Η συνάντηση Τραμπ-Σι με φόντο τη νέα γεωπολιτική και οικονομική ισορροπία
Γ. Ατσαλάκης

Η συνάντηση Τραμπ-Σι με φόντο τη νέα γεωπολιτική και οικονομική ισορροπία

Η παγκόσμια οικονομία επιβραδύνεται, οι γεωπολιτικές πιέσεις αυξάνονται και οι ΗΠΑ και η Κίνα αναζητούν μια νέα μορφή συνύπαρξης. Η επικείμενη συνάντηση των προέδρων των δύο χωρών πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία το διεθνές σύστημα εισέρχεται σε μια νέα φάση γεωοικονομικής αβεβαιότητας. Η εποχή της παγκοσμιοποίησης χαμηλών τριβών, των φθηνών ενεργειακών ροών και της απεριόριστης εμπορικής επέκτασης φαίνεται να δίνει τη θέση της σε ένα πιο ασταθές περιβάλλον, όπου η γεωπολιτική, η ασφάλεια και ο έλεγχος των κρίσιμων ροών αποκτούν ξανά πρωτεύοντα ρόλο.

Παρότι η παγκόσμια οικονομία έχει σταθεροποιηθεί μετά το σοκ της πανδημίας του 2020, η ανάπτυξη παραμένει χαμηλότερη από τα προ πανδημίας επίπεδα και παρουσιάζει έντονες περιφερειακές ανισορροπίες. Η διεθνής οικονομία εισέρχεται σε μια περίοδο «ασθενούς αλλά σταθερής» ανάπτυξης, η οποία είναι όλο και πιο εκτεθειμένη σε καθοδικούς κινδύνους σύμφωνα με το ΔΝΤ. Αυτό είναι χαρακτηριστικό της έναρξης διαμόρφωσης του νέου μεγακύκλου της οικονομίας  που ξεκίνησε το 2024 και διαδέχεται τον προηγούμενο μεγάκυκλο 1968-2024.

Αυτό σημαίνει ότι η συνάντηση Τραμπ–Σι δεν αφορά απλώς εμπορικές διαφωνίες ή διπλωματικές ισορροπίες. Αφορά τη διαχείριση μιας συνολικής μετάβασης του παγκόσμιου οικονομικού και γεωπολιτικού συστήματος.

Η μεταπανδημική ανάκαμψη αποδείχθηκε λιγότερο ισχυρή και λιγότερο διατηρήσιμη από ότι αρχικά αναμενόταν. Μετά την αρχική έκρηξη κατανάλωσης και επενδύσεων που ακολούθησε τα lockdowns, η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται πλέον σε φάση επιβράδυνσης. Οι πληθωριστικές πιέσεις επιστρέφουν, με τον παγκόσμιο πληθωρισμό να αναμένεται να αυξηθεί ξανά το 2026 πάνω από το 4%. Ωστόσο, η επιβάρυνση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Οι ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής αντιμετωπίζουν σχετικά ελεγχόμενες αυξήσεις τιμών, ενώ περιοχές όπως η Αφρική και η Μέση Ανατολή πλήττονται πολύ πιο έντονα από την άνοδο του κόστους ενέργειας και τροφίμων.

Η εικόνα αυτή αναδεικνύει ένα κρίσιμο στοιχείο, ότι η διεθνής οικονομία γίνεται ολοένα πιο κατακερματισμένη. Η Νότια και Ανατολική Ασία εξακολουθούν να αποτελούν βασικούς κινητήρες ανάπτυξης, όμως η Μέση Ανατολή και πολλές αναδυόμενες οικονομίες αντιμετωπίζουν επιβράδυνση, συγκρούσεις και αυξημένη χρηματοπιστωτική αστάθεια και πιέσεις υποτίμησης των νομισμάτων τους. Σε αυτό το περιβάλλον, η σχέση Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας αποκτά κεντρική σημασία, καθώς από αυτή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η σταθερότητα του παγκόσμιου εμπορικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Η ιδιαίτερη γεωοικονομική σημασία της συνάντησης Τραμπ–Σι προκύπτει και από το γεγονός ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται ταυτόχρονα, αλλά μεμονωμένα, σε διαπραγματεύσεις υψηλού ρίσκου με την Κίνα, τη Ρωσία και το Ιράν. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί μια σπάνια στρατηγική συγκυρία για τις ΗΠΑ. Αντί να αντιμετωπίζει ένα ενιαίο αντι-αμερικανικό μπλοκ, μπορεί να διαχειρίζεται κάθε αντίπαλο ξεχωριστά, αξιοποιώντας τις διαφορετικές αδυναμίες και προτεραιότητές του. Η αμερικανική διπλωματία επιχειρεί ουσιαστικά να αποσυνδέσει τα οικονομικά συμφέροντα της Κίνας, Μόσχας και Τεχεράνης, αναγκάζοντας κάθε μία από αυτές τις δυνάμεις να επιδιώξει ξεχωριστή συνεννόηση με τις ΗΠΑ.

