Ελληνικό και Eldorado θα στείλουν το σωστό μήνυμα στους επενδυτές

Ελληνικό και Eldorado θα στείλουν το σωστό μήνυμα στους επενδυτές

Τόνο αισιοδοξίας ότι κάτι επιτέλους αλλάζει στην Ελλάδα, ότι οι επενδυτές είναι ευπρόσδεκτοι, και ότι όσοι εναντιώνονται στην πρόοδο αποτελούν παρελθόν, δίνει ο αγώνας δρόμου για να ξεμπλοκάρουν επενδύσεις σαν το Ελληνικό και τις Σκουριές, δηλώνει στο Liberal.gr, ο πρώην υπουργός Οικονομικών Γκίκας Χαρδούβελης, θεωρώντας ότι το ξεπάγωμα των μεγάλων έργων πρέπει να είναι ο υπ'' αριθμόν ένας στόχος της οικονομικής πολιτικής της νέας κυβέρνησης.

Χαρακτηρίζει εφικτή μια ανάπτυξη της τάξης του 4%, εφόσον η νέα κυβέρνηση καταφέρει να πετύχει αύξηση των επενδύσεων κατά περίπου 20% το 2020, γεγονός που, όπως λέει, θα φέρει επιπλέον έσοδα γύρω στο 1% του ΑΕΠ, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μαξιλάρι για μείωση των φορολογικών συντελεστών.

Στο ερώτημα, αν αυτά τα παραπάνω έσοδα, επαρκούν προκειμένου να υπάρξει ο απαραίτητος δημοσιονομικός χώρος, που θα χρειαστεί του χρόνου ώστε να μειωθούν οι φόροι, δίχως να πληγεί ο στόχος για πλεόνασμα 3,5%, δηλώνει αισιόδοξος και θεωρεί ότι θα πρέπει να περιμένουμε την ανακοίνωση των συγκεκριμένων μέτρων και τον χρονικό τους ορίζοντα.

Εκφράζει επίσης την εκτίμηση ότι το όποιο φετινό δημοσιονομικό κενό, μπορεί να το καλύψουν τα επιπλέον έσοδα που θα προκύψουν το δεύτερο εξάμηνο, λόγω επιτάχυνσης της ανάπτυξης, προσθέτοντας πάντως ότι σε κάθε περίπτωση, η μείωση των πλεονασμάτων πρέπει να αποτελέσει όχι αυτοσκοπό, αλλά μια επιβράβευση ("ένα μπόνους") για την κυβέρνηση στη διάρκεια της τετραετίας που έρχεται. Το μήνυμα του, όπως και πολλών αναλυτών, είναι ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη, πρέπει πρώτα να τονώσει την οικονομία και μετά να αποδείξει στους εταίρους ότι τα μικρότερα πλεονάσματα που επιθυμεί, οδηγούν σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη

- Το ξεμπλοκάρισμα των επενδύσεων είναι καθοριστικό για να συντηρηθεί το κλίμα αισιοδοξίας για την ελληνική οικονομία και να πάρει μπροστά η οικονομία, Ποιες εμβληματικές επενδύσεις εκτιμάτε ότι μπορούν να δώσουν τον τόνο ότι γυρίζουμε σελίδα;

σΣίγουρα η επένδυση στο Ελληνικό, που περιμένουμε να ξεμπλοκάρει από το 2015 θα δώσει τόνο αισιοδοξίας ότι κάτι αλλάζει στη χώρα μας.  Ότι το Δασαρχείο ή η Αρχαιολογία δεν αποτελούν κράτος εν κράτει.  Ότι όσοι εναντιώνονται στην πρόοδο δεν μπορούν να ανακαλύπτουν διαρκώς νέα εμπόδια, κάνοντας χρήση της δαιδαλώδους νομοθεσίας μας και να καθυστερούν τις επενδύσεις που έχει ανάγκη ο τόπος. Επίσης αν επιλυθούν τα προβλήματα με την Eldorado στη Χαλκιδική, και αυτό θα περνούσε ένα νέο μήνυμα στους ξένους επενδυτές ότι είναι ευπρόσδεκτοι.

Βεβαίως, οι επενδύσεις που κυρίως χρειάζεται η χώρα μας  δεν είναι μόνον στις παραδοσιακές υποδομές ή την ενέργεια αλλά και τεχνολογικού περιεχομένου, στη λεγόμενη Νέα Οικονομία.  Και για να προχωρήσουν θα πρέπει και το Δημόσιο να ενσωματώσει την Πληροφορική στις δραστηριοτητές του.  Έτσι η έμφαση που φαίνεται να δίδεται σήμερα στο Υπουργείο Ψηφιακής διακυβέρνησης είναι ενθαρρυντική.

 - Όμως ταυτόχρονα υπάρχουν μεγάλες νάρκες, τύπου ΔΕΗ. Ποιες είναι οι μεγαλύτερες ωρολογιακές βόμβες;

Δυστυχώς υπάρχουν νάρκες.  Η ΔΕΗ απαξιώθηκε τα τελευταία 4 χρόνια. Η προοπτική του σχεδίου της «Μικρής ΔΕΗ» που νομοθετήθηκε το 2014 και που θα έφερνε έσοδα και ανταγωνισμό στον κλάδο τη ενέργειας παραγκωνίστηκε χωρίς σαφή αιτιολόγηση, παρά μόνον στη βάση ιδεοληψιών. Η απαξίωση της ΔΕΗ μπορεί να μην φαίνεται στα νούμερα ως αύξηση στο Δημόσιο Χρέος, όμως αποτελεί ανοιχτή πληγή, αφού επέφερε αύξηση του κινδύνου black out, απώλεια κυριαρχίας του Δημοσίου στον χώρο της ενέργειας, αλλά και μείωση της μετοχικής αξίας της συμμετοχής του Δημοσίου. 

Προβλήματα υπάρχουν και σε άλλες ΔΕΚΟ.  Όμως το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα, είναι αυτό των μη εξυπηρετούμενων δανείων στις τράπεζες.  Πρέπει να μειωθούν ώστε το χρηματοοικονομικό σύστημα να μπορεί να παρέχει την αναγκαία ρευστότητα στην οικονομία.  Όσο πιο γρήγορα επανέλθει στην κανονικότητα το χρηματοοικονομικό σύστημα, τόσο πιο γρήγορα θα εκτιναχθεί και η οικονομία προς τα μπρος.

- Τι ακριβώς μπορεί να γίνει με τις τράπεζες και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια;

Πολλά και καθυστερούμε.  Η προηγούμενη κυβέρνηση επέφερε πολλά δεινά στις τράπεζες και την οικονομία, πολύ περισσότερα από τον περιορισμό στη κίνηση κεφαλαίων.  Σας θυμίζω, για παράδειγμα, ότι το Δημόσιο ήδη έχασε περίπου 25 δισ ευρώ από τη μετοχική του αξία στις τράπεζες τον Νοέμβριο του 2015 με αιτία την ανερμάτιστη πολιτική της στον χρηματοοικονομικό τομέα, κάτι που πάλι δεν εμφανίζεται ως αύξηση του Δημόσιου Χρέους αλλά αποτελεί πραγματική απώλεια €25δις αφού αναιρεί ισόποσα από τη μελλοντική μείωση του χρέους.

Έφτασε η στιγμή να αρχίσουν να επιλύονται τα προβλήματα. Υπάρχουν στο τραπέζι δύο συμπληρωματικές προτάσεις για ταχύρρυθμη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μία από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και μία από την Τράπεζα της Ελλάδος.  Η πρώτη πρόταση μάλιστα είναι ήδη ώριμη αλλά περιέργως η προηγούμενη κυβέρνηση αδράνησε να την θέσει σε εφαρμογή.

- Πιστεύετε ότι υπάρχει δημοσιονομικός χώρος για να εφαρμοστούν όλα όσα ψηφίστηκαν πριν τις εκλογές; Και τι θα συμβεί αν προστεθούν «τρύπες» στις ήδη υφιστάμενες, όπως για παράδειγμα λόγω δικαστικών αποφάσεων για το ασφαλιστικό;

Η τρύπα φαίνεται μεγάλη φέτος και πρέπει κάπως να κλείσει. Πρεκλογικά ψηφίστηκαν παροχές 0,7% του ΑΕΠ που δεν είχαν αναπτυξιακό χαρακτήρα, προφανώς με γνώμονα την κάλπη.   Και ήδη η οικονομία δεν έτρεχε με τους προβλεπόμενους ρυθμούς του 2,5%.  Πιθανόν όμως το προηγούμενο κακό κλίμα ανάμεσα στους επενδυτές να αντιστραφεί στο δεύτερο εξάμηνο του 2019, οι ρυθμοί μεγέθυνσης της οικονομίας να επιταχυνθούν και ο στόχος του 3,5% πλεόνασμα για το 2019 τελικά να επιτευχθεί από τα επιπλέον έσοδα που εισρέουν αυτόματα από τη μεγαλύτερη αύξηση στην οκονομική δραστηριότητα.

Οι δικαστικές αποφάσεις αποτελούν απρόβλεπτο πρόσθετο επιβαρυντικό παράγοντα.  Ανησυχητικό θα είναι κυρίως αν επιβαρύνουν το επαναλαμβανόμενο ετήσιο κόστος των συντάξεων εφεξής.  Εδώ πιστεύω πρέπει να υπάρξει πολιτική παρέμβαση.

- Επίσης αν φέτος προκύψει δημοσιονομικό κενό, άραγε θα επιστρατευθεί ξανά η συγκράτηση δαπανών, κυρίως μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων;

Η νέα κυβέρνηση πρέπει να ακολουθήσει την ανακοινωθείσα πολιτική της.  Αυτή η πολιτική συνεπάγεται αύξηση, όχι μείωση των δημοσίων επενδύσεων.  Αυτό που έκανε η προηγούμενη κυβέρνηση, μειώνοντας τις δημόσιες επενδύσεις ώστε να παραχθούν υπέρ-πλεονάσματα που στη συνέχεια θα μοίραζε ως δώρα σε συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού ήταν εχθρικό προς την ανάπτυξη και το μέλλον των παιδιών μας.  Ας αποτελέσει μακρινή ανάμνηση.

- Το άλλο ερώτημα είναι κατά πόσο τα δημοσιονομικά περιθώρια θα επιτρέψουν τις εξαγγελίες της ΝΔ για μειώσεις στην φορολογία από το 2020, κάτι το οποίο θα πρέπει να περιλαμβάνεται στον προϋπολογισμό της επόμενης χρονιάς...

Αν καταφέρει η νέα κυβέρνηση να πετύχει αύξηση των επενδύσεων κατά περίπου 20% το 2020, τότε ο στόχος ανάπτυξης (ή μεγέθυνσης) 4% είναι εφικτός. Και η ανάπτυξη του 4% αντί για 2% θα φέρει επιπλέον έσοδα της τάξης του 1% του ΑΕΠ, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μαξιλάρι για μείωση των φορολογικών συντελεστών.  Το κύριο στοίχημα λοιπόν είναι οι επενδύσεις και το νέο ξεκίνημά τους.  Στη διάρκεια της κρίσης έπεσαν σχεδόν στο 1/3 του επιπέδου του 2007.  Αυτός πρέπει να είναι  ο υπ' αριθμόν ένα στόχος της οικονομικής πολιτικής.

Βεβαίως το λογιστικό ερώτημα στη συνέχεια είναι αν αρκούν αυτά τα επιπλέον έσοδα του περίπου 1% του ΑΕΠ για τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο που βραχυπρόθεσμα θα χρειαστεί ώστε να μειωθούν οι φορολογικοί συντελεστές χωρίς να πληγεί ο στόχος για πλεόνασμα 3,5%. Η απάντηση είναι ας περιμένουμε την ανακοίνωση των συγκεκριμένων δημοσιονομικών μέτρων και τον χρονικό τους ορίζοντα.  Πρώτον, μέχρι τώρα η νέα κυβέρνηση επιδεικνύει μια απίστευτη οργάνωση και πιθανολογώ ότι έχει προχωρήσει σε ποσοτικές αναλύσεις που να ικανοποιούν τις δεσμεύσεις για τα πλεονάσματα.  Δεύτερον, στα ποσοτικά στοιχεία του νέου οικονομικού προγράμματος θα πρέπει να συμφωνήσουν και οι εταίροι στην Ευρωζώνη. Προβλέπω πιθανή τη συνεχή διαβούλευση έως το Eurogroup του Σεπτεμβρίου.

- Επανέρχομαι στο αρχικό μου ενοχλητικό ερώτημα λοιπόν: Τι χρειάζεται για να τρέξουν οι επενδύσεις σε ένα τέτοιο ασφυκτικό δημοσιονομικό περιβάλλον;

Χρειάζεται το οικονομικό πρόγραμμα που θα ανακοινωθεί να είναι αξιόπιστο.  Να έχει ποσοτικοποιηθεί σε βαθμό που να πείθει τους επενδυτές. Να κουμπώνει σε ορίζοντα τετραετίας, να παρέχει κίνητρα για εργασία, επενδύσεις και προκοπή, και να πείθει η δυνατότητα πλήρους εφαρμογής των πολιτικών που θα ανακοινωθούν. Δεν υπάρχουν περιθώρια πειραματισμών με την ευρεία γκάμα των φορολογικών συντελεστών, των εισφορών, του ΕΝΦΙΑ, κλπ.  Η χώρα χρειάζεται διαφάνεια και σταθερότητα στη φορολογική πολιτική μαζί με την αποτελεσματικότητα του Δημοσίου και της κυβέρνησης και την αξιοπιστία των θεσμών. Το υπάρχον ασφυκτικό δημοσιονομικό περιβάλλον θα ενσωματωθεί εξ αρχής στον σχεδιασμό ώστε να πάψει να αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη.

- Κοινή παραδοχή πολλών αναλυτών, είναι ότι πρώτα πρέπει η κυβέρνηση να παράξει αποτέλεσμα στην ανάπτυξη, και στις επενδύσεις, και μετά, να θέσει θέμα στους εταίρους για μείωση στόχων των πρωτογενών πλεονασμάτων. Συμφωνείτε;

Συμφωνώ απόλυτα.  Δεν μπορεί με το καλημέρα η νέα κυβέρνηση να αρχίσει να διαπραγματεύεται τη μείωση στους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα, άσχετα αν αυτοί οι στόχοι μας περιορίζουν ασφυκτικά έως το 2060.  Θα χάσει και αξιοπιστία και τον προσανατολισμό της.

Άλλωστε το κράτος έχει συνέχεια και οι προηγούμενες κρατικές δεσμεύσεις συνεχίζουν να αποτελούν δεσμεύσεις και για τη νέα κυβέρνηση.

Η νέα κυβέρνηση χρειάζεται πρώτα να τονώσει την οικονομία και στη συνέχεια να αποδείξει στους εταίρους ότι τα μικρότερα πλεονάσματα που επιθυμεί, εμποδίζουν μεν αρχικά τη γρήγορη μείωση του χρέους,  οδηγούν όμως στη συνέχεια σε υψηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης της οικονομίας, τέτοιου μάλιστα μεγέθους ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι η μεγαλύτερη μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ σε σχέση με την αρχική δέσμευση των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων.  Αυτή είναι η ενδεδειγμένη χρονική εμφάνιση της οικονομικής πολιτικής της. 

Η μείωση των πλεονασμάτων να είναι μια επιβράβευση (ένα μπόνους) στη διάρκεια της  τετραετίας που έρχεται, χωρίς να καθορίζει τις βασικές παραμέτρους του οικονομικού της σχεδίου.