Οι στρατιωτικές εξελίξεις της προηγούμενης νύχτας επιβεβαιώνουν ότι η αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν έχει εισέλθει σε νέα, σαφώς πιο επικίνδυνη φάση. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για έναν περιορισμένο κύκλο επιθέσεων και αντιποίνων. Διαμορφώνεται σταδιακά μια παρατεταμένη περιφερειακή σύγκρουση, η οποία επηρεάζει τις χώρες του Κόλπου, τη Μέση Ανατολή, τη διεθνή ναυσιπλοΐα και τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν νέο κύμα πληγμάτων εναντίον ιρανικών στόχων, συνεχίζοντας τις επιχειρήσεις τους στη νότια και παράκτια ζώνη του Ιράν. Στο επιχειρησιακό επίκεντρο βρέθηκαν εγκαταστάσεις αεράμυνας, αποθήκες πυραύλων και μη επανδρωμένων συστημάτων, καθώς και ναυτικές δυνατότητες που συνδέονται με την επιτήρηση και τον έλεγχο της περιοχής γύρω από τα Στενά του Ορμούζ.
Η αμερικανική αντίδραση συνδέθηκε με τις επιθέσεις εναντίον αμερικανικών δυνάμεων και εγκαταστάσεων στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει την πολιτική και επιχειρησιακή πίεση προς την Ουάσιγκτον να απαντήσει με ισχυρότερο τρόπο, ώστε να προστατεύσει το προσωπικό της, να διατηρήσει την αξιοπιστία της αποτροπής της και να καθησυχάσει τους περιφερειακούς συμμάχους της.
Το Ιράν, από την πλευρά του, δεν περιορίζει τη στρατηγική του αποκλειστικά σε άμεσες επιθέσεις κατά αμερικανικών θέσεων. Χρησιμοποιεί πυραύλους, drones, περιφερειακά δίκτυα και μέσα ασύμμετρου πολέμου, ώστε να διευρύνει το κόστος της αμερικανικής παρουσίας. Παράλληλα, προειδοποιεί τις χώρες που φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις ή παρέχουν επιχειρησιακές διευκολύνσεις ότι δεν μπορούν να θεωρούν πως παραμένουν αυτομάτως εκτός της σύγκρουσης.
Η προσέγγιση αυτή αποσκοπεί στη δημιουργία πολιτικής πίεσης στις κυβερνήσεις του Κόλπου και στην πρόκληση ρηγμάτων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των εταίρων τους. Ωστόσο, εμπεριέχει σοβαρό κίνδυνο για την ίδια την Τεχεράνη: ένα πλήγμα με μεγάλο αριθμό θυμάτων ή σοβαρές ζημιές σε κρίσιμες υποδομές μπορεί να προκαλέσει πολύ ευρύτερη αμερικανική αντίδραση.
Μια επιμέρους ανάλυση της πολεμικής σύρραξης δείχνει ότι η σύγκρουση έχει αποκτήσει πολυδιάστατο χαρακτήρα. Δεν αφορά μόνο ανταλλαγές πυραυλικών πληγμάτων. Περιλαμβάνει αεροπορικές επιχειρήσεις, μη επανδρωμένα συστήματα, ναυτική ισχύ, ηλεκτρονικό πόλεμο, κυβερνοεπιχειρήσεις, πληροφοριακές επιχειρήσεις και προσπάθεια ελέγχου των περιφερειακών δικτύων ανεφοδιασμού και επικοινωνιών.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να επιδιώκουν, σε αυτή τη φάση, τη μείωση της επιχειρησιακής ικανότητας των Φρουρών της Επανάστασης και τον περιορισμό της δυνατότητας του Ιράν να απειλεί αμερικανικές βάσεις, εμπορικά πλοία και ενεργειακές υποδομές. Δεν διαφαίνεται ακόμη επιλογή χερσαίας εισβολής. Διαφαίνεται όμως ευρύτερη χρήση αεροπορικής, ναυτικής, πληροφοριακής και ηλεκτρονικής ισχύος, με στόχο την αποδυνάμωση συγκεκριμένων στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Το Ιράν αντιθέτως επιδιώκει να διατηρήσει την ικανότητα πρόκλησης κόστους, χωρίς να οδηγηθεί απαραίτητα σε μια συμβατική αναμέτρηση στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν συντριπτική υπεροχή. Γι’ αυτό επενδύει στη διασπορά δυνάμεων, στην κινητικότητα των πυραυλικών του συστημάτων, στη χρήση drones, στην αβεβαιότητα ως προς την προέλευση ορισμένων επιθέσεων και στη δυνατότητα ταυτόχρονης πίεσης σε πολλά γεωγραφικά σημεία.
