Η πρόσφατη επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ στην Κίνα και η συνάντησή του με τον Σι Τζινπίνγκ ανέδειξε μια βαθύτερη γεωοικονομική και γεωπολιτική συζήτηση που επανέρχεται όλο και πιο έντονα στον δημόσιο διάλογο: οδηγείται ο κόσμος σε μια νέα «παγίδα του Θουκυδίδη» ή μήπως οι μεγάλες δυνάμεις επιχειρούν να επαναδιαπραγματευθούν τους όρους της παγκόσμιας ισορροπίας χωρίς γενικευμένη σύγκρουση;
Η έννοια της «παγίδας του Θουκυδίδη», που έγινε ιδιαίτερα γνωστή μέσα από το έργο του καθηγητή του Harvard University Graham Allison, στηρίζεται στην ιστορική παρατήρηση του Θουκυδίδη ότι η άνοδος της Αθήνας και ο φόβος που αυτή προκάλεσε στη Σπάρτη κατέστησαν αναπόφευκτο τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Ο Graham Allison μελέτησε 16 ιστορικές περιπτώσεις ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων και υποστήριξε ότι στις 12 από αυτές, όταν μια ανερχόμενη δύναμη αμφισβητεί την κυρίαρχη, η πιθανότητα πολέμου αυξάνεται δραματικά.
Σήμερα, πολλοί θεωρούν ότι η σχέση ΗΠΑ–Κίνας ακολουθεί αυτή ακριβώς τη λογική. Η Κίνα αναδύεται ως οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική υπερδύναμη, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν να διατηρήσουν τη θέση τους στην κορυφή της διεθνούς τάξης.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από μια απλή αντιπαράθεση δύο πόλων. To ΑΕΠ της Κίνας έχει φθάσει το 60% του ΑΕΠ των ΗΠΑ. Ενώ το ΑΕΠ της Ιαπωνίας είχε φθάσει το 75% του ΑΕΠ των ΗΠΑ πριν αρχίσει η στασιμότητα της Ιαπωνίας για τα τελευταία 30 και πλέον χρόνια.
Οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν περίπου το 45% των παγκόσμιων χρηματαγορών όταν όλη Ασία το 16%. Οι ΗΠΑ έχουν δείκτη γονιμότητας περίπου 1,7, ενώ η Κίνα περίπου 1,0, γεγονός που σημαίνει ότι ο κινεζικός πληθυσμός γερνά και συρρικνώνεται. Στα τρόφιμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας αγροτικών προϊόντων στον κόσμο, ενώ η Κίνα, καθώς γίνεται πλουσιότερη, αναγκάζεται να εισάγει περίπου το 30% των τροφίμων της.
Οκτώ από τις δέκα μεγαλύτερες εταιρείες στον κόσμο, με βάση τη χρηματιστηριακή τους αξία, είναι αμερικανικές και όχι κινεζικές. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι όταν μια ανερχόμενη δύναμη συγκρούεται με μια κατεστημένη δύναμη, δεν είναι πάντοτε η κατεστημένη δύναμη που προχωρά πρώτη σε προληπτική επίθεση. Συνήθως είναι η ανερχόμενη δύναμη. Η Γερμανία είχε καταστραφεί μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ανέκαμψε, θέλησε να αμφισβητήσει τη Βρετανική Αυτοκρατορία, το έκανε, και έχασε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η αυτοκρατορική Ιαπωνία, το 1941, επιτέθηκε στις πανίσχυρες Ηνωμένες Πολιτείες, μια χώρα με πολύ μεγαλύτερη βιομηχανική και στρατιωτική ισχύ, και τελικά ηττήθηκε. Στον Ψυχρό Πόλεμο, η Σοβιετική Ένωση, παρότι είχε καταστραφεί στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επιχείρησε να αμφισβητήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως παγκόσμιο ηγεμόνα, και οι ΗΠΑ κέρδισαν τον Ψυχρό Πόλεμο. Οι ΗΠΑ, περίπου από το 1870 έως το 1920, αμφισβήτησαν την πρωτοκαθεδρία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και του Βρετανικού Ναυτικού. Δεν ξέσπασε πόλεμος όταν οι HΠΑ πήραν τη θέση της Βρετανίας.
