο, σε σύγκριση με τα αρχικά στάδια της σύγκρουσης, διότι συνοδεύεται από μια ενδεχόμενη αντίληψη υποχώρησης, που θέτει σε κίνδυνο το αφήγημα του προέδρου Τραμπ.
Δεύτερη επιλογή είναι η κατάληψη νησιών δυτικά των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, όπως τα Αμπού Μούσα, Μικρή και Μεγάλη Τουνμπ και Σιρι, τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως στόχοι χαμηλής δυσκολίας.
Το Ιράν δεν είναι σε θέση να τα υποστηρίξει και να αποτρέψει την κατάληψή τους. Μια τέτοια επιχείρηση απαιτεί ικανό αριθμό δυνάμεων, που θα επιχειρήσουν αεραποβατική ενέργεια.
Αν και η αρχική κατάληψη είναι επιχειρησιακά εφικτή, η διατήρηση του ελέγχου των νησιών υπό συνεχή απειλή από πυραυλικά και μη επανδρωμένα συστήματα περιορίζει σημαντικά την αξία της. Επιπροσθέτως, δεν εξασφαλίζουν έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ και κατά συνέπεια, μπορούν να θεωρηθούν μόνον ως ένα επιπλέον αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Τρίτη επιλογή και ασφαλώς ιδιαίτερα απαιτητική, είναι η κατάληψη των νησιών και των παράκτιων περιοχών στο βόρειο τμήμα των Στενών του Ορμούζ, συμπεριλαμβανομένων των Κέσμ και Λαράκ. Θεωρείται βέβαιο ότι το Ιράν είναι σε θέση, ακόμη και σ’ αυτό το προχωρημένο στάδιο της σύγκρουσης, να έχει οργανωμένη άμυνα σε βάθος, ενισχύοντας κρίσιμες περιοχές με τακτικές δυνάμεις, παράκτιες πυραυλικές συστοιχίες και κινητά συστήματα βλημάτων.
Η υλοποίηση μιας τέτοιας επιχείρησης θα απαιτούσε πολύ μεγαλύτερο αριθμό δυνάμεων από αυτόν που οι ΗΠΑ διαθέτουν στην ευρύτερη περιοχή, εκτεταμένες αμφίβιες και αεραποβατικές επιχειρήσεις, και ισχυρή αντιπυραυλική άμυνα. Επιπλέον, η διατήρηση γραμμών ανεφοδιασμού σε ένα περιβάλλον υπό διαρκή απειλή, θα αποτελούσε μείζονα πρόκληση.
Παράλληλα, οι απώλειες εκτιμάται ότι θα ήταν ιδιαίτερα υψηλές, σχεδόν απαγορευτικές. Υπό τις συνθήκες αυτές, η πιθανότητα επιτυχίας είναι μικρή, ενώ ο κίνδυνος ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης αυξάνεται δραματικά, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για στρατηγική παγίδευση (strategic entrapment).
Η τέταρτη επιλογή κινείται στο ίδιο πλαίσιο και αφορά την κατάληψη της νήσου Κχαρκ, στο βόρειο τμήμα του Κόλπου, που αποτελεί τον κύριο κόμβο εξαγωγής πετρελαίου του Ιράν, με μεγάλη οικονομική αξία. Ωστόσο, θεωρείται δεδομένο ότι η νήσος αυτή έχει ενισχυθεί αμυντικά, ενώ καλύπτεται ικανοποιητικά από δυνατότητες πυραυλικών προσβολών από την ηπειρωτική χώρα.
Η επιχείρηση κατάληψης απαιτεί μεγάλο αριθμό πεζοναυτών, συνεχή ναυτική και αεροπορική υποστήριξη και αποτελεσματική αντιπυραυλική προστασία. Παρότι η κατάληψη είναι εφικτή, η διατήρηση του ελέγχου της νήσου καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς αυτή μετατρέπεται σε στόχο υψηλής προτεραιότητας για ιρανικά πλήγματα. Παράλληλα, ο αριθμός των απωλειών θα είναι αρκετά υψηλός.
Τέλος, ενδεχόμενες επιχειρήσεις Ειδικών Δυνάμεων στο εσωτερικό του Ιράν εξακολουθούν να αποτελούν ένα ευέλικτο εργαλείο άσκησης πίεσης, ιδίως σε επίπεδο δολιοφθοράς, συλλογής πληροφοριών και στοχευμένων επιχειρήσεων υψηλής αξίας. Ωστόσο, η προχωρημένη φάση της σύγκρουσης εκτιμάται ότι έχει οδηγήσει στη σημαντική ενίσχυση των ιρανικών μηχανισμών εσωτερικής ασφάλειας και αντικατασκοπείας, καθιστώντας το επιχειρησιακό περιβάλλον περισσότερο εχθρικό και περιορίζοντας την αποτελεσματικότητα τέτοιων ενεργειών. Παρά ταύτα, οι επιχειρήσεις αυτές διατηρούν τη χρησιμότητά τους ως συμπληρωματικό εργαλείο σε μια ευρύτερη στρατηγική φθοράς.
Συνολικά, η ανάλυση των δυνητικών στρατιωτικών επιλογών καταδεικνύει ότι στην 37η ημέρα του πολέμου, η στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών δεν μπορεί πλέον να βασίζεται σε υποθέσεις ταχείας επίτευξης στόχων. Αντιθέτως, η έμφαση μετατοπίζεται στη διαχείριση της σύγκρουσης υπό συνθήκες φθοράς, όπου κάθε επιλογή ενέχει αυξημένα κόστη και κινδύνους κλιμάκωσης. Οι επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας, ιδίως εκείνες που συνεπάγονται κατάληψη και διατήρηση εδάφους, εμφανίζουν δυσανάλογο ρίσκο σε σχέση με τα προσδοκώμενα οφέλη, ενώ η σταδιακή απεμπλοκή με παράλληλη διατήρηση δυνάμεων στην περιοχή αναδεικνύεται ως η περισσότερο βιώσιμη και διαχειρίσιμη λύση.
Καταλήγοντας, το κεντρικό στρατηγικό δίλημμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες σε αυτό το στάδιο της σύγκρουσης, αφορά πλέον την αποφυγή εμπλοκής σε έναν παρατεταμένο και πολυδιάστατο πόλεμο με υψηλό κόστος και αβέβαιη έκβαση. Η έννοια της στρατηγικής παγίδευσης είναι καθοριστική, υπογραμμίζοντας ότι η διαχείριση της εξόδου από τον πόλεμο μπορεί να είναι εξίσου κρίσιμη με τη διεξαγωγή του.
* Ο Στάθης Κυριακίδης είναι Υποναύαρχος (εα), στρατηγικός αναλυτής και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International
