Ισραήλ 2026: Εκλογές για πρωθυπουργό ή για νέο μοντέλο διακυβέρνησης;

Ισραήλ 2026: Εκλογές για πρωθυπουργό ή για νέο μοντέλο διακυβέρνησης;

Στις 27 Οκτωβρίου το Ισραήλ δεν επιλέγει απλώς κυβέρνηση. Κρίνει αν θα παραμείνει σε ένα σύστημα προσωποποιημένης εξουσίας γύρω από τον Μπενιαμίν Νετανιάχου ή αν θα στραφεί σε μια εξίσου σκληρή στα ζητήματα ασφαλείας, αλλά πιο θεσμική, λογοδοτούσα και επαγγελματική μορφή διακυβέρνησης.

Στις 27 Οκτωβρίου 2026 οι Ισραηλινοί δεν θα ψηφίσουν απλώς την επόμενη κυβέρνηση. Θα ψηφίσουν μετά την πιο βαριά εθνική αποτυχία ασφάλειας στην ιστορία της χώρας, έπειτα από δύο και πλέον χρόνια πολέμου στη Γάζα, νέα σύγκρουση στον Λίβανο, τριβές με τις ΗΠΑ για το Ιράν και επαναφορά της εσωτερικής θεσμικής κρίσης. Στην τελευταία μέτρηση του Channel 12 (13 Ιουλίου), το Γιασάρ του Γκάντι Άιζενκοτ προηγείται με 23 έδρες έναντι 22 του Λικούντ, με το ΜπεΓιαχαντ (Μαζί) των Ναφτάλι Μπένετ και Γιαΐρ Λαπίντ στις 16· το αντι-Νετανιάχου μπλοκ φτάνει τις 59 έδρες, το κυβερνητικό τις 51 και τα αραβικά κόμματα κρατούν 10. Το παράδοξο είναι προφανές: ο Νετανιάχου υποχωρεί δημοσκοπικά, αλλά η εναλλακτική πλειοψηφία παραμένει οριακή.

Το διακύβευμα δεν είναι μόνο το «ποιος»

Οι εκλογές δεν μοιάζουν με κλασική ευρωπαϊκή εναλλαγή Δεξιάς και Αριστεράς. Το αντιπολιτευτικό στρατόπεδο παραμένει κατά βάση κεντρώο, κεντροδεξιό και σκληρό στα ζητήματα ασφαλείας. Ο Άιζενκοτ, ο Μπένετ και ο Άβιγκντορ Λίμπερμαν δεν χτίζουν την καμπάνια τους πάνω σε άμεση δημιουργία παλαιστινιακού κράτους ή σε στρατηγική υποχώρηση απέναντι στο Ιράν, τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ. Το πραγματικό ρήγμα είναι ανάμεσα στη συνέχιση του «νετανιαχισμού» ως μεθόδου άσκησης εξουσίας και σε μια εναλλακτική που υπόσχεται επαγγελματισμό, θεσμική αποκατάσταση, προσωπικό παράδειγμα και μεγαλύτερη εθνική συνοχή.

Με αυτή την έννοια, ακόμη και μια κυβέρνηση χωρίς τον Νετανιάχου δεν θα ήταν «ήπια» ή «μετα-σιωνιστική». Ο Άιζενκοτ έχει υιοθετήσει σκληρή γλώσσα για τον Λίβανο, έχει απορρίψει ως «άσχετη» τη συζήτηση για παλαιστινιακό κράτος υπό τις παρούσες συνθήκες και έχει ταυτιστεί με δόγμα συντριπτικής αποτροπής. Ο Μπένετ έχει δηλώσει ότι δεν θα επιδιώξει ξανά κυβερνητική συνεργασία με αραβικό κόμμα και ότι δεν τίθεται θέμα εδαφικών παραχωρήσεων. Η διαφορά, λοιπόν, δεν είναι τόσο η βασική στρατηγική κατεύθυνση, όσο το ύφος, η λογοδοσία και η σχέση κυβέρνησης, κοινωνίας και θεσμών μετά την 7η Οκτωβρίου.

