7ος χρόνος, ημέρα 2149η
Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2021

Γιατί έκατσαν να ακούσουν το παραλήρημα του ΚΚΕ, στην κηδεία του Μίκη;

Στη χώρα των θαυμάτων, έγινε κι αυτό. Ο Αρχιεπίσκοπος της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας της Ελλάδος, συλλειτούργησε σε αυτήν την άτυπη κηδεία του Μίκη Θεοδωράκη, με τον εγχώριο Αρχιεπίσκοπο της κομμουνιστικής θρησκείας, μέσα σε ένα σκηνικό συναίνεσης της εκκλησίας, του σφυροδρέπανου, του αθεϊσμού και όλου του πολιτικού φάσματος.

Και ναι, στη χώρα των θαυμάτων, η μηχανή του χρόνου με αφορμή το θάνατο του κορυφαίου μουσικοσυνθέτη, μετέφερε τον πολιτικό διάλογο πίσω στον εμφύλιο πόλεμο, διότι αυτό είναι το μόνο σημείο αναφοράς, που έχει το ΚΚΕ με την ιστορία. Και έκατσαν, όχι μόνο εκατοντάδες πολίτες που συμμετείχαν το «προσκύνημα» του Μίκη, όχι μόνο χιλιάδες τηλεθεατές που παρακολουθούσαν την τελετή, αλλά και ολόκληρος ο πολιτικός κόσμος, να ακούσουν την ομιλία, διάγγελμα, πρόσκληση, αλλά και πρόκληση του ΚΚΕ. Έκατσαν να ακούσουν ένα εμμονικό παραλήρημα με αναφορές σε άλλους κόσμους και σε άλλες εποχές. Με μια σειρά επιχειρημάτων και εικόνων, που ουδεμία σχέση έχουν με την σύγχρονη ελληνική αστική δημοκρατία.

Άκουσαν «για τα τσακάλια του αντικομμουνισμού, τα αντικομμουνιστικά μνημόνια του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ανιστόρητη εξομοίωση των θυμάτων με τους θύτες, των εγκληματιών με τους ήρωες, των κατακτητών με τους απελευθερωτές και των ναζιστών με τους κομμουνιστές».

Άκουσαν την αναφορά στον δήθεν διάλογο με τον Μίκη, ότι «αν υπήρχε επιτύμβιο επίγραμμα που θα επιθυμούσε να χαραχτεί στον τάφο του, θα ήταν: Πολέμησε τον Δεκέμβρη», πράγμα που φυσικά δεν πιστοποιείται από τις λεπτομερείς οδηγίες που είχε δώσει ο Μίκης Θεοδωράκης στους έμπιστους φίλους του, για την ταφή του.

Αδιόρθωτο το ΚΚΕ, εγκλωβισμένο στο εμμονικό σταλινικό μικρόκοσμο του, με ιδιαίτερη ευκολία προπαγανδίζει ακόμα, υπέρ της πολιτικής του και της δράσης του, που κράτησε την Ελλάδα πίσω, αμέσως μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Τη στιγμή που ξαναγεννιόταν η Ευρώπη, τη στιγμή που οι μεγάλες δυνάμεις είχαν καθορίσει τους παγκόσμιους συσχετισμούς, μια μικρή ομάδα αγράμματων και φανατικών ανθρώπων, αιματοκύλησαν για τέσσερα ακόμα χρόνια το τόπο, οδηγώντας τον, σχεδόν στην πλήρη καταστροφή.

Κι η αναφορά στον «Δεκέμβρη», αυτό ακριβώς προσπαθεί να επιτύχει. Να δικαιώσει την επιλογή της απόρριψης της αρχικής στάσης του ΚΚΕ και του ΕΑΜ –ΕΛΑΣ στο Βρετανικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολή (1943), στις Συμφωνίες του Λιβάνου (1944), της Καζέρτας (1944), τον Δεκέμβριο 1944, καθώς και στη Συμφωνία της Βάρκιζας (1946) και να εκκινήσει με την επίθεση ομάδας ανταρτών στο Σταθμό Χωροφυλακής του Λιτόχωρου, τη νύχτα της 30ής Μαρτίου 1946, ανήμερα των βουλευτικών εκλογών, έναν σκληρό πόλεμο ανατροπής της αστικής δημοκρατίας στην Ελλάδα.

Να δικαιωθεί, που όχι δεν ταυτίστηκε με τις σαφέστατες και ξεκάθαρες θέσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, που είχαν εκφραστεί τόσο από τον Στάλιν, όσο και τον Δημητρώφ, υπέρ της συμμετοχής του ΕΑΜ στις εκλογές του 1946, αλλά αντίθετα επέλεξε την γενικευμένη ένοπλη εξέγερση, για την οποία γνώριζε εκ των προτέρων η ηγεσία του ΚΚΕ, ότι δεν θα βρει την παραμικρή υλική και ηθική υποστήριξη.

Το απομονωμένο διεθνώς ΚΚΕ, κατέστρεφε τη χώρα για τέσσερα χρόνια παριστάνοντας ότι έδινε τη μάχη του διεθνισμού. Όπως το ίδιο αναφέρει στα αρχεία του, «ο αγώνας ήταν αγώνας διεθνιστικός και εκπλήρωσε και αυτήν τη φορά στο ακέραιο το διεθνιστικό χρέος του απέναντι στην εργατική τάξη και τα άλλα Κομμουνιστικά Κόμματα, με τεράστιες θυσίες και με τρόπο μοναδικό στον καπιταλιστικό ευρωπαϊκό χώρο. Ο Δημοκρατικός Στρατός λειτούργησε ως ασπίδα των Λαϊκών Δημοκρατιών της Αλβανίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στα κρίσιμα χρόνια 1946 – 1949.» Δηλαδή, στο όνομα του διεθνισμού, το ΚΚΕ κατέστρεφε τη χώρα και έχει θράσος και μιλάει.

Και ναι, σε αυτούς τους ανθρώπους, που ανερυθρίαστα τολμούν το 2021 να υπερηφανεύονται για το αιματοκύλισμα της Ελλάδας μετά τον πόλεμο, στο όνομα διεθνιστικών ονειρώξεων και παγκόσμιων ανατροπών, δόθηκε για μια ακόμα φορά το βήμα, με την ευκαιρία του θανάτου του Μίκη Θεοδωράκη. Και έκατσαν οι θεσμοί της χώρας, οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης και των πολιτικών κομμάτων, να ακούν και να νομιμοποιούν δια της παρουσίας τους, τον βιασμό της ιστορίας και της λογικής και να ανέχονται τις ύβρεις και τα εμετικά συνθήματα των Κνιτών, που έσπευσε να καλύψει πολιτικά και ο Σύριζα.

Ο αντίλογος αναφέρει, ότι η κυβέρνηση κοιτάει μόνο μπροστά και δεν ασχολείται με το παρελθόν. Όμως τα ψαρέματα της αντιπολίτευσης στα θολά και βρώμικα νερά του παρελθόντος, μπορεί να επιφυλάσσουν, δυσάρεστες εκπλήξεις. Η προσπάθεια του ΚΚΕ να προσεταιριστεί τον νεκρό για το συμφέρον του, λησμονώντας την γενικότερη πολιτική διαδρομή του Μίκη, ακόμα και τον χαρακτηρισμό «γενίτσαροι» που είχε χρησιμοποιήσει ο ίδιος το 1976 για τους Κνίτες, δείχνει απόλυτη έλλειψη σεβασμού και προσπάθεια πολιτικής τυμβωρυχίας.