Η απόφαση 1701 και η ψευδαίσθηση της διεθνούς επιτήρησης στον Λίβανο
Shutterstock
Shutterstock

Η απόφαση 1701 και η ψευδαίσθηση της διεθνούς επιτήρησης στον Λίβανο

Η νέα καταγγελία περί διαρροής πληροφοριών από τη UNIFIL προς τη Χεζμπολάχ παραμένει, προς το παρόν, ισχυρισμός Ισραηλινών αξιωματούχων και όχι ανεξάρτητα επιβεβαιωμένο γεγονός. Εντάσσεται όμως σε μια ευρύτερη και πιο ανησυχητική εικόνα: αυτή μιας διεθνούς αποστολής που επί χρόνια δεν κατάφερε να αποτρέψει τη στρατιωτική εδραίωση της Χεζμπολάχ στον νότιο Λίβανο, παρά τις ρητές πρόνοιες της διεθνούς νομιμότητας.

Η καταγγελία ως ένδειξη βαθύτερου προβλήματος

Στις 3 Ιουνίου 2026, το Israel National News ανέφερε ότι αξιωματούχοι των IDF ενημέρωσαν την Επιτροπή Εξωτερικών και Άμυνας της Κνέσετ πως στελέχη της UNIFIL φέρονται να συνέλεξαν πληροφορίες για Ισραηλινούς στρατιώτες, οι οποίες κατέληξαν στη Χεζμπολάχ. Το κείμενο τονίζει ότι πρόκειται για ισχυρισμό που οφείλει να αντιμετωπίζεται με νηφαλιότητα όσο λείπει η διασταύρωση. Ωστόσο, η καταγγελία ακούγεται εύλογη σε πολλούς αναλυτές ακριβώς επειδή το περιβάλλον ασφαλείας στα βόρεια σύνορα παραμένει ασταθές: την ίδια ημέρα, το Reuters μετέδωσε ισραηλινά πλήγματα με drones στον νότιο Λίβανο και κοντά στη Βηρυτό, καθώς και την αναχαίτιση ενός «εχθρικού αεροσκάφους» από τον Λίβανο - χωρίς να αναλάβει την ευθύνη η Χεζμπολάχ-, παρά τη μερική εκεχειρία που είχε ανακοινωθεί λίγο νωρίτερα και ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη αμερικανικά μεσολαβητικά σχήματα. Σε μια ενεργή ζώνη σύγκρουσης, κάθε ένδειξη διαρροής προς ένοπλη μη κρατική οργάνωση αποτελεί μείζον ζήτημα θεσμικής αξιοπιστίας και επιχειρησιακής ασφάλειας.

Η UNIFIL, η εντολή και τα όριά της

Η αποστολή ιδρύθηκε το 1978, μετά την ισραηλινή εισβολή, με τις αποφάσεις 425 και 426, με τριπλό σκοπό: επιβεβαίωση της ισραηλινής αποχώρησης, αποκατάσταση της ειρήνης και στήριξη της λιβανικής κυβέρνησης στην επέκταση της εξουσίας της. Μετά τον πόλεμο του 2006, η εντολή ενισχύθηκε με την Απόφαση 1701, ώστε να παρακολουθεί την παύση των εχθροπραξιών, να στηρίζει την ανάπτυξη του λιβανικού στρατού και να συμβάλλει στη δημιουργία ζώνης απαλλαγμένης από μη εξουσιοδοτημένα όπλα μεταξύ Blue Line και Λιτάνι. Με την Απόφαση 2790 του 2025 δόθηκε η τελική ανανέωση: η εντολή ισχύει έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, με σταδιακή απόσυρση μέσα στο 2027.

Το κρίσιμο, όμως, είναι το επιχειρησιακό μοντέλο: η ίδια η UNIFIL εξηγεί ότι οι ειρηνευτές δεν έχουν την εντολή ή την εξουσία να αποτρέπουν παραβιάσεις με τη βία, ενώ η χρήση δύναμης επιτρέπεται μόνο σε περιορισμένες περιπτώσεις — αυτοάμυνα, προστασία προσωπικού, άμεση απειλή κατά αμάχων. Λειτουργεί δηλαδή ως δύναμη παρακολούθησης και διαμεσολάβησης, όχι ως μηχανισμός επιβολής αφοπλισμού· σχεδιάστηκε χωρίς επαρκή ικανότητα επιβολής σε ένα περιβάλλον όπου ο βασικός παραβάτης ήταν μια βαριά οπλισμένη, πολιτικά ριζωμένη οργάνωση. Η ίδια η ύπαρξη της επιστολής του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, της 1ης Ιουνίου 2026, με τρεις εναλλακτικές προτάσεις για διάδοχη παρουσία 1.980 έως 5.525 στελεχών, δείχνει την επίγνωση —ακόμη και εντός του ΟΗΕ— ότι το υφιστάμενο σχήμα έχει φτάσει στα όριά του.

