Νέο μεγάλο ράλι ή επιστροφή στην ακραία αβεβαιότητα και διόρθωση; Οι επενδυτές καλούνται να αντιμετωπίσουν μέσα στο προσεχές διάστημα τον πιο δύσκολο συνδυασμό οικονομικών επιπτώσεων. Στο μεταξύ, την ώρα που οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν στα ύψη, απειλώντας με νέα πληθωριστική έκρηξη, τα χρηματιστήρια σημειώνουν διαδοχικά ιστορικά υψηλά.
Παρά τη μεγαλύτερη πετρελαϊκή αναταραχή στα χρονικά, που προκάλεσε ο συνεχιζόμενος από τις αρχές Μαρτίου αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ, ο Απρίλιος αποδείχθηκε ένας απροσδόκητα καλός μήνας, σε επίπεδο αποδόσεων, για τα παγκόσμια χρηματιστήρια.
Οι τεχνολογικοί γίγαντες θυμήθηκαν τον προπολεμικό τους καλπασμό και οδήγησαν τον Nasdaq σε άνοδο της τάξης του 15%, με τον S&P 500 να ακολουθεί με κέρδη 10,4%. Πρόκειται για την καλύτερη μηνιαία επίδοση του τεχνολογικού δείκτη από τον Απρίλιο του 2022 και το καλύτερο ρεκόρ για τον S&P 500 από τον Νοέμβριο του ίδιου έτους.
Η Wall Street δείχνει να αφήνει για πολλοστή φορά στην άκρη τις ανησυχίες για μια κρίση, όπως συνέβη μετά την πανδημία και την ενεργειακή κρίση, όπως επίσης συνέβη πέρσι με την καταιγίδα των δασμών. Στην περίπτωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή, οι επενδυτές προεξοφλούν τη σταδιακή αποκλιμάκωση της έντασης, διότι πολύ απλά πιστεύουν ότι καμία πλευρά δεν συμφέρει η σημερινή κατάσταση. Κάτι που αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι εξελίξεις αναφορικά με τις διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ-Ιράν δεν παίζουν πλέον ως πρώτα θέματα στα μεγαλύτερα ειδησεογραφικά site.
Όσο δεν κλιμακώνεται ο πόλεμος, τόσο οι προβολείς στρέφονται στην κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας και στα εταιρικά αποτελέσματα. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό ότι σε μία τόσο μεγάλη κρίση, κατά την οποία οι τιμές του πετρελαίου έχουν εκτιναχθεί κατά 55% μέσα σε λίγες εβδομάδες και ο πληθωρισμός επιταχύνει προς το 4%, το ΑΕΠ των ΗΠΑ αναπτύχθηκε με ρυθμό 2% στο α’ τρίμηνο του 2026. Παράλληλα, η μεταποιητική δραστηριότητα αναπτύσσεται για τέσσερις συνεχόμενους μήνες και τα επιδόματα ανεργίας υποχώρησαν την τελευταία εβδομάδα του Απριλίου στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1969.
Χαρακτηριστική του μεγάλου ράλι του τελευταίου μήνα είναι η επίδοση του κλάδου του IT, ο οποίος κατέγραψε άνοδο 19% μέσα στον Απρίλιο, που είναι η καλύτερη επίδοση σε διάστημα άνω των 20 ετών.
Από τη μία, λοιπόν, οι αγορές καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον στο οποίο οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν πάνω από τα 100 δολάρια, απειλώντας να επιφέρουν σοβαρό πλήγμα στην παγκόσμια οικονομία. Οι επιπτώσεις της πετρελαϊκής κρίσης έχουν αρχίσει να γίνονται αισθητές, ωστόσο οι επενδυτές ελπίζουν ότι η κρίση της Μέσης Ανατολής θα αποδειχθεί άλλη μία «κρίση που προκάλεσε σοκ, αλλά πέρασε». Ποντάρουν δηλαδή στην ανθεκτικότητα του επενδυτικού κλίματος, υπό την προϋπόθεση ότι η ένταση στον Κόλπο δεν θα κλιμακωθεί περαιτέρω.
Από την άλλη, ωστόσο, σημαντικοί αναλυτές προειδοποιούν για μία τριπλή απειλή που θα συνεχίσει να «στοιχειώνει» τις αγορές για μήνες.
Η πιθανότητα κλιμάκωσης του πολέμου στον Κόλπο, ειδικά μετά τα δημοσιεύματα που θέλουν τον Ντόναλντ Τραμπ να εξετάζει την πραγματοποίηση νέων χτυπημάτων κατά ενεργειακών εγκαταστάσεων του Ιράν, αποτελεί τον νούμερο ένα κίνδυνο για τις αγορές σήμερα. Έναν κίνδυνο που είχε απομακρυνθεί τελευταία αλλά επανήλθε στο προσκήνιο.
Παράλληλα, η εξάντληση των ενεργειακών αποθεμάτων σε Ασία και Ευρώπη, όσο παραμένουν κλειστά τα Στενά του Ορμούζ, συμβάλλει επίσης τα μέγιστα στην επιδείνωση του κλίματος. Επιπλέον, οι διαρθρωτικές αβεβαιότητες που σχετίζονται με τον εφοδιασμό από τις χώρες του Κόλπου εντείνουν τις ανησυχίες.
Η τριπλή αυτή απειλή για τα παγκόσμια χρηματιστήρια, όπως την περιέγραψε ο «γκουρού» των αγορών, Μοχάμεντ Ελ Εριάν, δύσκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί εκτός και αν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν καταλήξουν σε μία βιώσιμη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός.
Όπως πολύ εύστοχα αναφέρει σε ανάλυσή της η Deutsche Bank, ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ αυξάνει δραματικά τους φόβους μίας κρίσης στασιμοπληθωρισμού. Μίας κρίσης δηλαδή κατά τη διάρκεια της οποίας η ακρίβεια θα συνοδευτεί από σχεδόν μηδενική ανάπτυξη.
Όπως προειδοποίησε και ο Άντριου Μπέιλι, διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, αυτό που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι κεντρικές τράπεζες δεν είναι κάτι απλό, αλλά ο «πιο δύσκολος συνδυασμός» οικονομικών επιπτώσεων, με φόντο το ενεργειακό σοκ. Καθώς το outlook των ενεργειακών τιμών παραμένει εξαιρετικά αβέβαιο, δήλωσε ο Μπέιλι, οι υψηλές τιμές απειλούν να επηρεάσουν ολόκληρη την οικονομία και να «φυτέψουν» τον πληθωρισμό ακόμα πιο βαθιά και να επηρεάσουν δραματικά την οικονομική δραστηριότητα.