Το ενδιαφέρον στοιχείο της πρόσφατης συνόδου στο Πεκίνο είναι ότι η Κίνα παρουσίασε τις ΗΠΑ ότι είναι δύναμη σε παρακμή με την αναφορά στην «παγίδα του Θουκυδίδη». Η άνοδος της Κίνας δεν σήμαινε την παρακμή της Αμερικής. Η παρακμή θα μπορέσει να επέλθει στο μέλλον εάν δεν ληφθούν μέτρα από τις ΗΠΑ που δαπανούν 30% περισσότερα από ότι εισπράττουν και το χρέος τους είναι περίπου 120% του ΑΕΠ με αποτέλεσμα οι τόκοι να ξεπερνούν το $1 τρισ. (περισσότεροι από τις αμυντικές δαπάνες). Οι ΗΠΑ εμφανίστηκαν ως κράτος που εξακολουθεί να διαθέτει τεράστια οικονομική και τεχνολογική ισχύ. Πήγαν με ολόκληρο τον οικονομικό τους πολιτισμό.
Με τους βιομηχάνους, τους τεχνολογικούς «κολοσσούς», τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους, τους μηχανικούς αεροδιαστημικής. Στην αμερικανική αποστολή συμμετείχαν κορυφαίοι επιχειρηματικοί παράγοντες, όπως ο Elon Musk, ο Jensen Huang, ο Tim Cook, καθώς και εκπρόσωποι «κολοσσών» όπως η Apple, η Nvidia, η Boeing, η BlackRock και η Goldman Sachs. Η συνολική χρηματιστηριακή αξία των εταιρειών που εκπροσωπούνταν σε εκείνη την αποστολή έφτανε περίπου τα $17 τρισ. κοντά στο ΑΕΠ της Κίνας ($18 τρισ.). Το μήνυμα ήταν σαφές: η αμερικανική ισχύς δεν είναι μόνο στρατιωτική είναι βιομηχανική, χρηματοπιστωτική, ενεργειακή και κυρίως τεχνολογική και διαστημική.
Αυτό ακριβώς διαφοροποιεί τη σημερινή γεωπολιτική συγκυρία από τις κλασικές αυτοκρατορικές συγκρούσεις του παρελθόντος. Η αλληλεξάρτηση ανάμεσα στις δύο οικονομίες είναι τόσο βαθιά ώστε μια ολοκληρωτική σύγκρουση θα είχε τεράστιο κόστος και για τις δύο πλευρές. Η Κίνα εξαρτάται από τις αμερικανικές αγορές, καθώς μείωση των εξαγωγών της θα οδηγήσει σε απώλεια των επενδύσεων της, αδυναμία αποπληρωμής δανείων, χρεοκοπίες τραπεζών και πορεία αντίστοιχη με της Ιαπωνίας. Εξαρτάται από, τη δυτική τεχνολογία και τη σταθερότητα του παγκόσμιου εμπορίου, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαρτώνται από κινεζικές εφοδιαστικές αλυσίδες (κυρίως σπάνιων γαιών και μαγνητών), βιομηχανική παραγωγή και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ασίας.
Ωστόσο, πίσω από αυτή τη διπολική αντιπαράθεση, υπάρχει και ένας τρίτος παράγοντας που συχνά παραβλέπεται: η γεωπολιτική διάσταση της Περσίας, δηλαδή του σημερινού Ιράν.
Η αναφορά στην Περσική Αυτοκρατορία μέσα στη συζήτηση για τον Θουκυδίδη δεν είναι τυχαία. Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, η Περσία δεν ήταν απλώς παρατηρητής. Χρηματοδοτούσε, επηρέαζε και παρενέβαινε, επιδιώκοντας να διατηρεί την Αθήνα και τη Σπάρτη σε διαρκή αντιπαράθεση ώστε να μην αναδειχθεί μια απόλυτα κυρίαρχη ελληνική δύναμη που θα μπορούσε να απειλήσει την Περσία, όπως κατάφερε ο Μέγας Αλέξανδρος αργότερα. Με άλλα λόγια, η σύγκρουση δεν ήταν αποκλειστικά αποτέλεσμα της δυναμικής δύο αντιπάλων, αλλά επηρεαζόταν και από έναν τρίτο γεωπολιτικό δρώντα. Επίσης, η Σπάρτη που επιτέθηκε στην Αθήνα, ήταν ολιγαρχία, ενώ η Αθήνα δημοκρατία.
Αυτή την ιστορική λεπτομέρεια δεν την αναλύει ο Graham Allison, αλλά αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα. Αντίστοιχα με τότε, θα έπρεπε να υπάρχει σήμερα μια άλλη αυτοκρατορία που θα μπορούσε να χρηματοδοτεί είτε την Κίνα είτε τις ΗΠΑ για να ξεκινήσουν μια πολεμική σύγκρουση προκειμένου να μην αναδειχθεί καμιά απόλυτα κυρίαρχη δύναμη. Σήμερα όμως δεν υπάρχει τρίτος δρώντας σε αυτό το ρόλο. Επί πλέον η Σπάρτη ήταν χερσαία δύναμη με ισχυρό πεζικό, ενώ η Αθήνα ήταν θαλάσσια αυτοκρατορία με πανίσχυρο ναυτικό. Η Αθήνα ήταν κοσμοπολίτικη, ενώ η Σπάρτη εσωστρεφής και επαρχιακή. Οι ΗΠΑ δεν είναι η Αθήνα και η Κίνα δεν είναι η Σπάρτη.
Το Ιράν βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ευρύτερης γεωπολιτικής αναμέτρησης που συνδέει τη Μέση Ανατολή, την ενεργειακή ασφάλεια, τις θαλάσσιες οδούς εμπορίου και τον ανταγωνισμό ΗΠΑ–Κίνας. Η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο του Ιράν και βασικό αγοραστή ιρανικής ενέργειας, ενώ παράλληλα επιδιώκει να εντάξει την Τεχεράνη στους ευρύτερους σχεδιασμούς των κινέζικων δρόμων του μεταξιού (BRI).
Για το Πεκίνο, η σταθερότητα στον Περσικό Κόλπο είναι υπαρξιακή οικονομική ανάγκη. Η κινεζική οικονομία εξαρτάται από την αδιάλειπτη ροή ενέργειας και εμπορευμάτων μέσω των θαλάσσιων διαδρόμων της Μέσης Ανατολής. Ένα σοβαρό επεισόδιο στα στενά του Ορμούζ ή μια γενικευμένη ανάφλεξη Ιράν–ΗΠΑ θα μπορούσε να προκαλέσει τεράστιες διαταραχές στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες και στην κινεζική ανάπτυξη.
Από την άλλη πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι αυτάρκεις και εξαγωγείς ενέργειας. Αυτό σημαίνει στρατηγική ελευθερία, σημαίνει ότι καμία ξένη δύναμη δεν μπορεί να κρατήσει τις ΗΠΑ όμηρο χειραγωγώντας τις τιμές του πετρελαίου ή διακόπτοντας γραμμές εφοδιασμού. Αλλά γνωρίζουν ότι η γεωοικονομική ευπάθεια της Κίνας παραμένει συνδεδεμένη με τις θαλάσσιες ενεργειακές διαδρομές στις οποίες οι ΗΠΑ ανέλαβαν να κρατήσουν ελεύθερες. Για τον λόγο αυτό, η Μέση Ανατολή εξακολουθεί να έχει στρατηγική σημασία όχι μόνο για την ενεργειακή αγορά αλλά και για την παγκόσμια ισορροπία ισχύος.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η πληροφορία ότι κατά τη σύνοδο του Πεκίνου συζητήθηκε η μη παροχή κινεζικού στρατιωτικού εξοπλισμού προς το Ιράν. Εάν πράγματι υπήρξε τέτοια δέσμευση, τότε πρόκειται για ένδειξη ότι η Κίνα επιδιώκει να αποφύγει την πλήρη στρατιωτικοποίηση της σχέσης της με την Τεχεράνη. Η Κίνα φαίνεται να προτιμά έναν ρόλο οικονομικού εταίρου και όχι άμεσου στρατιωτικού συμμάχου.
Το ίδιο ισχύει και για την Ταϊβάν. Παρότι το ζήτημα παραμένει το σημαντικότερο σημείο τριβής ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Κίνα φαίνεται να κατανοούν ότι μια στρατιωτική αναμέτρηση θα προκαλούσε παγκόσμιο οικονομικό σοκ χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Η Ταϊβάν αποτελεί κρίσιμο κόμβο στην παραγωγή προηγμένων ημιαγωγών και οποιαδήποτε διακοπή στην παραγωγή της Taiwan Semiconductor Manufacturing Company θα είχε τεράστιες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία (παράγει περίπου το 90% των τσιπ υψηλής τεχνολογίας).
