Ποιοι βγαίνουν κερδισμένοι από τον πόλεμο ΗΠΑ και Ισραήλ με Ιράν
Copyright 2026 The Associated Press. All rights reserved
Copyright 2026 The Associated Press. All rights reserved

Ποιοι βγαίνουν κερδισμένοι από τον πόλεμο ΗΠΑ και Ισραήλ με Ιράν

Ο πόλεμος ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν αφήνει πίσω του γεωπολιτική αναστάτωση, πίεση στις αγορές και νέο κύκλο ανησυχίας για την ασφάλεια των ενεργειακών ροών. Πίσω όμως από το κόστος που πλήρωσαν κράτη, επιχειρήσεις και καταναλωτές, υπήρξαν και κλάδοι που βγήκαν ενισχυμένοι.

Σύμφωνα με ανάλυση του Al Jazeera με τίτλο Who has profited most from the war on Iran?, οι μεγαλύτεροι οικονομικοί ωφελημένοι από τη σύγκρουση ήταν οι ενεργειακές εταιρείες, οι αμυντικές βιομηχανίες, οι ναυτιλιακές, οι ασφαλιστικές και οι μεγάλες επενδυτικές τράπεζες της Wall Street.

Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, η σύγκρουση «άγγιξε» την καρδιά του παγκόσμιου εμπορίου ενέργειας, καθώς στο επίκεντρο βρέθηκαν τα Στενά του Ορμούζ, από όπου πριν από τον πόλεμο περνούσε περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Όταν μια τόσο σημαντική δίοδος μπαίνει σε καθεστώς κινδύνου, η αβεβαιότητα τιμολογείται αμέσως. Οι τιμές της ενέργειας ανεβαίνουν, τα ναύλα αυξάνονται, τα ασφάλιστρα αναπροσαρμόζονται, οι αγορές κινούνται απότομα και οι κυβερνήσεις στρέφονται σε νέες αμυντικές παραγγελίες.

Η ενέργεια σε πρώτο πλάνο

Ο πρώτος μεγάλος κερδισμένος ήταν ο ενεργειακός τομέας καθώς η τιμή του Brent έφτασε ακόμα και τα 126 δολάρια το βαρέλι, στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τεσσάρων ετών, πριν υποχωρήσει ξανά κοντά στα προπολεμικά επίπεδα, περίπου στα 72 δολάρια.

Η άνοδος αυτή έφερε μεγάλα κέρδη σε εταιρείες που είχαν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις εξαγωγές τους, παρά την ένταση στην περιοχή. Η Saudi Aramco κατέγραψε αύξηση κερδών 25%, στα 32,5 δισ. δολάρια στο πρώτο τρίμηνο. Το πλεονέκτημά της ήταν ο αγωγός East West προς την Ερυθρά Θάλασσα, ο οποίος της επέτρεψε να παρακάμψει τα Στενά του Ορμούζ και να διατηρήσει υψηλή εξαγωγική ικανότητα.

Ανάλογη εικόνα παρουσίασαν και μεγάλοι δυτικοί ενεργειακοί όμιλοι. Η BP ανακοίνωσε κέρδη 3,2 δισ. δολαρίων, υπερδιπλάσια σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Η Shell εμφάνισε κέρδη 6,9 δισ. δολαρίων, παρότι υπέστη ζημιές σε εγκατάσταση στο Κατάρ. Η TotalEnergies ανακοίνωσε προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη 5,4 δισ. δολαρίων, παρά τη μείωση παραγωγής σε περιοχές της Μέσης Ανατολής.

Το βασικό στοιχείο είναι ότι η κρίση δεν λειτούργησε το ίδιο για όλους. Οι εταιρείες με βαριά έκθεση στις πιο επικίνδυνες ζώνες αντιμετώπισαν διακοπές, ζημιές και ρίσκο. Όσες όμως είχαν εναλλακτικές διαδρομές, διαφοροποιημένη παραγωγή ή μικρότερη εξάρτηση από τα Στενά του Ορμούζ, είδαν τις αυξημένες τιμές να μετατρέπονται σε κερδοφορία.

Οι αμυντικές βιομηχανίες σε νέο κύκλο παραγγελιών

Ο δεύτερος μεγάλος ωφελημένος ήταν η αμυντική βιομηχανία. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, μέσα σε λίγες ημέρες από τα πρώτα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα κατά του Ιράν, επικεφαλής μεγάλων αμυντικών εταιρειών συναντήθηκαν στον Λευκό Οίκο, με αντικείμενο την αύξηση της παραγωγής όπλων, καθώς τα αμερικανικά αποθέματα πυρομαχικών πιέζονταν.