Η 1701 και η πραγματικότητα στο έδαφος

Η Απόφαση προέβλεπε παύση εχθροπραξιών, αποχώρηση ισραηλινών δυνάμεων και —κυρίως— μια ζώνη μεταξύ Blue Line και Λιτάνι ελεύθερη από κάθε ένοπλο προσωπικό και όπλα πλην του λιβανικού κράτους και της UNIFIL, καθώς και τον αφοπλισμό όλων των ένοπλων ομάδων. Η πραγματικότητα υπήρξε διαφορετική: η 1701 παραβιαζόταν επί χρόνια, με την ίδια τη UNIFIL να παραδέχεται ότι τόσο η παρουσία ισραηλινών στρατιωτών σε λιβανικό έδαφος όσο και τα παράνομα όπλα στον νότο συνιστούν παραβιάσεις. Το κείμενο επισημαίνει ότι μια σοβαρή ανάλυση δεν χρειάζεται να «λευκάνει» τις ισραηλινές παραβιάσεις για να αναδείξει το κεντρικό πρόβλημα: ο πυρήνας της 1701 —η αποστρατιωτικοποίηση νότια του Λιτάνι— ουδέποτε εδραιώθηκε.

Τα στοιχεία γίνονται πιο αποκαλυπτικά όταν προέρχονται από μη ισραηλινές πηγές: η UNIFIL αναφέρει περισσότερες από 360 μη εξουσιοδοτημένες κρύπτες όπλων από την εκεχειρία της 27ης Νοεμβρίου 2024 έως τον Νοέμβριο του 2025, ενώ ανάλυση του CSIS του 2024 κατέγραψε, μέσω γεωεντοπισμού, επιθέσεις της Χεζμπολάχ με αντιαρματικούς πυραύλους ακριβώς από τη ζώνη που υποτίθεται ότι έπρεπε να είναι απαλλαγμένη. Πρόκειται, συνεπώς, για στρατηγική αποτυχία εφαρμογής, όχι για σποραδικές αστοχίες.

Η Χεζμπολάχ ως στρατηγικός πληρεξούσιος του Ιράν

Για να γίνει κατανοητό γιατί το Ισραήλ τη βλέπει ως μείζονα απειλή εθνικής ασφαλείας, το κείμενο εξετάζει τη φύση της οργάνωσης. Το Council on Foreign Relations τη χαρακτηρίζει ταυτόχρονα σιιτικό πολιτικό κόμμα και ένοπλη οργάνωση που λειτουργεί ως πληρεξούσιος του Ιράν, του σημαντικότερου ευεργέτη της· το βρετανικό House of Commons Library επιβεβαιώνει ότι το Ιράν παραμένει ο βασικός υποστηρικτής, ενώ η οργάνωση εξακολουθεί να απορρίπτει τον αφοπλισμό. Η οικονομική διάσταση είναι τεκμηριωμένη: το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών ανέφερε τον Νοέμβριο του 2025 ότι η Δύναμη Κουντς είχε μεταφέρει πάνω από 1 δισ. δολάρια στη Χεζμπολάχ από τον Ιανουάριο του ίδιου έτους, κυρίως μέσω εταιρειών συναλλάγματος, ενώ ήδη από τον Ιανουάριο του 2024 περιέγραφε δίκτυα ιρανικών εμπορευμάτων που παρήγαν εκατοντάδες εκατομμύρια για την IRGC-QF και τη Χεζμπολάχ. Η σύγχρονη δυναμική του 2026 το επιβεβαιώνει: μετά την έναρξη της αμερικανοϊσραηλινής εκστρατείας κατά του Ιράν τον Φεβρουάριο, η Χεζμπολάχ άνοιξε πυρ «σε αλληλεγγύη προς το Ιράν», μετατρέποντας το βόρειο μέτωπο στο πιο άμεσο προγεφύρωμα της ιρανικής στρατηγικής πίεσης.

Αν η καταγγελία επιβεβαιωθεί

Τυχόν επιβεβαίωση θα ήταν εκρηκτική: όχι απλή «παρεκτροπή» μεμονωμένων στελεχών, αλλά υπονόμευση της ουδετερότητας μιας διεθνούς αποστολής. Μέχρι τότε, η ορθή στάση είναι η νηφαλιότητα. Το ζήτημα όμως δεν είναι νέο: τον Νοέμβριο του 2025, η Jerusalem Post, επικαλούμενη το Army Radio, είχε μεταδώσει φόβους του IDF ότι φωτογραφίες κινήσεών του διοχετεύονταν στη Χεζμπολάχ — αναφορές που η UNIFIL απέρριψε ως ψευδείς. Το βαθύτερο πρόβλημα δεν είναι αν κάποια στελέχη υπερέβησαν τον ρόλο τους, αλλά ότι ένα μοντέλο διεθνούς παρουσίας χωρίς ικανότητα επιβολής παρήγαγε το αντίθετο από όσα υποσχόταν: όχι αποστρατιωτικοποίηση, αλλά συνύπαρξη με μια παραστρατιωτική πραγματικότητα. Όπως σημειώνουν η ευρωπαϊκή υπηρεσία ασύλου και το βρετανικό Κοινοβούλιο, ο ρόλος της UNIFIL ήταν να στηρίζει την κρατική εξουσία, όχι να αφοπλίζει τη Χεζμπολάχ· γι' αυτό η κριτική πρέπει να στρέφεται όχι κατά του ΟΗΕ συλλήβδην, αλλά κατά μιας επιχειρησιακά ανεπαρκούς αρχιτεκτονικής.

