Η Τουρκία δεν λειτουργεί συγκυριακά. Λειτουργεί στρατηγικά μέσα από τις συγκυρίες. Και αυτό αποτελεί ίσως το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της διαχρονικής τουρκικής γεωπολιτικής συμπεριφοράς. Κάθε περίοδος διεθνούς αστάθειας, πολέμου, θεσμικής αδυναμίας ή γεωπολιτικής μετάβασης αντιμετωπίζεται από την Άγκυρα ως παράθυρο στρατηγικής επέκτασης επιρροής.
Η σημερινή εικόνα στη Μέση Ανατολή, η παρατεταμένη σύγκρουση στην Ουκρανία, η κόπωση της Δύσης, οι εσωτερικές διαφωνίες εντός ΝΑΤΟ και ΕΕ, αλλά και η γενικότερη αβεβαιότητα γύρω από τη νέα παγκόσμια αρχιτεκτονική ασφαλείας δημιουργούν για την Τουρκία ένα περιβάλλον αυξημένων ευκαιριών. Όταν οι κρίσεις παρατείνονται χωρίς ξεκάθαρο αποτέλεσμα και όταν οι μεγάλες δυνάμεις απορροφώνται από πολλαπλά μέτωπα, τότε αναθεωρητικές δυνάμεις θεωρούν ότι αυξάνεται το περιθώριο κινήσεων. Και αυτό «ανοίγει την όρεξη» της Άγκυρας για περισσότερη γεωπολιτική διείσδυση.
Ιστορικά, η τουρκική στρατηγική βασίζεται ακριβώς σε αυτή τη λογική δημιουργίας υποθέσεων και σταδιακής επιβολής νέων αφηγημάτων. Η Άγκυρα σπάνια επιδιώκει άμεση συνολική ρήξη. Αντιθέτως, επιλέγει τη μέθοδο της προοδευτικής αναθεώρησης. Δημιουργεί πρώτα πολιτική και επικοινωνιακή υπόθεση, στη συνέχεια επιχειρεί θεσμική ή νομική κατοχύρωση και ακολούθως μεταφέρει την πίεση στο επιχειρησιακό πεδίο.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ξεκίνησε ως θεωρητική γεωπολιτική αφήγηση, εξελίχθηκε σε στρατιωτικό δόγμα και σήμερα επιχειρείται να μετατραπεί σε εργαλείο θεσμικής νομιμοποίησης εξωτερικών διεκδικήσεων. Η Τουρκία γνωρίζει πολύ καλά ότι στη σύγχρονη εποχή η πληροφορία, η εικόνα και η επανάληψη αφηγήματος μπορούν σταδιακά να δημιουργήσουν νέα αντίληψη περί «κανονικότητας».
Για αυτό και επενδύει συστηματικά σε νέες ορολογίες, νέους χάρτες και νέες γλωσσικές προσεγγίσεις. Όροι όπως «claims», «disputed waters», «deconfliction», «security balancing» ή ακόμη και «δίκαιη κατανομή θαλασσίων ζωνών» χρησιμοποιούνται ώστε να αποδομηθεί η σαφήνεια του Διεθνούς Δικαίου και να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι όλα αποτελούν διαπραγματεύσιμη γκρίζα ζώνη.
Η Τουρκία επιδιώκει κάτι βαθύτερο από απλές περιφερειακές διεκδικήσεις. Θέλει να αποτελέσει κομμάτι της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας που διαμορφώνεται από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Δεν επιθυμεί να λειτουργεί απλώς ως περιφερειακός παίκτης αλλά ως αναγκαίος γεωπολιτικός κόμβος και υποχρεωτικός συνομιλητής.
Αυτό ακριβώς εξηγεί και τα επόμενα πιθανά σενάρια.
Πρώτο σενάριο: η Άγκυρα επιχειρεί νέα κρίση χαμηλής έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω ερευνητικού πλοίου ή NAVTEX σε περιοχές ελληνικών ή κυπριακών κυριαρχικών δικαιωμάτων, όχι απαραίτητα για άμεση σύγκρουση αλλά για να δοκιμάσει αντιδράσεις και αντοχές της Δύσης.
Δεύτερο σενάριο: επιχειρεί να συνδέσει ενεργειακά ή ψηφιακά έργα της περιοχής με τουρκική συμμετοχή ή τουρκική έγκριση, επιδιώκοντας να εμφανιστεί ως απαραίτητος «ρυθμιστής σταθερότητας» στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τρίτο σενάριο: αυξάνει την πίεση μέσω υβριδικών εργαλείων — πληροφοριακές επιχειρήσεις, social media influence operations, μεταναστευτικές ροές και επικοινωνιακή εργαλειοποίηση διεθνών μέσων ενημέρωσης — ώστε να δημιουργηθεί εικόνα «αμφισβητούμενης περιοχής».