Η στρατηγική αυτή φαίνεται ήδη να αποδίδει. Η Ρωσία, υπό την πίεση των κυρώσεων και του πολέμου στην Ουκρανία, αναζητά διέξοδο μέσω πιθανής οικονομικής συνεννόησης με τις ΗΠΑ πράγμα το οποίο επιδίωξε με το, πρόσφατο 90λεπτο τηλεφώνημα της Ρωσίας προς τις ΗΠΑ. Το Ιράν, αντιμέτωπο με σοβαρή οικονομική και στρατηγική πίεση, χρειάζεται επειγόντως ανακούφιση από τις κυρώσεις και σταθεροποίηση της κατάστασης στον Περσικό Κόλπο. Και η Κίνα, παρά τη ρητορική περί στρατηγικής αντιπαράθεσης, εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πρόσβαση στις αμερικανικές αγορές, στην τεχνολογία και στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η Κίνα εισέρχεται στη συνάντηση με αυξανόμενες οικονομικές πιέσεις. Η κρίση στον τομέα ακινήτων, η επιβράδυνση της ανάπτυξης, η υψηλή ανεργία των νέων και τα αυξανόμενα χρέη των τοπικών κυβερνήσεων περιορίζουν σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών της κινεζικής ηγεσίας. Ταυτόχρονα, οι αμερικανικοί περιορισμοί σε ημιαγωγούς, τεχνητή νοημοσύνη και προηγμένα βιομηχανικά εξαρτήματα δημιουργούν σοβαρά εμπόδια στις μακροπρόθεσμες βιομηχανικές φιλοδοξίες της Κίνας. Η κινεζική οικονομία εξακολουθεί να βασίζεται σε ένα μοντέλο εξαγωγικής ανάπτυξης, το οποίο προϋποθέτει πρόσβαση στις δυτικές αγορές, χαμηλό κόστος ενέργειας, σταθερές εφοδιαστικές αλυσίδες και σχετικά προβλέψιμο διεθνές περιβάλλον. Όμως το διεθνές περιβάλλον γίνεται πλέον ακριβώς το αντίθετο καθώς αναδεικνύεται η  αστάθεια, η  γεωπολιτική φόρτιση και όλο και περισσότερος  προστατευτισμός.

Αυτό εξηγεί γιατί η Κίνα επιδιώκει μια μορφή ελεγχόμενης συνεννόησης με την Ουάσιγκτον. Όχι επειδή επιθυμεί στρατηγική σύγκλιση, αλλά επειδή χρειάζεται σταθερότητα προσδοκιών, περιορισμό της οικονομικής πίεσης και περισσότερο χρόνο για εσωτερική προσαρμογή.

Η κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ αποτελεί έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα που επηρεάζει τη συνάντηση Τραμπ–Σι. Η Κίνα δεν εξαρτάται μόνο από την ενέργεια που διέρχεται από τον Περσικό Κόλπο. Εξαρτάται κυρίως από τη δυνατότητα των πελατών της, δηλαδή της Ευρώπης και των αναδυόμενων οικονομιών να συνεχίζουν να καταναλώνουν κινεζικά προϊόντα. Μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση με υψηλές τιμές στην ενέργεια μειώνει την αγοραστική δύναμη των χωρών. Οι χώρες αναγκάζονται να κατευθύνουν μεγαλύτερο μέρος των πόρων τους στην αγορά ενέργειας και μικρότερο μέρος σε εισαγωγές. Αυτό σημαίνει μειωμένη ζήτηση για κινεζικά προϊόντα.