Ο ισχυρός αλλά ευάλωτος Νετανιάχου

Ο Νετανιάχου πηγαίνει στην κάλπη ταυτόχρονα ισχυρός και ευάλωτος. Ισχυρός, επειδή παραμένει ο μακροβιότερος πρωθυπουργός του Ισραήλ, διαθέτει το ισχυρότερο brand της δεξιάς, ξέρει καλύτερα από κάθε άλλον την αριθμητική των συνασπισμών και κρατά ενωμένο τον βασικό της κορμό. Στις 10 Ιουνίου το Λικούντ επιβεβαίωσε επίσημα ότι θα είναι ξανά υποψήφιος, ενώ στις 13 Ιουλίου η αρμόδια εσωκομματική επιτροπή ενέκρινε ρύθμιση που του δίνει τη δυνατότητα να επιλέξει οκτώ υποψηφίους στη λίστα του κόμματος, τρεις από αυτούς μέσα στην πρώτη δεκάδα — εξέλιξη που αυξάνει σημαντικά τον έλεγχό του επί του ψηφοδελτίου ενόψει των εσωκομματικών διαδικασιών του Αυγούστου.

Είναι, όμως, και βαθιά εκτεθειμένος. Η 7η Οκτωβρίου κατέρριψε τον θεμέλιο λίθο της πολιτικής του ταυτότητας: ότι μόνο αυτός εγγυάται ασφάλεια. Οι μεταπολεμικές πραγματικότητες σε Γάζα και Λίβανο δεν απέδωσαν καθαρό αφήγημα νίκης. Η δίκη διαφθοράς παραμένει ανοιχτή πολιτική πληγή. Και το μέτωπο της θεσμικής σύγκρουσης επιστρέφει: η κυβέρνησή του αψήφησε απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου για τη ραδιοτηλεοπτική ρυθμιστική αρχή, ενώ στη Βουλή προωθείται νομοσχέδιο που αποδυναμώνει τη δεσμευτικότητα των γνωμοδοτήσεων της γενικής εισαγγελέως και δίνει στην κυβερνητική πλειοψηφία ουσιαστικό έλεγχο στον διορισμό και την απομάκρυνσή της. Το πρόβλημα του Νετανιάχου δεν είναι απλώς η φθορά. Είναι η εντύπωση ότι η πολιτική του επιβίωση έχει ξαναγίνει το κέντρο βάρους του συστήματος.

Γιατί ανεβαίνει ο Άιζενκοτ και γιατί το «Μαζί» δεν αρκεί

Ο πρώην αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων προσφέρει στρατιωτική αξιοπιστία χωρίς θεατρικότητα. Έχει προσωπική απώλεια στον πόλεμο, εικόνα λιτής ηγεσίας και δυνατότητα να μιλήσει σε ψηφοφόρους που παρέμειναν δεξιοί αλλά κουράστηκαν από τον Νετανιάχου. Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν τη δυναμική και στο επίπεδο της «καταλληλότητας»: στη μέτρηση του Channel 12 της 13ης Ιουλίου, το 43% προτιμά Άιζενκοτ για πρωθυπουργό έναντι 34% του Νετανιάχου. Ωστόσο, η αδυναμία του είναι πραγματική. Το Γιασάρ είναι νέο σχήμα, χωρίς βαθιά κομματική μηχανή και χωρίς εγγυημένη ικανότητα να πλέξει 61 έδρες σε ένα πολυδιασπασμένο κοινοβούλιο. Ο Άιζενκοτ έχει πρόσωπο πρωθυπουργού, αλλά δεν έχει ακόμη αποδείξει ότι διαθέτει και μηχανισμό εξουσίας.

Η συμμαχία Μπένετ–Λαπίντ, πάλι, δεν μετατράπηκε αυτόματα σε κυρίαρχο αντι-Νετανιάχου πόλο. Ο Μπένετ απευθύνεται στη δεξιά και εθνικοφιλελεύθερη δεξαμενή, ο Λαπίντ εκφράζει κυρίως το κοσμικό, μη-θρησκευόμενο κέντρο με κάποια κεντροαριστερά χαρακτηριστικά και τον θυμό για την ανισότητα σε θητεία και φορολογικές υποχρεώσεις. Η κοινή τους θητεία το 2021–2022 δείχνει ότι μπορούν να συνεργαστούν, αλλά θυμίζει και την ευθραυστότητα μιας ετερόκλητης πλειοψηφίας. Επιπλέον, ο Άιζενκοτ τούς παίρνει κάτι πολύτιμο: τη δυνατότητα να εμφανίζονται ως η αυτονόητη σοβαρή εναλλακτική στην εξουσία.