Η πρώτη στρατηγική διαπίστωση είναι ότι η αποτροπή έχει αποδυναμωθεί επικίνδυνα. Οι δύο πλευρές εξακολουθούν να επιδιώκουν κάποιον έλεγχο της έντασης, αλλά θεωρούν ότι η μη απάντηση σε μια επίθεση θα εκληφθεί ως αδυναμία. Δημιουργείται έτσι ένας μηχανισμός συνεχούς κλιμάκωσης: κάθε πλήγμα απαιτεί αντίποινα και κάθε αντίποινο προετοιμάζει το επόμενο πλήγμα.
Το κεντρικό γεωστρατηγικό σημείο παραμένουν τα Στενά του Ορμούζ, μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς μεταφοράς πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου παγκοσμίως. Ακόμη και χωρίς πλήρη αποκλεισμό, η αυξημένη στρατιωτική δραστηριότητα επηρεάζει το κόστος ασφάλισης, τις ναυλώσεις, τις εμπορικές διαδρομές και τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Η αβεβαιότητα από μόνη της λειτουργεί ως οικονομικό όπλο.
Οφείλουμε, ωστόσο, να επιμένουμε στα γεγονότα και όχι μόνο στις προβλέψεις. Χρειάζεται προσοχή, διότι σε ένα περιβάλλον έντονης πληροφόρησης και παραπληροφόρησης πολλά επιχειρησιακά στοιχεία παραμένουν ατελή ή αντικρουόμενα. Η στρατηγική ανάλυση πρέπει να βασίζεται στη διασταύρωση των δεδομένων και στη διάκριση μεταξύ επίσημων ανακοινώσεων, επιχειρησιακών ενδείξεων και πολιτικών μηνυμάτων.
Εκτιμώ ότι θα υπάρξουν νέες διπλωματικές κινήσεις εντός Ιουλίου, μέσω κρατών του Κόλπου και άλλων διαμεσολαβητών που έχουν άμεσο συμφέρον να αποφύγουν μια γενικευμένη σύγκρουση. Εάν όμως δεν διαμορφωθεί μηχανισμός αποκλιμάκωσης, ο Αύγουστος ενδέχεται να οδηγήσει σε πληρέστερη επιχειρησιακή ανάπτυξη αμερικανικών δυνάμεων και ενίσχυση των συμμαχικών δυνατοτήτων αεράμυνας, επιτήρησης και προστασίας της ναυσιπλοΐας.
Για την Ελλάδα και την Κύπρο απαιτούνται πρακτικά μέτρα: συνεχής παρακολούθηση της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας, άμεση επικοινωνία με ναυτιλιακές εταιρείες, αξιολόγηση των ενεργειακών αποθεμάτων, προστασία λιμένων και κρίσιμων υποδομών, καθώς και προετοιμασία για πιθανές αλλαγές στις θαλάσσιες και αεροπορικές διαδρομές. Αθήνα και Λευκωσία χρειάζεται επίσης να συντονιστούν στενότερα με την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ισραήλ και τις χώρες του Κόλπου.
Το πιθανότερο σενάριο παραμένει μια παρατεταμένη αναμέτρηση χαμηλής έως μέσης έντασης. Το πλέον επικίνδυνο σενάριο είναι ένα επιτυχές ιρανικό πλήγμα με μεγάλο αριθμό αμερικανικών θυμάτων ή μια σοβαρή επίθεση κατά ενεργειακών και υδάτινων υποδομών κράτους του Κόλπου. Τότε η αμερικανική απάντηση θα μπορούσε να είναι πολύ ευρύτερη. Το περιθώριο της διπλωματίας εξακολουθεί να υπάρχει. Στενεύει, όμως, με κάθε νέα νύχτα επιθέσεων.
Ο Δρ. Μάριος Π. Ευθυμιόπουλος είναι Διευθυντής Strategy International (SI), Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής στο Vytautas Magnus University, Kaunas
