Οι σχεδόν δύο μήνες που έχουν παρέλθει από τη στιγμή που οι ΗΠΑ εκτίμησαν ότι ο πιο πρόσφορος τρόπος για να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις ιρανικές προκλήσεις είναι η διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων σε συνεργασία με το Ισραήλ, επιβεβαιώνουν τις παραδοχές που εξαρχής συζητήθηκαν. Ότι, δηλαδή, το Ιράν δεν μπορούσε να αντισταθεί με αξιώσεις στην αμερικανική στρατιωτική ισχύ, αλλά και ότι η σε μεγάλο βαθμό εξουδετέρωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν δεν συνεπάγεται απαραίτητα και στρατηγική νίκη για τις ΗΠΑ.
Αν και το Ιράν έχει διατηρήσει ανέπαφο ένα μέρος του πυραυλικού οπλοστασίου και των μη-επανδρωμένων αεροχημάτων του, και στη συζήτηση έχει προστεθεί η αποτελεσματικότητα των ταχύπλοων σκαφών των Φρουρών της Επανάστασης και των ναρκών στην περιοχή του Ορμούζ, οι ΗΠΑ έχουν καταφέρει να επιβληθούν στρατιωτικά, ενδεχομένως με συντριπτικό τρόπο. Όμως παρά την αποδεδειγμένη ανωτερότητα των αμερικανικών όπλων, οι ΗΠΑ έχουν ένα σοβαρό μειονέκτημα.
Πρόκειται για μια διπλή ασυμμετρία που λειτουργεί σε όφελος του Ιράν. Πρώτον, τα παραπάνω φθηνά στρατιωτικά μέσα με τα οποία το Ιράν θα μπορούσε να καταφέρει δυσανάλογα πλήγματα στις στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ. Αν για παράδειγμα δαπανήθηκαν αφειδώς ενέργεια και μέσα για την επιχείρηση διάσωσης και έρευνας μάχης προκειμένου να απεγκλωβιστεί ο Αμερικανός πιλότος από την ιρανική ενδοχώρα, ώστε να μην αποτελέσει διαπραγματευτικό και επικοινωνιακό χαρτί στα χέρια του καθεστώτος της Τεχεράνης (θυμίζουμε το περιστατικό της Μογκαντίσου με το αμερικάνικο ελικόπτερο Blackhawk), μπορούμε να υποθέσουμε τι θα συμβεί, αν οι ένοπλες δυνάμεις του Ιράν ή τα ταχύπλοα των Φρουρών της Επανάστασης προξενήσουν δυσανάλογες απώλειες σε έμψυχο ή άψυχο δυναμικό των ΗΠΑ.
Η δεύτερη ασύμμετρη πτυχή, είναι ο χρόνος, ο οποίος είναι πέρα από κάθε αμφιβολία σύμμαχος του Ιράν και εχθρός για τις ΗΠΑ. Όσο κυλά ο χρόνος και δεν επιτυγχάνεται μια συμφωνία που θα επιβεβαιώνει τη στρατηγική υπεροχή και θα ικανοποιεί τους στόχους που έχουν διακηρύξει οι ΗΠΑ, η Ουάσιγκτον θα είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί τον αργόσυρτο ρυθμό της διπλωματίας που επιβάλει το Ιράν.
Τα ατελείωτα και ενδεχομένως προσχηματικά και άσκοπα πήγαινε-έλα στην πρωτεύουσα του Πακιστάν, η ασάφεια για το ποιος έχει τις αποφασιστικές εξουσίες στην Τεχεράνη και ο βαθμός στήριξης της ιρανικής ομάδας που ανέλαβε τη διαπραγμάτευση, αν δεν πρόκειται για μια κακοπαιγμένη θεατρική παράσταση με θέμα τον καλό και τον κακό αστυνόμο, και κυρίως η ασφυκτική πίεση που ασκείται στα υπόλοιπα κράτη με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, κτίζουν ένα διπλωματικό περιβάλλον που αναιρεί τα στρατιωτικά κέρδη της Ουάσιγκτον και έμμεσα την προκαλεί να κλιμακώσει την ένοπλη σύρραξη, εφόσον επιθυμεί να εισαγάγει νέες παραμέτρους και να υπερκεράσει τη διπλωματική ακινησία που έχει επιβάλει το ιρανικό καθεστώς.