Η αμείλικτη αριθμητική των 61 εδρών

Εδώ αρχίζει το πραγματικό ισραηλινό μάθημα πολιτικής. Η Κνέσετ έχει 120 έδρες· για κυβέρνηση απαιτούνται 61. Το εκλογικό όριο είναι 3,25%. Και ο επικεφαλής του μεγαλύτερου κόμματος δεν γίνεται αυτομάτως πρωθυπουργός: ο πρόεδρος της Δημοκρατίας αναθέτει την εντολή σε εκείνον που θεωρεί ότι έχει τις περισσότερες πιθανότητες να συγκεντρώσει πλειοψηφία. Αυτό σημαίνει ότι μικρά κόμματα μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικά, κόμματα που μένουν λίγο κάτω από το όριο μπορούν να ανατινάξουν ολόκληρα μπλοκ και η στάση απέναντι στα αραβικά κόμματα μπορεί τελικά να κρίνει το αποτέλεσμα περισσότερο από την κατάταξη της πρώτης θέσης.

Γι' αυτό οι δημοσκοπήσεις πρέπει να διαβάζονται ως στιγμιότυπα και όχι ως πρόβλεψη. Η μέτρηση της 13ης Ιουλίου (Midgam, 509 ερωτώμενοι, περιθώριο σφάλματος 4,4%) έδωσε 23 έδρες στο Γιασάρ και 22 στο Λικούντ, ενώ μία εβδομάδα νωρίτερα τα δύο κόμματα ισοβαθμούσαν στις 23. Η τάση είναι σαφής, αλλά όχι αυτάρκης. Ο Νετανιάχου μένει στο παιχνίδι επειδή το δικό του μπλοκ, όσο φθαρμένο κι αν είναι, παραμένει πιο πειθαρχημένο· οι αντίπαλοί του έχουν περισσότερα μονοπάτια προς την εξουσία αλλά λιγότερη βεβαιότητα για το πώς θα τα ενώσουν.

Ασφάλεια, θητεία και κράτος δικαίου

Το μεγαλύτερο θέμα παραμένει η ασφάλεια, αλλά όχι με τον παλιό τρόπο. Η κάλπη είναι δημοψήφισμα και για την αποτυχία της 7ης Οκτωβρίου και για τη διαχείριση της επόμενης ημέρας. Η κυβέρνηση απορρίπτει κλασική κρατική εξεταστική επιτροπή, προωθώντας πολιτικά ελεγχόμενο σχήμα έρευνας, που πέρασε σε πρώτη ανάγνωση στις 6 Ιουλίου. Στη Γάζα η εικόνα έχει αλλάξει: όλοι οι ζωντανοί ισραηλινοί όμηροι έχουν απελευθερωθεί και το τελευταίο σώμα ανακτήθηκε ήδη από τον Ιανουάριο, αλλά η «επόμενη μέρα» παραμένει μετέωρη. Η Χαμάς ανακοίνωσε στις 6 Ιουλίου ότι διαλύει την de facto κυβέρνησή της και δηλώνει έτοιμη να παραδώσει τη διοίκηση σε παλαιστίνιους τεχνοκράτες του αμερικανικά υποστηριζόμενου σχεδίου, ενώ το Ισραήλ απαντά ότι χωρίς αφοπλισμό όποια πολιτική μεταβίβαση θα είναι προσχηματική.

Η εσωτερική κοινωνική ρήξη είναι εξίσου εκρηκτική. Η Κνεσέτ ενέκρινε στις 13–14 Ιουλίου δύο κρίσιμες ρυθμίσεις: την κατοχύρωση της μελέτης της Τορά ως «θεμελιώδους αξίας» και τη νομοθεσία που ουσιαστικά παγώνει για μήνες τις συλλήψεις υπερορθόδοξων ανυπότακτων — την ώρα που το Ανώτατο Δικαστήριο έχει κρίνει ότι δεν υπάρχει νόμιμη βάση για μαζικές εξαιρέσεις και ο στρατός προειδοποιεί για σοβαρές ανάγκες προσωπικού. Έτσι, η αναμέτρηση γίνεται και σύγκρουση για τη σχέση θρησκείας, στρατιωτικής υπηρεσίας και κράτους. Η πολιτική συζήτηση δεν αφορά μόνο την ασφάλεια των συνόρων· αφορά και το εάν το Ισραήλ θα παραμείνει ένα κράτος όπου η ασφάλεια, η ισότητα υποχρεώσεων και οι θεσμικοί φραγμοί συνυπάρχουν, ή ένα κράτος όπου όλα υποτάσσονται στις ανάγκες του εκάστοτε συνασπισμού.