Οι ΗΠΑ φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι η μεγαλύτερη ευαλωτότητα της Κίνας δεν βρίσκεται μόνο στην ενέργεια αλλά στη διατήρηση της εξωτερικής ζήτησης που στηρίζει το εξαγωγικό της μοντέλο και δημιουργεί αφύσικα υπερ-πλεονάσματα (1,2 τρις το 2025) με αθέμιτες πρακτικές στο διεθνές εμπόριο με αποτέλεσμα να αποτελεί πλέον συστημικό κίνδυνο της παγκόσμιας οικονομίας καθώς, πολλές επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο χρεοκοπούν, μη αντέχοντας τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Γι’ αυτό και οι ΗΠΑ επικεντρώνονται ολοένα και περισσότερο στον έλεγχο κρίσιμων θαλάσσιων και ενεργειακών ροών, αντί αποκλειστικά στους δασμούς.

Η Ρωσία παρακολουθεί με ιδιαίτερη ανησυχία την πιθανότητα μιας ευρύτερης αμερικανοκινεζικής συνεννόησης καθώς γνωρίζει ότι μια σταθεροποίηση των σχέσεων ΗΠΑ–Κίνας θα μπορούσε να την περιθωριοποιήσει ακόμη περισσότερο, επιταχύνοντας τη μείωση της γεωπολιτικής της επιρροής. Η Ρωσία αντιμετωπίζει ήδη διαρκείς κυρώσεις. Περιορισμένη πρόσβαση σε τεχνολογία και χρηματοδότηση, αυξανόμενο δημοσιονομικό κόστος πολέμου και εξάρτηση από περιορισμένο αριθμό εταίρων. Η αποδυνάμωση του Ιράν και η αδυναμία της Ρωσίας να προσφέρει ουσιαστική υποστήριξη σε άλλα γεωπολιτικά μέτωπα ενισχύουν ακόμη περισσότερο αυτή την πίεση. Γι’ αυτό και το πρόσφατο τηλεφώνημα του Πούτιν στον Τραμπ δεν είναι τυχαίο. Αντανακλά την ανάγκη της Ρωσίας να αποφύγει περαιτέρω στρατηγική απομόνωση.

Η επικείμενη συνάντηση Τραμπ–Σι δεν θα λύσει τις θεμελιώδεις αντιθέσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας. Οι δύο δυνάμεις παραμένουν στρατηγικοί ανταγωνιστές σε τεχνολογία, εμπόριο, ενέργεια, ναυτική ισχύ και γεωπολιτική επιρροή. Ωστόσο, και οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται ότι η πλήρης αποσταθεροποίηση του διεθνούς συστήματος θα είχε τεράστιο κόστος. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να διαχειριστούν την άνοδο της Κίνας χωρίς αυτή να οδηγηθεί σε ανεξέλεγκτη σύγκρουση. Η Κίνα επιδιώκει να διατηρήσει την ανάπτυξή της χωρίς να αποκοπεί από τις δομές της παγκόσμιας οικονομίας που στήριξαν την άνοδό της.

Η πραγματική σημασία της συνάντησης βρίσκεται ακριβώς  στην προσπάθεια διαχείρισης μιας ιστορικής μετάβασης προς έναν κόσμο περισσότερο κατακερματισμένο, πιο ανταγωνιστικό, γεωοικονομικά και γεωπολιτικά πιο ασταθή. Σε αυτή τη νέα εποχή, η ισχύς δεν θα καθορίζεται μόνο από το ποιος παράγει περισσότερο ή διαθέτει μεγαλύτερο στρατό. Θα καθορίζεται από το ποιος μπορεί να ελέγχει τις ενεργειακές ροές, τις τεχνολογικές αλυσίδες, τις χρηματοπιστωτικές δομές και τις εμπορικές διαδρομές του πλανήτη. Και ακριβώς γι’ αυτό η συνάντηση των ηγετών ΗΠΑ και Κίνας αποκτά σημασία που ξεπερνά κατά πολύ μια απλή διπλωματική επαφή.


* Ο Ατσαλάκης Γιώργος είναι Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης.