field_kentriki_fotografia
«Ήταν οι καλύτεροι καιροί, ήταν οι χειρότεροι καιροί»: Όταν αλλάζει πλευρό η Ιστορία.

Τσαρλς Ντίκενς «Ιστορία δυο πόλεων», Μετάφραση: Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Ψυχογιός, σελ. 552

«Ήταν οι καλύτεροι καιροί, ήταν οι χειρότεροι καιροί, ήταν η εποχή της σοφίας, ήταν η εποχή της ανοησίας, ήταν τα χρόνια της πίστης, ήταν τα χρόνια της δυσπιστίας, ήταν η εποχή του Φωτός, ήταν η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας, ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε τα πάντα μπροστά μας, δεν είχαμε τίποτε μπροστά μας, πηγαίναμε όλοι γραμμή για τον Παράδεισο, πηγαίναμε γραμμή όλοι προς την αντίθεση κατεύθυνση…».

Το μυθιστόρημα με την ανυπέρβλητη πια μυθική του αρχή, «Ιστορία δύο πόλεων», αποτελεί κατά κοινή ομολογία το καλύτερο, συγκλονιστικότερο και το πιο οργισμένο βιβλίο του συγγραφέα. Και είναι ταυτοχρόνως η υπέρβασή του, όντας μια ζωή αταξίδευτος κάτοικος Λονδίνου, περιγράφει μοναδικά το Παρίσι και μάλιστα το ταραγμένο και αιματοβαμμένο Παρίσι πριν και κατά την Γαλλική Επανάσταση, κατορθώνει να περιγράψει τον όχλο, σωματοποιώντας σχεδόν την ανάγκη και την οργή του. Σε σημείο που ο Χάρολντ Μπλουμ να γράψει στον οδηγό του για την «Ιστορία δύο πόλεων»[Charles Dickens’s A Tale of Two Cities, Chelsea House, 2007]:

«Στην πραγματικότητα, αυτό που μας γοητεύει στην “Ιστορία δύο πόλεων” δεν είναι οι λόγοι που συνήθως μας θέλγουν στον συγγραφέα τους, αλλά το αντίθετό τους. Ο χαρακτήρας των προσώπων, ένα δυνατό σημείο του Ντίκενς, αντικαθίσταται από τον αλησμόνητο χαρακτήρα του πλήθους, που “εκείνη την εποχή δε σταματούσε πουθενά κι ήταν ένα τέρας που το έτρεμαν”. Παρόμοια, δεν απολαμβάνουμε την Ιστορία δύο πόλεων για το συναίσθημά της, αλλά για τη βία της. Το μυθιστόρημα είναι αναμφίβολα το πιο θυμωμένο βιβλίο του Ντίκενς, επειδή η οργή εδώ είναι ακαταπράυντη. Ο θάνατος και η σήψη βασιλεύουν στους δρόμους του Λονδίνου, και του Παρισιού επίσης».

Τώρα, καθαρά για το ιστορικό πλαίσιο και το στίγμα του βιβλίου: Δύο πόλεις, το Λονδίνο και το Παρίσι, στη δίνη της Γαλλικής Επανάστασης, διατρέχουν με τους ανθρώπους τους την επική, γεμάτη αγωνία αυτή αφήγηση, αναδεικνύοντας με έναν μοναδικό τρόπο πώς η Ιστορία μπορεί να διαλύσει τον ανθρώπινο βίο, τα ανθρώπινα πάθη, τις επιθυμίες και τα όνειρα κάθε ατόμου. Ωστόσο, η επιβλητική μορφή του Σίντνεϊ Κάρτον έρχεται να μας θυμίσει πως υπάρχει ελπίδα και πίστη ακόμα και στις πιο σκοτεινές, απελπισμένες στιγμές. Η ελεύθερη βούληση και ο ανθρώπινος παράγων μπορεί να ανατρέψει τα πάντα.

Υπενθυμίζοντάς μας το γεγονός ότι τα έργα δημοσιεύονταν σε συνέχειες στις εφημερίδες της εποχής, άρα όφειλαν να κρατούν το αναγνωστικό ενδιαφέρον αμείωτο, και το ότι ο Ντίκενς υπήρξε όσο κανείς άλλος ο εκφραστής της εποχής του, έχοντας ζήσει τα καλά και τα κακά της ως το μεδούλι (μετά από μια πλούσια ζωή, φυλακίστηκε ο πατέρας του και αναγκάστηκε να δουλέψει σκληρά για να επιβιώσει και να ξεχρεώσει, ωστόσο κατόρθωσε να γίνει ο μεγαλύτερος και δημοφιλέστερος συγγραφέας επί των ημερών του), χωρίζει το βιβλίο σε τρία μέρη.

Στα δύο πρώτα, οι ζωές των βασικών ηρώων περιπλέκονται μοιραία, ανάμεσα στο Λονδίνο και στο Παρίσι, με φόντο την πολιτική αναταραχή που θα οδηγήσει στην επανάσταση του 1789 και στην πτώση της Βαστίλης. Το τρίτο μέρος αφιερώνεται αποκλειστικά στο Παρίσι, κατά την περίοδο της εγκαθίδρυσης της 1ης Γαλλικής Δημοκρατίας το 1792, ή «Βασιλείας του Τρόμου», όπως ονομάστηκε, λόγω των μαζικών εκτελέσεων στην γκιλοτίνα. Εκεί κορυφώνεται η πλοκή. Ξεχασμένα και θαμμένα οικογενειακά μυστικά αποκαλύπτονται και οδηγούν στα μη αναστρέψιμα γεγονότα ενός συγκλονιστικού τέλους.

Είθισται οι μεγάλοι κλασικοί συγγραφείς να χρησιμοποιούν πρωτοεπίπεδα το μυστήριο και την πλοκή για να σαγηνεύσουν και τον πιο απλό αναγνώστη.

Καθαρά στην ιστορία του τώρα: Ο γιατρός Μανέτ, έπειτα από δεκαπενταετή άδικη φυλάκιση σε έναν από τους πύργους της Βαστίλης, θα αφεθεί ελεύθερος. Απελπισμένος και μόνος, δουλεύει τώρα σε μια σοφίτα στο Παρίσι ως παπουτσής. Μια τέχνη που έμαθε στη φυλακή για να διοχετεύσει τον πόνο που του προκαλούσε ο χαμός της γυναίκας του. Αλλά ταυτοχρόνως η Λούσι, κόρη του Μανέτ, μεγαλώνει στο Λονδίνο, θεωρώντας τον για νεκρό. Από τον τραπεζικός Λόρι, παλιό οικογενειακό φίλο των Μανέτ, θα μάθει ότι ο πατέρας της ζει και θα την συνοδεύσει στο Παρίσι για να τον φέρει πίσω στο Λονδίνο.

Το τρίτο μέρος διαδραματίζεται κατά την περίοδο της εγκαθίδρυσης της 1ης Γαλλικής Δημοκρατίας το 1792, ή «Βασιλείας του Τρόμου», όπως ονομάστηκε, λόγω των μαζικών εκτελέσεων στην γκιλοτίνα.

Ο πατέρας της σε κατάσταση σύγχυσης από το μεγάλο ψυχολογικό τραύμα που έχει υποστεί, νομίζει αρχικά, βλέποντας τα μαλλιά της, ότι είναι η μητέρα της. Σαν από θαύμα τότε την αναγνωρίζει.

Εκείνη τη χρονική στιγμή εμφανίζεται στη ζωή τους ο Τσαρλς Ντάρνεϊ, γαλλικής καταγωγής νέος, ανιψιός του μαρκησίου Εβρεμόντ, ο οποίος κρατάει κρυφό τον τίτλο του, παντρεύεται τη Λούσι και διαμένει στο Λονδίνο, ασκώντας το επάγγελμα του καθηγητή - μεταφραστή. Αγνοώντας ότι ο πεθερός του ήταν μάρτυρας ενός φρικτού εγκλήματος που είχαν διαπράξει οι μαρκήσιοι θείοι του και γι’ αυτό με δόλο τον καταδίκασαν στη Βαστίλη.

Ο θεσμός της βασιλείας στη Γαλλία είναι σαθρός και καταπιεστικός για τον λαό, το Παρίσι έχει γεμίσει εξαθλιωμένους και στο καπηλειό του ζεύγους Ντεφάρζ, όπου μαζεύονται συνωμότες και κατάσκοποι, μυστικά ζυμώνεται η επανάσταση.  

Το 1792, οι αμαρτίες των Εβρεμόντ θα φέρουν τον Ντάρνεϊ ξανά στο Παρίσι. Η Επανάσταση ξεσπά. Γυναίκες μετρούν με τους πόντους του πλεκτού τους κεφάλια που πέφτουν κατά δεκάδες από την γκιλοτίνα. Η γρήγορη και αποτελεσματική λεπίδα, ο «εθνικός μπαρμπέρης», ενθουσιάζει το αιμοχαρές πλήθος, συμμορίες σφαγέων από «πατριώτες πολίτες» χορεύουν αυτοσχεδιαστικά τον ανατριχιαστικό χορό της «Καρμανιόλας», λατρεύοντας έτσι με διεστραμμένη κατάνυξη την εφεύρεση της «Αγίας Γκιλοτίνας». Δεν υπάρχουν αθώοι ή ένοχοι, μόνο ύποπτοι μοναρχικοί ή κρυπτοαριστοκράτες οδηγούμενοι μέσα σε αγροτικά ξύλινα κάρα προς το ικρίωμα. Ο Ντίκενς “βλέπει” στα κάρα των επαναστατών μεταμορφωμένες από τον Χρόνο τις πρώην άμαξες των μοναρχών και ευγενών.

Και τότε, ο Σίντνεϊ Κάρτον, ο ασήμαντος δικηγόρος με την έντονη φυσιογνωμική ομοιότητα, σχεδόν σωσίας του Ντάρνεϊ, αντισταθμίζει με την υπέρτατη πράξη αυτοθυσίας του το χάος και την τρέλα του ατελείωτου αιματοκυλίσματος. Ο αθώος Κάρτον, ένας άνθρωπος ευγένεια ψυχής, υπερβαίνοντας τον Τρόμο των περιστάσεων, θα σώσει τον Ντάρνεϊ από την άδικη καταδίκη σε θάνατο για το όνομα Εβρεμόντ. Αποδεικνύοντας ότι το ανθρώπινο σθένος υπερβαίνει και την πιο σκοτεινή εκδοχή της Ιστορίας.

Η «Ιστορία δύο πόλεων» παραμένει έως σήμερα ένα από τα πλέον αγαπημένα έργα του Ντίκενς, που έχει μεταφερθεί πολλές φορές στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, και την ίδια στιγμή αποτελεί ένα από τα πλέον κορυφαία μυθιστορήματα που γράφηκαν ποτέ.

Ο Τσέστερτον, στην κριτική του για το μυθιστόρημα «Ιστορία δύο πόλεων», σημειώνει ότι ο Τσαρλς Ντίκενς ως «Κόκνεϊ», δηλαδή γέννημα θρέμμα Ανατολικολονδρέζος, είχε ταξιδέψει επιδερμικά στην Ευρώπη. Το Λονδίνο ήταν η μόνη πόλη που γνώριζε πραγματικά, ενώ το Παρίσι τού ήταν άγνωστο. Ωστόσο, έκανε κάτι εκπληκτικό. Αντλώντας στοιχεία από το τρίτομο έργο «Η Γαλλική Επανάσταση: Μια ιστορία» του Σκωτσέζου φιλοσόφου Τόμας Καρλάιλ, παρουσίασε μια ζωντανή και δυναμική λογοτεχνική απεικόνιση της Γαλλικής Επανάστασης, έτσι ώστε το αναγνωστικό κοινό της εποχής να αντιληφθεί την ιστορική πραγματικότητα περισσότερο μέσα από τη δική του ιδιοφυή μυθοπλασία παρά από τη μελέτη του Καρλάιλ. Αποδεικνύοντας ότι η ιστορία κάθε μεγάλου συγγραφέα υποδεικνύει την αλήθεια της, τελικά, στον συγγραφέα. Καθώς, επίσης, και το ότι η μεγάλη λογοτεχνία ως καθρέφτης της εποχής διασώζει, εν τέλει, την Ιστορία πλάι στην επίσημη Ιστορία. Η οποία φροντίζει μονάχα για τις μάχες, τους ήρωες, τις χρονολογίες και τους νεκρούς.

Όλα τα άλλα, ατμόσφαιρα, ανθρώπινη συνθήκη, κοινωνική αναγκαιότητα, πολιτισμός, καθημερινότητα και ηθική, παραμένουν ζωντανά χάρη στη Μεγάλη Λογοτεχνία.