Οι οικονομικές επιπτώσεις από τον πόλεμο στο Ιράν, μοιάζουν με το φαινόμενο του ντόμινο. Όπου με το που πέφτει το πρώτο ντόμινο ακολουθούν ανεξαιρέτως όλα τα υπόλοιπα μέχρι και το τελευταίο.
Θα ήταν χρήσιμο να περιγράψουμε όσο πιο απλά γίνεται αυτή τη λογική αλληλουχία, για να ξεφύγουμε από την ομίχλη των κραυγών, της άρνησης, αλλά και των μαγικών λύσεων που έχουν κάποιοι στο τσεπάκι τους. Ο στόχος είναι να επιχειρήσουμε να προσγειωθούμε σε μια πραγματικότητα, που θα μπορούμε να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε καλύτερα.
Ο πόλεμος στο Ιράν, πέραν της γενικότερης ανησυχίας, δεν θα δημιουργούσε μεγάλα προβλήματα, εάν δεν οδηγούσε στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και στην καταστροφή σημαντικών ενεργειακών υποδομών στις υπόλοιπες χώρες του Κόλπου. Κι έτσι παρ’ όλο που υπάρχουν κάποιες χαριστικές -εντός εισαγωγικών- διελεύσεις πλοίων και κάποιες εναλλακτικές δίοδοι διοχέτευσης πετρελαίου μέσω αγωγών της Σαουδικής Αραβίας προς την Ερυθρά Θάλασσα και μέσω της Φουτζέιρα των Ηνωμένων Αμερικανικών Εμιράτων προς τον κόλπο του Ομάν, η προσφορά αργού πετρελαίου, πετρελαιοειδών, επεξεργασμένων τελικών προϊόντων, υγροποιημένου αερίου LNG, αλλά και λιπασμάτων, βρίσκεται σε παρατεταμένο καθεστώς ασφυξίας.
Η ανισορροπία λοιπόν που διαμορφώνεται στις αγορές ανάμεσα στη ζήτηση και στην προσφορά λόγω της ασφυκτικής υποχώρησης των διαθέσιμων φορτίων όπως προαναφέραμε, οδηγεί σε άνοδο των τιμών, που τις παρακολουθούμε με αγωνία μέρα με τη μέρα. Αφού το πετρέλαιο που μπαίνει στην αγορά είναι αισθητά λιγότερο από όσο απαιτείται για την εύρυθμη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας.
Τι σημαίνει αυτό; Ότι στο τέλος της ημέρας αυξάνονται οι τιμές στις αντλίες των πρατηρίων, ότι αυξάνονται τα κόστη μεταφοράς, τα κόστη θέρμανσης, τα κόστη της βιομηχανικής παραγωγής, τα κόστη των πλαστικών συσκευασιών που βρίσκονται παντού τη ζωή μας, τα κόστη των οικοδομικών υλικών, των βιομηχανικών πρώτων υλών, καθώς και τα κόστη της πρωτογενούς παραγωγής, δηλαδή του αγροτικού και κτηνοτροφικού τομέα.
Με αποτέλεσμα την αύξηση των τιμών των τελικών προϊόντων στα ράφια των καταστημάτων, παράλληλα με την αύξηση του συνολικού κόστους διαβίωσης των νοικοκυριών. Δηλαδή με αποτέλεσμα, την εκ νέου αναζωπύρωση του πληθωρισμού.
Και πως αντιδρούν οι καταναλωτές και οι πολίτες απέναντι στον πληθωρισμό; Μειώνουν όσο μπορούν τις καταναλωτικές τους δαπάνες, φροντίζοντας τις τσέπες τους, ειδικά μέσα στο κλίμα αβεβαιότητας και ανησυχίας που νοιώθουν, εν μέσω πολέμου. Όμως ταυτόχρονα η μείωση της ζήτησης για προϊόντα, αναγκάζει τις βιομηχανίες να μειώσουν την παραγωγή τους, οδηγώντας σε επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Μειώνοντας με αυτόν τον τρόπο τους ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕΠ, αλλά και την απασχόληση.
Και δεν υπάρχει χειρότερος συνδυασμός στην παγκόσμια οικονομική ιστορία, από τον πληθωρισμό και την ισχνή ανάπτυξη ή ακόμα και μηδενική ανάπτυξη.
Η χαμηλότερη ανάπτυξη και αδύναμη οικονομική δραστηριότητα, μεταφράζεται σε μειωμένα φορολογικά έσοδα για τους προϋπολογισμούς των χωρών. Σε μια στιγμή που οι κυβερνήσεις με τον άλφα ή βήτα τρόπο, καλούνται να στηρίξουν τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, με επιδόματα στην κατανάλωση ενέργειας και άλλα έκτακτα βοηθήματα.
Κάτι που αυξάνει τις κρατικές δαπάνες, ενώ υπάρχει σαφέστατη μείωση εσόδων. Οπότε τα κράτη, είτε θα πρέπει να προσφύγουν σε δανεισμό, είτε να χρησιμοποιήσουν εργαλεία όπως είναι η «ρήτρα διαφυγής» σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η οποία στην ουσία είναι δάνειο, του οποίου η λογιστική καταγραφή απλά παρακάμπτει τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες.
Έτσι οι χώρες βγαίνουν στις αγορές εκδίδοντας νέα κρατικά ομόλογα. Όμως οι επενδυτές από την πλευρά τους, βλέποντας ότι παράλληλα με τη ζήτηση για έκδοση τίτλων χρέους αυξάνεται και το ρίσκο λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων και της γενικευμένης αβεβαιότητας, απαιτούν αισθητά υψηλότερα επιτόκια για να δανείσουν τα κράτη. Ειδικά μέσα σε ένα περιβάλλον που ο κίνδυνος δημιουργίας νέων κόκκινων ιδιωτικών και επιχειρηματικών δανείων, ο κίνδυνος σειράς χρεοκοπιών, αλλά και ο φόβος της μη αποπληρωμής κρατικών χρεών είναι παραπάνω από ορατός.
Αυτό ήταν με δυο λόγια το φαινόμενο του ντόμινο που ακολούθησε την έναρξη του πολέμου στο Ιράν και δεν αφήνει πίσω του τίποτα όρθιο. Μπορεί ο πραγματικός πόλεμος να μαίνεται μακριά από εμάς και να νοιώθουμε ασφαλείς, ωστόσο ζούμε με την πραγματικότητα αυτού του πολέμου και των οικονομικών συνεπειών του, 24 ώρες το εικοσιτετράωρο. Και πρέπει να προσαρμοστούμε ανάλογα, σε αυτό το νέο περιβάλλον επίμονου πληθωρισμού, χαμηλής ανάπτυξης και υψηλών επιτοκίων. Καθώς το σοκ από τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, όπως είπε πρόσφατα η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, θα είναι πιθανότατα «πέρα από ό,τι μπορούμε να φανταστούμε».
