HΠΑ-Ιράν: Σκληρό πόκερ χωρίς νικητές
Shutterstock
Shutterstock

HΠΑ-Ιράν: Σκληρό πόκερ χωρίς νικητές

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν κινούνται σε επικίνδυνες ατραπούς, όπου η ειρήνη από την γενικευμένη ανάφλεξη μοιάζουν να απέχουν μόλις λίγα χιλιοστά. Οι πληροφορίες που διακινούνται από Ουάσινγκτον και Τεχεράνη είναι αρκετά συγκεχυμένες και αντικρουόμενες.

Το βέβαιο είναι πως οι δύο πλευρές επιλέγουν προσεκτικά τις κινήσεις τους, διατηρώντας ταυτόχρονα ανοιχτές εναλλακτικές και μοχλούς πίεσης. Την ίδια ώρα, οι αγορές και οι τιμές του πετρελαίου παλινδρομούν μεταξύ ανόδου και πτώσης αντανακλώντας την αβεβαιότητα της έκβασης των συζητήσεων. Με την εκεχειρία να ολοκληρώνεται και τα περιθώρια να στενεύουν επικίνδυνα, το βασικό ερώτημα παραμένει: θα επικρατήσει η λογική ή το χάος;

Στον πυρήνα της έντασης βρίσκονται τρία βασικά «αγκάθια» που εμποδίζουν την επίτευξη μιας σταθερής και μακρόπνοης συμφωνίας. Πρώτον, η ασφάλεια και η απρόσκοπτη λειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαύλους παγκοσμίως και οποιαδήποτε διαταραχή στη ναυσιπλοΐα θα μπορούσε να έχει άμεσες και εκτεταμένες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.

Η περιοχή αποτελεί κόμβο στρατηγικής σημασίας, γεγονός που την καθιστά ταυτόχρονα και πεδίο έντονου ανταγωνισμού. Αποτελεί ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα, ικανό να τινάξει στον αέρα τη διαπραγμάτευση συνολικά. Παράλληλα, το κλείσιμο των Στενών συνιστά βασικά εργαλείο μόχλευσης του Ιράν κάθε φορά που οι ΗΠΑ ή το Ισραήλ παραβιάζουν του όρους της εκεχειρίας.

Δεύτερον, το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν εξακολουθεί να αποτελεί σημείο βαθιάς διαφωνίας. Η Ουάσινγκτον επιδιώκει αυστηρό πλαίσιο περιορισμών, παύση εμπλουτισμού ουρανίου και διαρκή διεθνή επιτήρηση, ενώ η Τεχεράνη αντιλαμβάνεται τις απαιτήσεις αυτές ως υπέρβαση των ορίων της εθνικής της κυριαρχίας αλλά και του Διεθνούς Δικαίου. Το έλλειμμα εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών παραμένει έντονο, καθιστώντας δύσκολη οποιαδήποτε ουσιαστική πρόοδο.

Τρίτον, το ζήτημα των δεσμευμένων ιρανικών κεφαλαίων στο εξωτερικό λειτουργεί ως ακόμη ένας κρίσιμος κόμβος. Για το Ιράν, η αποδέσμευσή τους αποτελεί προϋπόθεση οικονομικής ανάσας και ένδειξη καλής θέλησης. Για τις ΗΠΑ, αντίθετα, συνιστούν ένα ισχυρό διαπραγματευτικό εργαλείο. Η σύγκρουση συμφερόντων στο συγκεκριμένο πεδίο επιτείνει το αδιέξοδο.

Παρά τις αντικρουόμενες προσεγγίσεις και τις συχνά συγκεχυμένες πληροφορίες που διακινούνται, διαφαίνεται μια κοινή, αν και άρρητη, παραδοχή: καμία πλευρά δεν επιδιώκει τη συνέχιση των εχθροπραξιών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν να σταθμίσουν τις οικονομικές επιπτώσεις και το γεωπολιτικό κόστος μιας νέας εστίας αποσταθεροποίησης στη Μέση Ανατολή, ενώ το Ιράν βρίσκεται αντιμέτωπο με σημαντικές οικονομικές πιέσεις και εσωτερικές προκλήσεις.

Υπό αυτό το πρίσμα, η διατήρηση της εκεχειρίας φαντάζει ως το πιθανότερο σενάριο βραχυπρόθεσμα. Η εύθραυστη αυτή συνθηκολόγηση, δεν αποτελεί βέβαια, ένδειξη οριστικής επίλυσης και διαρκούς ειρήνης, αλλά μάλλον μια αναγκαία παύση σε έναν κύκλο κλιμακούμενου κόστους που καμία πλευρά δεν μπορεί πλέον να αντέξει. Η δυναμική της σύγκρουσης, όπως έχει ήδη διαμορφωθεί, ωθεί τόσο την Ουάσινγκτον όσο και την Τεχεράνη σε μια ρεαλιστική, έστω και απρόθυμη, αποδοχή συμβιβασμών, επειδή αντιλαμβάνονται πως συνέχιση της αντιπαράθεσης συνεπάγεται μόνο μεγαλύτερες απώλειες και αβεβαιότητα.

Έτσι, όταν πέσει η σκόνη και καταλαγιάσει ο θόρυβος της σύγκρουσης, το ερώτημα δεν θα είναι ποιος κέρδισε, αλλά αν το κόστος αυτού του πολέμου δικαιολόγησε τα περιορισμένα του αποτελέσματα.


*Ο Δημήτρης Τζανιδάκης είναι Διεθνολόγος και Πολιτικός Επιστήμονας, μέλος του ΔΣ του Δικτύου για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη