Οι πολεμικές ισορροπίες της Αθήνας και η στάση της Άγκυρας
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΥΡΟΥΝΗΣ/ILIALIVE.GR/EUROKINISSI
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΥΡΟΥΝΗΣ/ILIALIVE.GR/EUROKINISSI

Οι πολεμικές ισορροπίες της Αθήνας και η στάση της Άγκυρας

Με διπλή στρατηγική αντιμετώπισης των συνεπειών του πολέμου κινείται η Αθήνα, καθώς εκτός της άμεσης ανάγκης μέτρων και κινήσεων που θα μετριάσουν τις επιπτώσεις στην οικονομία και στην ενεργειακή ασφάλεια της χώρας, μείζονος σημασίας είναι ο σχεδιασμός για την τοποθέτηση της χώρας στο νέο σκηνικό που θα διαμορφωθεί με τον πόλεμο στο Ιράν στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου.

Οι προβλέψεις για το πόσο θα διαρκέσει ο πόλεμος και πώς θα διαμορφωθούν οι νέες ισορροπίες μετά την ολοκλήρωσή του είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένες, και αυτό υποχρεώνει την ελληνική κυβέρνηση και την ελληνική διπλωματία σε προσαρμογή των σχεδιασμών με τα καθημερινά δεδομένα που προκύπτουν.

Η Αθήνα από την πρώτη στιγμή της κρίσης έχει επιλέξει μια προσεκτική στάση ισορροπίας, καθώς ήθελε να αποφύγει να ταυτιστεί με την πολεμική επιχείρηση των ΗΠΑ–Ισραήλ εναντίον του Ιράν, να συμπορευθεί με τις χώρες της ΕΕ, να διατηρήσει και να επιβεβαιώσει τις σχέσεις της με μερικούς εκ των πρωταγωνιστών, όπως το Ισραήλ αλλά και οι αραβικές χώρες, και όλα αυτά με τρόπο ώστε να μην προκληθούν ρήγματα με την αμερικανική κυβέρνηση και το επιτελείο του Ντόναλντ Τραμπ.

Σύμφωνα με ανώτερη πηγή, πάντως, δεν έχει υποβληθεί συγκεκριμένο αίτημα εκ μέρους των Αμερικανών για πρόσθετη συνδρομή της χώρας μας. Εξάλλου, η Ελλάδα έχει συνεισφέρει πριν ακόμη ξεκινήσει ο πόλεμος, με την αποστολή της συστοιχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία, τις δυνάμεις της για τη διασφάλιση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα, την ίδια στιγμή που πολλές άλλες συμμαχικές χώρες είναι «απλόχερες» μόνο σε επίπεδο διακηρύξεων και υποσχέσεων(οι ΑΣΠΙΔΕΣ παραμένουν ακόμη με ένα ελληνικό και ένα ιταλικό πλοίο), αλλά και με την αποστολή δυνάμεων για αμυντικούς λόγους στην Ανατολική Μεσόγειο.

Από εδώ και πέρα, όμως, οι προκλήσεις παραμένουν.

Η Αθήνα, με την τηλεφωνική επικοινωνία Γεραπετρίτη–Αραγτσί, έκανε μια προσπάθεια ώστε να πείσει και τους Ιρανούς ότι η χώρα μας δεν είναι «εχθρική» προς το Ιράν και δεν συμμετέχει στον πόλεμο, παρά την ύπαρξη και πλήρη δραστηριοποίηση της αμερικανικής βάσης στη Σούδα, η οποία προσφέρει βεβαίως κυρίως επιμελητειακή υποστήριξη στις αμερικανικές δυνάμεις στην περιοχή.

Ο Γ. Γεραπετρίτης, ο οποίος διατηρεί δίαυλο επικοινωνίας με τον Ιρανό ομόλογό του, βρήκε όμως «τοίχο» από ιρανικής πλευράς, όπως φάνηκε και από τις επίσημες διαρροές στα ιρανικά ΜΜΕ αλλά και από την ιρανική πρεσβεία στην Αθήνα, στο αίτημα να εξαιρεθούν τα ελληνικής σημαίας πλοία από την απαγόρευση διέλευσης των Στενών του Ορμούζ, όπως συμβαίνει με πλοία άλλων χωρών «μη εχθρικών» προς το Ιράν.

Η Τεχεράνη πλέον θεωρεί ως εχθρική κάθε χώρα που φιλοξενεί στο έδαφός της αμερικανικές βάσεις ή προσφέρει διευκολύνσεις στους Αμερικανούς και επίσης διατηρεί στενές σχέσεις με το Ισραήλ. Αυτό είναι κάτι που η Αθήνα δεν μπορεί να παρακάμψει και, σε αυτή τη φάση βεβαίως, δεν υπάρχει καν σκέψη για κάποια διαφοροποίηση στάσης σε ό,τι αφορά τον πόλεμο. Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών ζήτησε πάντως από τον κ. Αραγτσί να υπάρξει πρόνοια ώστε να μην τεθούν σε κίνδυνο τα ελληνικά πλοία και τα πληρώματά τους.

Ξεχωριστό κεφάλαιο για την Αθήνα είναι η ευκαιρία που έδωσε ο πόλεμος στο Ιράν ώστε να κάνει προβολή ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά και στο Αιγαίο, με την αποστολή δυνάμεων στην Κύπρο και την εγκατάσταση των Patriot στην Κάρπαθο και των F-16 στη Λήμνο.

Ήδη έχει δρομολογηθεί η αντικατάσταση των τεσσάρων F-16 που σταθμεύουν στη βάση «Α. Παπανδρέου» στην Πάφο και των δύο φρεγατών που βρίσκονται στο νησί με άλλη φρεγάτα και πιθανόν μία πυραυλάκατο, κάτι που επιβεβαιώνει ότι η αποστολή της ελληνικής δύναμης στην περιοχή της Κύπρου θα συνεχιστεί μέχρι το τέλος του πολέμου αλλά και την πλήρη ομαλοποίηση της κατάστασης. Εξάλλου, ακόμη και αν καρποφορήσουν οι κυοφορούμενες συνομιλίες μεταξύ Αμερικανών και Ιρανών, είναι δεδομένο ότι θα χρειαστεί ένα ακόμη σημαντικό διάστημα για την επιβεβαίωση τυχόν συμφωνίας εκεχειρίας.

Όμως η απειλή για την Κύπρο θα παραμένει όσο συνεχίζεται η ισραηλινή επιχείρηση εναντίον της Χεζμπολάχ, η οποία διαθέτει ακόμη αποθέματα πυραύλων και drones, αποτελώντας έτσι απειλή για τις γειτονικές χώρες. Πολύ περισσότερο όταν η παρακαταθήκη του δολοφονημένου ηγέτη της, Νασράλα, περιελάμβανε και απειλές εναντίον της Κύπρου.

Έτσι, μια προσωρινή μετακίνηση αποτρεπτικής αμυντικής δύναμης από την Ελλάδα στην Κύπρο αντιμετωπίζεται με αυτά τα δεδομένα, και η διάρκειά της δεν μπορεί ακόμη να προβλεφθεί, δίνοντας την αίσθηση μιας πιο μόνιμης ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας στην Κύπρο.

Η Τουρκία έχει κάθε λόγο να αντιδρά σε αυτές τις κινήσεις, αποφεύγοντας όμως σε επίσημο επίπεδο τη ρητορική κλιμάκωση, πέρα από τις πρώτες δηλώσεις του τουρκικού ΥΠΕΞ και του Υπουργείου Άμυνας και τις επιστολές που στάλθηκαν σε ΝΑΤΟ, ΕΕ και ΗΠΑ. Η τουρκική κυβέρνηση προσπαθεί να κρατήσει χαμηλά το θέμα, ώστε να μην υποχρεωθεί να απαντά διαρκώς στη σφοδρή κριτική του εθνικιστικού Τύπου και της αντιπολίτευσης, αλλά και να αποφύγει μια ευθεία αντιπαράθεση με τους Αμερικανούς και τους Ισραηλινούς, καθώς όλη η αμυντική αναδιάταξη των ελληνικών δυνάμεων έχει γίνει ακριβώς για να αντιμετωπιστούν συνέπειες του πολέμου και να προστατευθούν όχι μόνο η Κύπρος αλλά και ελληνικές υποδομές, καθώς και η μεγαλύτερη ναυτική βάση των ΗΠΑ στη Μεσόγειο, στη Σούδα.

Όμως κανείς δεν αμφιβάλλει στο ελληνικό ΥΠΕΞ ότι μόλις καταλαγιάσει ο πόλεμος, τότε η Τουρκία θα επιχειρήσει να δημιουργήσει θέμα για την ανάπτυξη των ελληνικών δυνάμεων και να θέσει ζήτημα όχι μόνο για τη δήθεν υποχρέωση αποστρατικοποίησης των νησιών, αλλά και για… παραβίαση των Συνθηκών Εγγυήσεως και Ασφαλείας στην Κύπρο.

Σύμφωνα με πληροφορίες, πάντως, η ελληνική πλευρά, σε ανώτερο επίπεδο, σε επικοινωνίες με το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε., έδωσε πλήρεις απαντήσεις που καταρρίπτουν τα επιχειρήματα που περιλαμβάνονταν στις τουρκικές επιστολές για τη δήθεν υποχρέωση αποστρατικοποίησης των νησιών και εξήγησε ότι ζητήματα που αφορούν την αμυντική διάταξη της χώρας δεν νοείται να τεθούν ούτε καν ως θέμα συζήτησης, κάτι που έγινε αντιληπτό από τους συνομιλητές της.