Η σημασία για Ελλάδα, Κύπρο και Ανατολική Μεσόγειο

Το θέμα δεν είναι μακρινό για την Ελλάδα, που συμμετέχει στη UNIFIL με μία φρεγάτα μέσω της Maritime Task Force, με σκοπό τη στήριξη του λιβανικού ναυτικού και την αποτροπή θαλάσσιας εισόδου όπλων· η σταθερότητα στον νότιο Λίβανο αγγίζει άμεσα ελληνικά συμφέροντα. Η Κύπρος λειτουργεί επανειλημμένα ως κόμβος εκκενώσεων σε περιόδους κρίσης — όπως το 2006, όταν διακινήθηκαν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι — άρα η αστάθεια αποτελεί γι' αυτήν ζήτημα πολιτικής προστασίας. Υπάρχει και η ενεργειακή διάσταση: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει χαρακτηρίσει τον Great Sea Interconnector Ισραήλ-Κύπρου-Ελλάδας έργο κοινού ενδιαφέροντος και «ενεργειακό διάδρομο», ενώ τον Μάιο του 2026 αναγνώρισε ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή ασκεί ανοδική πίεση στις τιμές ενέργειας. Έτσι, η αποτυχία περιορισμού ενός ιρανικού πληρεξουσίου δεν είναι μόνο ισραηλινό πρόβλημα, αλλά ζήτημα ασφάλειας θαλάσσιων γραμμών και ευρωπαϊκής ανθεκτικότητας.

Η νομιμότητα οφείλει να είναι ίση

Το συμπέρασμα: η διεθνής νομιμότητα δεν μπορεί να λειτουργεί μόνο ως λεξιλόγιο ελέγχου του Ισραήλ· για να έχει αξιοπιστία, πρέπει να περιορίζει και τις ένοπλες μη κρατικές οργανώσεις και τους κρατικούς προστάτες τους. Η 1701 ζητούσε και αφοπλισμό της Χεζμπολάχ και κρατικό μονοπώλιο ισχύος· είκοσι χρόνια μετά, το σκέλος αυτό παραμένει ανενεργό, όπως αναγνωρίζουν ο ΟΗΕ, το AP και ευρωπαϊκές αναλύσεις. Το Ισραήλ δεν ζητά ειδική μεταχείριση, αλλά ίση εφαρμογή των κανόνων. Χωρίς βούληση επιβολής, στήριξη στο λιβανικό κράτος και πραγματικό κόστος για τη Χεζμπολάχ, η διεθνής επιτήρηση εκφυλίζεται σε διαχειριστική αυταπάτη — μια αυταπάτη που απειλεί όχι μόνο το Ισραήλ, αλλά τη σταθερότητα ολόκληρης της Ανατολικής Μεσογείου, άρα και τα συμφέροντα της Ελλάδας και της Κύπρου.


* Ο Γιαακώβ Χαλιώτης είναι ιδρυτής της συμβουλευτικής εταιρείας Group of Verified Intelligence και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας έχει δραστηριοποιηθεί σε μια σειρά από μεγάλους οργανισμούς, όπου ηγήθηκε ομάδων ψηφιακής επικοινωνίας, αξιοποιώντας digital analytics και insights, ώστε Διευθύνοντες Σύμβουλοι, Γενικοί Διευθυντές και ακόμα Υπουργοί της βρετανικής κυβέρνησης να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες και αποτελεσματικές αποφάσεις.

Έχει διατελέσει Digital Strategy Manager στο National Lottery του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο το 2016, εργάστηκε στο Υπουργείο

Παιδείας της Αγγλίας την περίοδο της πανδημίας και, στη συνέχεια, ανέλαβε τον ρόλο του Global Brand Analytics Lead στη Shell, την πετρελαϊκή εταιρεία. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο, με καταγωγή από την Κεφαλονιά. Είναι ενεργό μέλος του Jewish Diplomatic Corps του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου, όπου συμβάλλει στην παγκόσμια εβραϊκή διπλωματική δράση, με έμφαση στην αντιμετώπιση του αντισημιτισμού και του αντισιωνισμού.