Στις συζητήσεις συμμετείχαν στελέχη από εταιρείες όπως οι RTX, Lockheed Martin, Boeing, Northrop Grumman, BAE Systems, L3Harris και Honeywell. Πρόκειται για ομίλους που ήδη διαθέτουν μεγάλα ανεκτέλεστα συμβόλαια και βρίσκονται σε θέση να επωφεληθούν από την ανάγκη κρατών και κυβερνήσεων να αναπληρώσουν αποθέματα, να ενισχύσουν παραγωγικές γραμμές και να προετοιμαστούν για νέες κρίσεις. Η Northrop Grumman εμφάνισε ανεκτέλεστο υπόλοιπο παραγγελιών ρεκόρ, ύψους 95,6 δισ. δολαρίων. Η Boeing αύξησε τα έσοδά της κατά 14%, στα 22,2 δισ. δολάρια στο πρώτο τρίμηνο, περιορίζοντας αισθητά τις καθαρές απώλειες.

Το Al Jazeera επικαλείται στοιχεία του Quincy Institute και του Costs of War project του Brown University, σύμφωνα με τα οποία την περίοδο 2020-2024 ιδιωτικές εταιρείες έλαβαν 2,4 τρισ. δολάρια σε συμβόλαια του Πενταγώνου. Από αυτά, 771 δισ. δολάρια πήγαν σε πέντε εταιρείες: Lockheed Martin, RTX, Boeing, General Dynamics και Northrop Grumman. Η σύγκρουση με το Ιράν, επομένως, δεν δημιούργησε από την αρχή την οικονομία των εξοπλισμών αλλά την ενίσχυσε. Έδωσε νέο επιχείρημα για μεγαλύτερες στρατιωτικές δαπάνες και πρόσθεσε πίεση για επιτάχυνση παραγωγής σε έναν κλάδο που λειτουργεί σε στενή σύνδεση με τις κρατικές αποφάσεις.

Η ναυτιλία κέρδισε από τη αναταραχή

Η αναταραχή στον Περσικό Κόλπο επηρέασε άμεσα και τη ναυτιλία. Οι καθυστερήσεις, οι παρακάμψεις και ο φόβος για την ασφάλεια των δρομολογίων αφαίρεσαν ουσιαστικά σχεδόν το 7% του παγκόσμιου στόλου δεξαμενόπλοιων από την ενεργή κυκλοφορία, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή εταιρεία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών Kepler Cheuvreux, την οποία επικαλείται το Al Jazeera.

Το αποτέλεσμα ήταν στη βασική διαδρομή από τον Κόλπο της Μέσης Ανατολής προς την Ανατολική Ασία, οι ναύλοι ανέβηκαν από περίπου 100 μονάδες Worldscale σε πάνω από 500. Για ένα πολύ μεγάλο δεξαμενόπλοιο μεταφοράς αργού, μια τέτοια μεταβολή αντιστοιχεί σε εκατομμύρια δολάρια ανά ταξίδι.

Μεταξύ των ωφελημένων αναφέρονται εταιρείες όπως η Frontline και η DHT Holdings, οι οποίες δραστηριοποιούνται ειδικά στα δεξαμενόπλοια. Η Frontline ανακοίνωσε έσοδα άνω των 536 εκατ. δολαρίων στο πρώτο τρίμηνο, ενώ η DHT εξασφάλισε ναυλώσεις άνω των 100.000 δολαρίων την ημέρα για ορισμένα πλοία της.

Οι ασφαλιστικές τιμολόγησαν τον πολεμικό κίνδυνο

Παράλληλα με τη ναυτιλία, κερδισμένες εμφανίζονται και οι ασφαλιστικές εταιρείες. Τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου για πλοία που διέρχονταν από τα Στενά του Ορμούζ αυξήθηκαν απότομα μετά το ξέσπασμα των εχθροπραξιών.

Σύμφωνα με το Al Jazeera, το κόστος ασφάλισης, που πριν από την κρίση βρισκόταν περίπου στο 0,25% της αξίας του πλοίου, ανέβηκε στο 1,5% και σε ορισμένες περιπτώσεις έφτασε ακόμη υψηλότερα. Για ένα δεξαμενόπλοιο αξίας 100 εκατ. δολαρίων, ένα ταξίδι μέσω του Κόλπου αντιστοιχούσε σε κόστος ασφάλισης περίπου 1,5 εκατ. δολαρίων.

Η ασφάλιση πολεμικού κινδύνου είναι αναγκαία για πλοία που επιχειρούν σε ζώνες σύγκρουσης. Όσο η περιοχή θεωρείται υψηλού κινδύνου, οι ασφαλιστικές έχουν περιθώριο να ανατιμολογούν γρήγορα τα συμβόλαια. Αυτό μεταφέρει τον κίνδυνο στους πελάτες, αλλά αυξάνει και τη βραχυπρόθεσμη κερδοφορία των ασφαλιστών, εφόσον δεν υπάρξουν μεγάλες απώλειες σε πολιτικά ή εμπορικά πλοία.