Τα σενάρια και η ελληνική διάσταση

Τέσσερα σενάρια είναι σήμερα ρεαλιστικά. Πρώτον, νέα κυβέρνηση Νετανιάχου, αν το δεξιό–θρησκευτικό μπλοκ ανασυντεθεί και οι μικρότεροι σύμμαχοί του περάσουν το όριο. Δεύτερον, κυβέρνηση υπό τον Άιζενκοτ ή άλλο αντίπαλο, με ετερόκλητα σιωνιστικά κόμματα κέντρου, κεντροδεξιάς και κοσμικής δεξιάς. Τρίτον, λύση που θα χρειάζεται συμμετοχή, ανοχή ή εξωτερική στήριξη αραβικού κόμματος. Τέταρτον, παρατεταμένο αδιέξοδο, μεταβατική κυβέρνηση, κυβέρνηση εθνικής ενότητας ή ακόμη και νέα προσφυγή στις κάλπες. Κανένα σενάριο δεν είναι θεωρητικό· όλα παράγονται από την ίδια αριθμητική των 61 εδρών.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, το αποτέλεσμα έχει σημασία, αλλά όχι με μηχανικό τρόπο. Η τριμερής συνεργασία Αθήνας–Λευκωσίας–Ιερουσαλήμ έχει αποκτήσει θεσμικό βάθος σε άμυνα, ασφάλεια, τεχνολογία, ενέργεια και θαλάσσια διασυνδεσιμότητα, ενώ το Ισραήλ προβάλλει και το σχήμα 3+1 με τις ΗΠΑ ως στρατηγικό πλαίσιο περιφερειακής συνεργασίας. Δύσκολα μια αλλαγή πρωθυπουργού θα ανέτρεπε αυτή τη γραμμή, επειδή η ισραηλινή στρατηγική κοινότητα βλέπει την Ελλάδα και την Κύπρο ως σταθερούς εταίρους στην Ανατολική Μεσόγειο — ιδιαίτερα σε μια περίοδο που οι σχέσεις με την ΕΕ δοκιμάζονται λόγω της Γάζας και των οικισμών. Εκεί όπου μπορεί να υπάρξει διαφορά είναι ο τόνος: ένας διάδοχος ίσως επαναδιατυπώσει τη σχέση με την Αθήνα και τη Λευκωσία με λιγότερη πόλωση, περισσότερη ευρωπαϊκή γλώσσα και μεγαλύτερη έμφαση σε έργα όπως ο IMEC (India–Middle East–Europe Economic Corridor) οι ηλεκτρικές και ψηφιακές διασυνδέσεις και η αμυντική τεχνολογική συνέργεια.

Το συμπέρασμα είναι καθαρό. Στις 27 Οκτωβρίου οι Ισραηλινοί δεν θα κρίνουν μόνο αν ο Νετανιάχου αξίζει άλλη μία θητεία. Θα αποφασίσουν αν θέλουν να συνεχίσουν με ένα κράτος που λειτουργεί γύρω από έναν ηγέτη, γύρω από μόνιμες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και γύρω από συνασπισμούς που δοκιμάζουν την ισότητα υποχρεώσεων και τις θεσμικές ισορροπίες — ή αν προτιμούν ένα εξίσου σκληρό στα ζητήματα ασφαλείας, αλλά ίσως πιο πειθαρχημένο, πιο λογοδοτικό και ίσως πιο συνεκτικό μοντέλο διακυβέρνησης. Η εκλογή, τελικά, δεν αφορά μόνο το ποιος θα κυβερνήσει. Αφορά το τι μορφή θα έχει το ισραηλινό κράτος, με ή χωρίς τον Νετανιάχου.