Ο πόλεμος ανάμεσα σε Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν δεν δοκίμασε μόνο τις αγορές, αλλά και την αξιοπιστία των λεγόμενων παραδοσιακών επενδυτικών «καταφυγίων». Το δολάριο, ο χρυσός αλλά και τα κρατικά ομόλογα, που συνήθως προσελκύουν κεφάλαια σε περιόδους γεωπολιτικής αναταραχής, δεν επιβεβαίωσαν αυτή τη φορά τη φήμη τους ως «ασφαλή καταφύγια».
Καθώς τελειώνει ο πόλεμος, η Morgan Stanley αναφέρει μερικά συμπεράσματα από την πορεία των αγορών στη διάρκεια του πολέμου.
Τα χρηματιστήρια
Οι χρηματιστηριακές αγορές απορρόφησαν σχετικά σύντομα το σοκ. Λόγω του φόβου για τους σαρωτικούς δασμούς που ανακοίνωσε ο Τραμπ τον Απρίλιο 2025, οι μετοχές έκαναν βουτιά περίπου 20%. Αυτή τη φορά, ωστόσο, παρά τον πόλεμο και τους σημαντικούς κινδύνους για την παγκόσμια ανάπτυξη, η πτώση ήταν πιο ήπια, έως 9%.
Από τα μέσα Απριλίου οι αγορές και το ελληνικό χρηματιστήριο είχαν «κηρύξει» το τέλος του πολέμου. Άλλωστε τα περισσότερα γεωπολιτικά σοκ τα τελευταία χρόνια δεν είχαν μακροχρόνιο αντίκτυπο στα χρηματιστήρια. Ενώ τέτοια γεγονότα προκαλούν άμεση, έντονη μεταβλητότητα, οι αγορές τείνουν να ανακάμπτουν σχετικά γρήγορα, συχνά πριν τελειώσουν οι ίδιες οι συγκρούσεις. Τα γεωπολιτικά γεγονότα δημιουργούν sell-off βραχυπρόθεσμα, αλλά σπάνια αλλάζουν τη μακροπρόθεσμη τάση των αγορών.
Μελέτες δείχνουν ότι σε πάνω από 18 σημαντικές «πράξεις πολέμου» από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έως το 2022, ο S&P 500, ο παγκόσμιος δείκτης αναφοράς, σημείωσε μέση πτώση 6,2%, αλλά κατά κανόνα ανέκαμπτε μέσα σε 30 εργάσιμες ημέρες.
Οι αγορές τελικά επικεντρώνονται στα θεμελιώδη μεγέθη, όπως τα εταιρικά κέρδη, τα επιτόκια και η οικονομική ανάπτυξη, παρά στους τίτλους των ειδήσεων. Τα γεωπολιτικά γεγονότα προκαλούν φόβο (αύξηση του δείκτη μεταβλητότητας VIX), ο οποίος εξασθενεί μόλις η νέα πραγματικότητα ενσωματωθεί στις τιμές.
Οι επενδυτές συχνά τιμολογούν τον κίνδυνο πριν την έναρξη μιας σύρραξης. Μόλις το γεγονός συμβεί, η αβεβαιότητα μειώνεται και οι αγορές ανακάμπτουν ακόμα και πριν τη λήξη των συγκρούσεων.
Τα κρατικά ομόλογα
Τα κρατικά ομόλογα παραδοσιακά θεωρούνται επενδυτικά «ασφαλή καταφύγια» κατά τη διάρκεια πολεμικών συγκρούσεων. Σύμφωνα με το κλασικό μοντέλο, τα κρατικά ομόλογα λειτουργούν ως αντιστάθμιση όταν πέφτουν οι μετοχές. Τον Μάρτιο, αυτή η σχέση διαταράχθηκε.
Με την κλιμάκωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή να αυξάνει τις τιμές του πετρελαίου και να αναζωπυρώνει τους φόβους για τον πληθωρισμό, ομόλογα και μετοχές υποχώρησαν μαζί, αποτυγχάνοντας να προσφέρουν διαφοροποίηση τη στιγμή που οι επενδυτές τη χρειάζονταν περισσότερο. Το συμπέρασμα είναι απλό: ένα χαρτοφυλάκιο που βασίζεται σε μία μόνο «σταθερή» σχέση μεταξύ περιουσιακών στοιχείων μπορεί να είναι πιο ευάλωτο από όσο φαίνεται.
Το δολάριο
Το δολάριο δεν λειτούργησε ως κλασικό «καταφύγιο». Κανονικά, το δολάριο ενισχύεται όταν οι επενδυτές αναζητούν ασφάλεια ή όταν τα επιτόκια των ΗΠΑ είναι πιο ελκυστικά από αυτά του εξωτερικού.
Ωστόσο, κατά μεγάλο μέρος των πρώτων έξι εβδομάδων της σύγκρουσης, το δολάριο φάνηκε να συνδέεται στενά με το πετρέλαιο, αυξανόμενο συχνά μαζί με το εμπόρευμα. Και ακόμη και μετά την απότομη πτώση του πετρελαίου μετά την ανακοίνωση της κατάπαυσης πυρός, το δολάριο υποχώρησε περισσότερο από ό,τι θα ανέμεναν πολλοί βάσει ιστορικών προτύπων.
Ο χρυσός
Ακόμη, ο χρυσός δεν μπόρεσε, παρά τον χαρακτηρισμό που του αποδίδουν, να αποτελέσει ασφαλές καταφύγιο.
Αυτή τη φορά όμως συμπεριφέρθηκε περισσότερο ως ρευστό περιουσιακό στοιχείο υψηλού ρίσκου, συχνά υποχωρώντας μαζί με τις μετοχές, καθώς πολλοί επενδυτές τον πουλούσαν για να αντλήσουν ρευστότητα εν μέσω αυστηρότερων χρηματοοικονομικών συνθηκών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο χρυσός έχει αυξηθεί ως ποσοστό των συναλλαγματικών αποθεμάτων, δηλαδή των αποθεμάτων που διακρατούν οι κεντρικές τράπεζες για τη στήριξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και τη διαχείριση των νομισμάτων τους σε περιόδους κρίσης.