Εκτός, κι αν βέβαια, ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί τη δική του βεβαιότητα, πως εξακολουθεί να έχει το ειδικό βάρος για να επιβάλει το δικό του αφήγημα σε βάρος της ιρανικής πλευράς. Όμως, ακόμη κι έτσι, το καθεστώς στην Τεχεράνη μπορεί να περιμένει, διατηρώντας τα Στενά του Ορμούζ σε ομηρία.
Το ζήτημα του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ είναι το βασικό εργαλείο με το οποίο το Ιράν επιχειρεί να εκβιάσει όλο τον υπόλοιπο κόσμο και να εξισορροπήσει την αμερικανική στρατιωτική νίκη μέχρι τώρα. Φυσικά, με αυτή την επιλογή του προκαλεί την επιβολή του ναυτικού αποκλεισμού των λιμανιών και των ακτών του από τις ΗΠΑ, αλλά αυτό ούτως ή άλλως μάλλον θα συνέβαινε.
Η Τεχεράνη, λοιπόν, αρνείται στα εμπορικά πλοία όλων των κρατών την πρόσβαση στα λιμάνια του Περσικού Κόλπου, επιτρέποντας βέβαια επιλεκτικά τη διέλευση πλοίων που φέρουν σημαία κράτους με το οποίο διατηρεί φιλικές σχέσεις. Παραβιάζει τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, αν και επικαλείται το δικαίωμά του να αναστείλει το δικαίωμα της αβλαβούς διέλευσης για λόγους ασφαλείας, ενώ παράλληλα με το κλείσιμο των Στενών στραγγαλίζει τις οικονομίες των αραβικών κρατών στον Περσικό Κόλπο και ροκανίζει το ΑΕΠ τους.
Με άλλα λόγια, το ιρανικό καθεστώς επιχειρεί να πλήξει την αμερικανική επιρροή στην περιοχή, και ελπίζει πως θα μετατρέψει κάποιες από τις μοναρχίες της Μέσης Ανατολής σε διπλωματικούς μοχλούς πίεσης σε βάρος των ΗΠΑ. Άλλωστε, μπορεί να υποθέτει βάσιμα ότι οι ΗΠΑ εφαρμόζουν έναν μάλλον επιλεκτικό ναυτικό αποκλεισμό, αφού χρειάζονται περισσότερα σκάφη επιφανείας και δεν αναμένεται να ανακατευθύνουν πλοία με κινεζική ή ινδική σημαία.
Επομένως, οι ΗΠΑ θα χρειαστούν μάλλον πιο δραστικές επιλογές για να κάμψουν το ιρανικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, γεγονός που θα τις φέρει αντιμέτωπες με την ασυμμετρία των μέσων στην περιοχή και με την πιθανότητα της διεξαγωγής παράκτιων επιχειρήσεων για την κατάληψη νησιών ή υποδομών στρατηγικής σημασίας, ώστε να πιέσουν περισσότερο το Ιράν για να κάμψει τις κόκκινες γραμμές του.
Ασφαλώς, μια ενεργής ένοπλη σύρραξη δεν εμποδίζει τη διπλωματική δραστηριότητα, εφόσον υπάρχει αδιέξοδο. Ωστόσο, μια επιτυχημένη μεσολαβητική προσπάθεια προϋποθέτει ότι οι εμπόλεμες πλευρές, όχι μόνο βρίσκονται αμφότερες κάτω από χρονική πίεση, αλλά διατηρούν ανέπαφες και τις κόκκινες γραμμές τους, έστω και προσχηματικά, την ίδια στιγμή που προσπαθούν να υποβαθμίσουν τις παραχωρήσεις που κάνουν.