Τέταρτο σενάριο: προωθεί νέο κύκλο συζητήσεων περί «security architecture» στη Μεσόγειο, επιχειρώντας να ενταχθεί ως αναγκαίος πυλώνας ασφαλείας, ακόμη και μέσα από τεχνητές εντάσεις που η ίδια δημιουργεί.
Πέμπτο σενάριο: αξιοποιεί πιθανή κόπωση ή αλλαγή προτεραιοτήτων της Δύσης λόγω Ουκρανίας ή Μέσης Ανατολής για να αυξήσει σταδιακά τις απαιτήσεις της σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο χωρίς άμεση μεγάλη κρίση.
Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι μόνο τι μπορεί να κάνει η Τουρκία. Είναι τι πρέπει να κάνουμε εμείς προληπτικά.
Πρώτο προληπτικό σενάριο: πριν η Τουρκία εκδώσει νέα NAVTEX ή αποστείλει ερευνητικό πλοίο, Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να έχουν ήδη έτοιμο κοινό στρατηγικό φάκελο σε ΟΗΕ, ΕΕ, ΝΑΤΟ και μεγάλες πρωτεύουσες, με χαρτογραφική τεκμηρίωση, νομική επιχειρηματολογία και πολιτική προειδοποίηση ότι επιχειρείται τεχνητή κρίση.
Δεύτερο προληπτικό σενάριο: πριν επιχειρηθεί παρεμπόδιση καλωδίων ή ενεργειακών έργων, τα έργα Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ πρέπει να χαρακτηριστούν ευρωπαϊκές υποδομές στρατηγικής ασφάλειας, με παρουσία ευρωπαϊκών και συμμαχικών τεχνικών φορέων και πολιτική κάλυψη από την ΕΕ.
Τρίτο προληπτικό σενάριο: πριν παγιωθεί διεθνώς η γλώσσα των «claims» και «disputed waters», πρέπει να δημιουργηθεί μόνιμος μηχανισμός στρατηγικής επικοινωνίας Ελλάδας και Κύπρου. Κάθε άρθρο, χάρτης ή δήλωση που αναπαράγει την τουρκική αφήγηση να απαντάται άμεσα, τεκμηριωμένα και δημόσια.
Τέταρτο προληπτικό σενάριο: πριν δημιουργηθούν νέα τετελεσμένα γύρω από νησιά ή κρίσιμες περιοχές, απαιτείται ενίσχυση φυσικής παρουσίας, λιμενικών υποδομών, drones, συστημάτων επιτήρησης και επιχειρησιακής ετοιμότητας. Τα νησιά πρέπει να εμφανίζονται ως ενεργά κέντρα ασφάλειας και γεωστρατηγικής παρουσίας.
Πέμπτο προληπτικό σενάριο: πριν η Τουρκία εμφανιστεί ως «αναγκαίος πυλώνας» της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας, Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να καταθέσουν δική τους περιφερειακή πρόταση ασφάλειας με συμμετοχή ΕΕ, Ισραήλ, Αιγύπτου, Γαλλίας και άλλων στρατηγικών εταίρων.
Έκτο προληπτικό σενάριο: πριν οι σύμμαχοι περιοριστούν ξανά σε γενικές δηλώσεις, Αθήνα και Λευκωσία πρέπει να ζητήσουν συγκεκριμένες δεσμεύσεις: κοινές ασκήσεις, παρουσία σε κρίσιμες περιοχές, συμμετοχή σε στρατηγικές υποδομές και ξεκάθαρες πολιτικές τοποθετήσεις.
Έβδομο προληπτικό σενάριο: πριν από κάθε νέα τουρκική επικοινωνιακή ή επιχειρησιακή κίνηση, πρέπει να υπάρχει ελληνικό και κυπριακό σχέδιο ταχείας αντίδρασης 72 ωρών, το οποίο να περιλαμβάνει διπλωματικές, νομικές, στρατιωτικές και επικοινωνιακές κινήσεις.
Η σημερινή περίοδος είναι κρίσιμη, διότι η Τουρκία δεν κινείται μόνο για το σήμερα αλλά για τη θέση που επιδιώκει να καταλάβει στο νέο γεωπολιτικό σύστημα που διαμορφώνεται. Και αυτό σημαίνει ότι η αποτροπή δεν μπορεί πλέον να βασίζεται μόνο στην αντίδραση. Πρέπει να βασίζεται στην προληπτική στρατηγική, στη διαρκή παρουσία, στην πολιτική βούληση και στη δυνατότητα δημιουργίας δικών μας τετελεσμένων σταθερότητας και ασφάλειας.
* O Μάριος Ευθυμιόπουλος είναι Διευθυντής & CEO, Strategy International (SI), Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής, Vytautas Magnus University.