Η Wall Street κέρδισε από τη μεταβλητότητα

Ένας ακόμη κερδισμένος ήταν οι μεγάλες τράπεζες της Wall Street. Ο πόλεμος προκάλεσε έντονες κινήσεις στις αγορές πετρελαίου, νομισμάτων και ομολόγων. Οι επενδυτές χρειάστηκε να αναπροσαρμόσουν γρήγορα τις θέσεις τους, να αγοράσουν προστασία έναντι κινδύνου και να κινηθούν σε περιβάλλον αυξημένης μεταβλητότητας.

Για τις μεγάλες επενδυτικές τράπεζες, αυτό σημαίνει περισσότερες συναλλαγές και υψηλότερα έσοδα από trading. Οι έξι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες, JPMorgan Chase, Bank of America, Citigroup, Morgan Stanley, Goldman Sachs και Wells Fargo, κατέγραψαν συνολικά σχεδόν 48 δισ. δολάρια κέρδη στο πρώτο τρίμηνο του 2026.

Η JPMorgan ανακοίνωσε καθαρά κέρδη 16,5 δισ. δολαρίων, αυξημένα από τα 14,6 δισ. δολάρια της προηγούμενης χρονιάς. Η Bank of America εμφάνισε κέρδη 8,6 δισ. δολαρίων, ενώ Citigroup, Morgan Stanley, Goldman Sachs και Wells Fargo ξεπέρασαν η καθεμία τα 5 δισ. δολάρια σε τριμηνιαία κέρδη.

Τα μεγαλύτερα οφέλη προήλθαν από τα τμήματα σταθερού εισοδήματος, νομισμάτων και εμπορευμάτων. Δηλαδή από τις μονάδες που αποδίδουν καλύτερα όταν οι αγορές κινούνται απότομα και οι πελάτες πληρώνουν για ταχύτητα, αντιστάθμιση κινδύνου και πρόσβαση στη ρευστότητα.

Η «σκιά» των prediction markets

Το πιο πολιτικά ευαίσθητο σημείο της ανάλυσης αφορά τις πλατφόρμες prediction markets, όπως η Polymarket και η Kalshi. Σε αυτές τις πλατφόρμες, χρήστες στοιχηματίζουν πάνω στην έκβαση πραγματικών γεγονότων, από πολιτικές αποφάσεις μέχρι πολεμικές εξελίξεις.

Το Al Jazeera αναφέρει μοτίβα ύποπτα χρονισμένων συναλλαγών πριν από καθοριστικές ανακοινώσεις για παύση χτυπημάτων ή εκεχειρία. Σε μία περίπτωση, σύμφωνα με το δημοσίευμα, 580 εκατ. δολάρια σε oil futures μπήκαν στην αγορά περίπου 16 λεπτά πριν από ανακοίνωση για παύση χτυπημάτων σε ιρανικές ενεργειακές εγκαταστάσεις.

Ανάλυση του Yale, την οποία επικαλείται το Al Jazeera, αναφέρει ότι ύποπτοι λογαριασμοί κέρδιζαν σχεδόν το 70% των στοιχημάτων τους σε περισσότερες από 200.000 περιπτώσεις, με εκτιμώμενα κέρδη 143 εκατ. δολαρίων.

Η ανάλυση του Al Jazeera περιγράφει έναν μηχανισμό που επαναλαμβάνεται σε μεγάλες διεθνείς κρίσεις. Η πολεμική αστάθεια μετατρέπεται σε υψηλότερες τιμές ενέργειας, ακριβότερες μεταφορές, αυξημένα ασφάλιστρα, μεγαλύτερους εξοπλιστικούς προϋπολογισμούς και έντονη κινητικότητα στις αγορές.

Οι ενεργειακές εταιρείες κέρδισαν από την άνοδο των τιμών. Οι αμυντικές βιομηχανίες από τις νέες παραγγελίες και τα αυξημένα κρατικά κονδύλια. Οι ναυτιλιακές από τα υψηλότερα ναύλα. Οι ασφαλιστικές από την ανατιμολόγηση του πολεμικού κινδύνου. Οι μεγάλες τράπεζες από τη μεταβλητότητα.

Το πολιτικό συμπέρασμα είναι ότι η ανασφάλεια δεν κατανέμεται ισότιμα. Για τους πολλούς γίνεται κόστος. Για λίγους γίνεται ευκαιρία. Ο πόλεμος κατά του Ιράν, όπως τον παρουσιάζει το Al Jazeera, αποτυπώνει αυτή την πραγματικότητα με αριθμούς: η κρίση πιέζει την παγκόσμια οικονομία, αλλά ταυτόχρονα ενισχύει όσους ελέγχουν ενέργεια, όπλα, θαλάσσιες μεταφορές, ασφάλιση και χρηματοπιστωτική ρευστότητα.