Φυσικά, υπάρχουν ζητήματα που δεν αποτελούν κόκκινες γραμμές, αλλά χρησιμοποιούνται ως διαπραγματευτικά χαρτιά που είναι εξαρχής προορισμένα «να καούν». Αυτό συμβαίνει προκειμένου να διαμορφωθεί η εντύπωση, ότι όλες οι πλευρές κερδίζουν και χάνουν κάτι, και επομένως, μια συμφωνία ανακωχής ή ένα κείμενο πλαίσιο που θα διαμόρφωνε τις αρχές πάνω στις οποίες θα συντασσόταν αργότερα μια συμφωνία, θα αξιολογούταν όχι με βάση το περιεχόμενό της, αλλά με άξονα το τi έδωσε και αντίστοιχα τι απέφυγε κάθε πλευρά κατά τη διάρκεια των διπλωματικών επαφών τους.
Έτσι, λοιπόν, το ζήτημα της επιβολής τελών διέλευσης σε βάρος των εμπορικών πλοίων που διέρχονται τα Στενά του Ορμούζ, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι αποζημιώσεις που το Ιράν απαιτεί από τις ΗΠΑ εξαιτίας των βομβαρδισμών σε βάρος του, είναι απλά μια τέτοια εξωφρενική ιδέα προορισμένη να καεί.
Όχι μόνο γιατί δεν υπάρχει κανένα έρεισμα στο δίκαιο της θάλασσας ούτε γιατί κάτι τέτοιο θα αποτελούσε κακό προηγούμενο και θα είχε αρνητικό αντίκτυπο στις εφοδιαστικές ροές. Είναι μια απίστευτα εξωφρενική και απαράδεκτη ιδέα, διότι οι ΗΠΑ θα έπρεπε να παραδεχθούν, ότι έπληξαν πολιτικούς στόχους, για τους οποίους το Ιράν εύλογα θα ζητούσε αποζημιώσεις.
Ή ακόμη χειρότερα, πως οι εγκαταστάσεις που έπληξαν οι ΗΠΑ στην επικράτεια του Ιράν δεν ήταν υποδομές για τον εμπλουτισμό ουρανίου με σκοπό τη δημιουργία πυρηνικού όπλου αλλά προγράμματα για την ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας. Τέλος, το ζήτημα πως οι εφοπλιστικές κοινότητες θα καλούνταν να επωμιστούν τα τέλη διέλευσης και συνεπώς να διαχύσουν στην αγορά και τον καταναλωτή το κόστος των συνεπειών των αμερικανικών βομβαρδισμών στο Ιράν είναι μια ακόμη πλευρά της ανεδαφικότητας που συνεπάγεται η πρόταση για τα τέλη διέλευσης.
Βέβαια, τη στιγμή που ο Aμερικανός Πρόεδρος έχει αναλάβει προσωπικά την επικοινωνιακή διαχείριση της ένοπλης σύρραξης με το Ιράν και της εκεχειρίας, παραμένουν ερωτηματικά για την ταυτότητα εκείνων που κυβερνούν πραγματικά το Ιράν. Και αυτό οφείλεται κυρίως στην επιλογή των ΗΠΑ να εξοντώσουν στελέχη της κυβερνητικής ελίτ, δημιουργώντας εύλογα ερωτηματικά σχετικά με τη διάδοχη κατάσταση.
Αυτή η επιλογή του ιεραρχικού αποκεφαλισμού συνιστά μια αποτελεσματική αντιτρομοκρατική πολιτική, όπως συνέβη στην περίπτωση της Αλ-Κάιντα. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτής της ασύμμετρης μεθόδου αφορά σε τρομοκρατικές οργανώσεις που διαθέτουν μεγάλο δίκτυο πυρήνων και είναι δύσκολο να εξαρθρωθούν. Έτσι, λοιπόν, επιλέγονται οι ιεραρχικά ανώτεροι στόχοι, ώστε μια τρομοκρατική οργάνωση να απορυθμιστεί και να περιπέσει σε εσωστρέφεια για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, μέχρις ότου επανακάμψει, επειδή θα έχει βρεθεί μια ελίτ ομάδα που θα αναπληρώσει τις ιεραρχικές δομές.
Τα παραπάνω ισχύουν μόνο στην περίπτωση των μη-κρατικών δρώντων, όπως είναι οι τρομοκρατικές οργανώσεις. Αντίθετα, όσο κι αν Φρουροί της Επανάστασης αντιμετωπίζονται ως τρομοκρατική οργάνωση, παραμένουν το «βαθύ κράτος» στο Ιράν, και προφανώς έχουν καταφέρει να ριζώσουν ως έναν βαθμό στην ιρανική κοινωνία, στον σχεδόν μισό αιώνα που ασκούν τη διακυβέρνηση της χώρας.
Επομένως, η πραγματική δομή εξουσίας στο Ιράν, είναι οι Φρουροί της Επανάστασης, και όχι οι φερόμενοι ως μετριοπαθείς Ιρανοί πολιτικοί, όπως ο πρόεδρος, ο ΥΠΕΞ και ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου. Υπό αυτή την έννοια, η επίμονη αναφορά του Αμερικανού προέδρου σε ένα νέο καθεστώς στην Τεχεράνη είναι τουλάχιστον αφελής, και αποδεικνύεται προβληματική, αφού ήδη πλέον, επικρατεί σύγχυση αναφορικά με τα πρόσωπα που κυβερνούν στην Τεχεράνη και το εύρος της εξουσιοδότησης που τους έχει ανατεθεί για διαπραγματεύσεις.
Το τέλος της μονομερούς παράτασης της εκεχειρίας δεν συνεπάγεται την επανέναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Ωστόσο, η συγκέντρωση αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων συνεχίζεται. Τρία αμερικανικά αεροπλανοφόρα στην περιοχή δεν είναι μόνο προβολή σημαίας και ενίσχυση της στρατιωτικής/εξαναγκαστικής διπλωματίας από την πλευρά της Ουάσιγκτον. Είναι η διαρκής αξιόπιστη απειλή πως ανά πάσα στιγμή, οι ΗΠΑ είναι προετοιμασμένες να επαναλάβουν τους βομβαρδισμούς, και ενδεχομένως, εφόσον απαιτηθεί, να καταλάβουν στρατηγικά σημεία για να σπάσουν το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Με άλλα λόγια, εάν η διαμεσολάβηση του Πακιστάν τελικά αποτύχει, θα απαιτηθεί ακόμη περισσότερη στρατιωτική προσπάθεια από τις ΗΠΑ, προκειμένου το ιρανικό καθεστώς να συρθεί τελικά σε μια συμφωνία που θα ικανοποιεί τις ΗΠΑ. Επομένως, το πιθανότερο σενάριο σε περίπτωση διπλωματικού αδιεξόδου και επιβεβαίωσης της χρονικής κωλυσιεργίας από την πλευρά του Ιράν, είναι η στρατιωτική κλιμάκωση από τις ΗΠΑ με έμφαση σε στόχους, όπως η κατάληψη εγκαταστάσεων με στρατηγική βαρύτητα και ο βομβαρδισμός υποδομών κοινής ωφέλειας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για στρατιωτικούς σκοπούς.
Μακάρι, αυτό το σενάριο να μην επικρατήσει, γιατί η στρατηγική εξόδου από το σπιράλ της κλιμάκωσης θα δυσκολέψει ακόμη περισσότερο, και θα απαιτηθεί περισσότερος χρόνος σε βάρος περισσότερων, αν όχι της παγκόσμιας οικονομίας.
* Ο Μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου και Αναπληρωτής Κοσμήτορας στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ).
