Πρόσφατα, χιλιάδες πολίτες κατέβηκαν στους δρόμους μεγάλων αμερικανικών πόλεων κρατώντας πλακάτ με το σύνθημα «Δεν θέλουμε βασιλιά». Οι διαδηλώσεις, οργανωμένες κυρίως μέσω κοινωνικών δικτύων, στόχευαν στην ενίσχυση της συμμετοχής στις επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές και στην υπενθύμιση ότι η αμερικανική δημοκρατία στηρίζεται σε θεσμούς και όχι σε προσωποπαγή εξουσία. Για πολλούς αναλυτές, η εικόνα αυτή αποτελεί ένδειξη μιας βαθύτερης πολιτικής αφύπνισης.
Λίγες ημέρες νωρίτερα, ουρές εκατοντάδων πολιτών σχηματίζονταν έξω από εκλογικά κέντρα στο Τέξας — όχι για την τελική αναμέτρηση, αλλά για τις προκριματικές εκλογές. Η συμμετοχή των Δημοκρατικών ξεπέρασε τα 2,5 εκατομμύρια, υπερδιπλάσια από τον μέσο όρο προηγούμενων ετών, σε μια πολιτεία που παραδοσιακά θεωρείται προπύργιο των Ρεπουμπλικανών. Οι εικόνες αυτές συνθέτουν ένα νέο πολιτικό τοπίο στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Δεκαπέντε μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Ντόναλντ Τραμπ, η διεθνής και εσωτερική πραγματικότητα της χώρας έχει μεταβληθεί αισθητά. Παραδοσιακές συμμαχίες έχουν κλονιστεί, νέες ισορροπίες διαμορφώνονται, ενώ η Ουάσιγκτον έχει απομακρυνθεί από πρακτικές που για δεκαετίες θεωρούνταν δεδομένες. Η εξωτερική πολιτική εμφανίζεται πιο απρόβλεπτη, με πολλαπλά μέτωπα να ανοίγουν ταυτόχρονα.
Στο εσωτερικό, η δημοφιλία του Προέδρου παρουσιάζει πτώση, ενώ η δημόσια συζήτηση γύρω από τη λειτουργία των θεσμών εντείνεται. Μετρήσεις δείχνουν ότι σημαντικό μέρος της αμερικανικής κοινωνίας αμφισβητεί πλέον την κατεύθυνση της πολιτικής που ασκείται. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σε δημοσκόπηση στις αρχές του μήνα, η κοινή γνώμη εμφανιζόταν διχασμένη ως προς το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης στο Ιράν, με θετικές και αρνητικές απόψεις σχεδόν ισοδύναμες. Ωστόσο, σε πιο πρόσφατη μέτρηση, οι αρνητικές γνώμες υπερισχύουν των θετικών κατά 16 ποσοστιαίες μονάδες, καταγράφοντας μια σαφή και ταχεία μεταστροφή της κοινής γνώμης μέσα σε διάστημα λίγων εβδομάδων.
Οι ενδιάμεσες εκλογές αποκτούν έτσι ιδιαίτερη σημασία. Η αυξημένη κινητοποίηση, σε συνδυασμό με τη μετατόπιση ψηφοφόρων σε κρίσιμες πολιτείες, δημιουργεί νέα δεδομένα και ενισχύει τα σενάρια πολιτικής ανατροπής, τουλάχιστον στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Τέξας. Στις προκριματικές εκλογές — που αφορούν την ανάδειξη των υποψηφίων για τη Γερουσία και αποτυπώνουν το ενδιαφέρον των πολιτών για κάθε κόμμα — εγγράφηκαν περίπου 2,3 εκατομμύρια Δημοκρατικοί ψηφοφόροι, αριθμός-ρεκόρ σε σύγκριση με τον συνήθη μέσο όρο που δεν ξεπερνά το 1 εκατομμύριο. Η κινητοποίηση αυτή υπερβαίνει ακόμη και τη συμμετοχή των Ρεπουμπλικανών, γεγονός ιδιαίτερα αξιοσημείωτο για μια πολιτεία που θεωρείται παραδοσιακό τους προπύργιο. Εάν οι Δημοκρατικοί καταφέρουν να κερδίσουν έδρα στη Γερουσία στο Τέξας, θα πρόκειται για μια βαθιά πολιτική ανατροπή.
Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται στο Τέξας. Σε πολλές πολιτείες, οι προκριματικές εκλογές συνοδεύονται από αυξημένη συμμετοχή, κυρίως από ψηφοφόρους που δηλώνουν Δημοκρατικοί. Παρά την απουσία μιας κυρίαρχης ηγετικής φυσιογνωμίας, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι τέτοιες μορφές συχνά αναδεικνύονται ακριβώς μέσα από τις προκριματικές διαδικασίες — κάτι που το Δημοκρατικό Κόμμα δυσκολεύτηκε να πετύχει τα προηγούμενα χρόνια.
Σε διεθνές επίπεδο, η Ευρώπη παρακολουθεί με αυξανόμενη ανησυχία. Η παραδοσιακή αμερικανική «ομπρέλα» ασφαλείας, κυρίως μέσω του ΝΑΤΟ, δεν θεωρείται πλέον αυτονόητη. Για δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούσαν ως σταθερός εγγυητής ασφάλειας και ευημερίας για την Ευρώπη. Σήμερα, ωστόσο, η σχέση αυτή δοκιμάζεται. Στα μάτια ορισμένων Ευρωπαίων αναλυτών, ο άλλοτε «προστάτης» εμφανίζεται όλο και πιο απρόβλεπτος — ακόμη και ως ένας «κακοήθης προστάτης», που αντί να διασφαλίζει τη σταθερότητα, εντείνει την αβεβαιότητα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι εικόνες των διαδηλώσεων και της μαζικής συμμετοχής αποκτούν ιδιαίτερο βάρος. Δείχνουν ότι η αμερικανική κοινωνία δεν παραμένει παθητική, αλλά αναζητά τρόπους να επαναφέρει την πολιτική διαδικασία σε θεσμική ισορροπία.
Το αν αυτό το «φως» θα οδηγήσει σε ουσιαστική αλλαγή θα φανεί στις κάλπες. Ωστόσο, η ίδια η κινητοποίηση αποτελεί ένδειξη ότι το τούνελ δεν είναι ατελείωτο.
* O Αντώνης Παπακώστας είναι πρώην στέλεχος ΕΕ και Επιστημονικός Συνεργάτης, ΕΛΙΑΜΕΠ.