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία της σημερινής «παγίδας του Θουκυδίδη». Η σύγκρουση δεν είναι αναπόφευκτη, αλλά η διαχείριση του φόβου και της ανασφάλειας καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη καθώς η Κίνα παίρνει την θέση της ισχύος της Ρωσίας ως ο ισχυρότερος ανταγωνιστής των ΗΠΑ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν να επιβραδύνουν την κινεζική τεχνολογική άνοδο μέσω περιορισμών στα τσιπ, στις επενδύσεις και στις εξαγωγές τεχνολογίας. Η Κίνα, από την πλευρά της, επιχειρεί να επιταχύνει την αυτάρκεια σε κρίσιμους τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η ενέργεια και οι ημιαγωγοί.
Παράλληλα, αναδύεται και μια ευρύτερη αναθεώρηση της εξάρτησης κρίσιμων τομέων της οικονομίας από ανασφαλείς παγκόσμιους προμηθευτές. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν επαναβιομηχάνιση, ενεργειακή αυτάρκεια και μεταφορά κρίσιμων παραγωγικών δραστηριοτήτων πίσω στο αμερικανικό έδαφος. Η λογική αυτή θυμίζει το λεγόμενο «Αμερικανικό Σύστημα» των Alexander Hamilton και Abraham Lincoln: προστασία της βιομηχανίας, ισχυρό κράτος, στρατηγικές υποδομές και τεχνολογική υπεροχή.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα εποχή ψυχρού πολέμου ή αν διαμορφώνεται ένα πιο σύνθετο πολυπολικό σύστημα, όπου οι μεγάλες δυνάμεις θα ανταγωνίζονται χωρίς να οδηγούνται αναγκαστικά σε γενικευμένη σύγκρουση προκειμένου να προστατέψουν τις οικονομίες τους.
Ως εικόνα των δύο ηγετών φαίνεται ότι κατανοούν ότι η συνεργασία και η ισχύς δεν είναι αντίθετες έννοιες. Οι αποφάσεις τους φαίνονται ότι οδηγούν σε μια τριετία ηρεμίας με ανάπτυξη εμπορικών σχέσεων υπό συνθήκες ανταγωνισμού και κατανόησης αλλά χωρίς φιλικές σχέσεις. Η πρόσφατη επίσκεψη του Ρώσου προέδρου στην Κίνα δεν εξασφάλισε την δημιουργία αγωγού φυσικού αερίου που διακαώς περίμεναν οι Ρώσοι.
Η ιστορία διδάσκει ότι οι μεταβάσεις ισχύος είναι επικίνδυνες. Διδάσκει όμως επίσης ότι η γεωοικονομία και η γεωπολιτική δεν καθορίζεται μόνο από «νόμους της ιστορίας». Καθορίζεται από επιλογές, οικονομικά συμφέροντα, αντιλήψεις, και την ικανότητα των ηγεσιών να διαχειρίζονται κρίσεις.
Η Περσία της εποχής του Θουκυδίδη προσπάθησε να εκμεταλλευθεί τον ανταγωνισμό Αθήνας και Σπάρτης. Σήμερα, η Μέση Ανατολή και ειδικά το Ιράν παραμένουν πεδίο όπου διασταυρώνονται οι στρατηγικές των μεγάλων δυνάμεων. Όμως η παγκόσμια οικονομία του 21ου αιώνα είναι τόσο αλληλεξαρτώμενη ώστε ένας ολοκληρωτικός πόλεμος θα είχε καταστροφικές οικονομικές συνέπειες για όλους.
Ίσως, λοιπόν το πραγματικό δίδαγμα του Θουκυδίδη να μην είναι ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος. Ίσως, το πραγματικό δίδαγμα να είναι ότι οι μεγάλες δυνάμεις καταρρέουν όταν αδυνατούν να κατανοήσουν τις βαθύτερες οικονομικές και γεωπολιτικές δυναμικές που διαμορφώνουν τον κόσμο γύρω τους. Και αυτή ακριβώς είναι η πρόκληση της εποχής μας.
Παρόλα αυτά, η διαμάχη μεταξύ πολιτισμών συνεχίζεται από την εποχή του Θουκυδίδη μέχρι σήμερα, κυρίως με την μορφή ανταγωνισμών μεταξύ δημοκρατικών ελεύθερων κοινωνιών και αυταρχικών καταπιεστικών πολιτισμών που εξακολουθούν να στερούν την ευημερία από τούς λαούς τους, και συνεχίζουν τον όποιο πλούτο καταφέρουν να αποκτούν, να τον μετατρέπουν σε στρατωτικούς εξοπλισμούς για να επεκτείνουν με την βία την επιρροή τους, τις ιδεολογίες τους, και τις θρησκείες τους σε πρώην αυτοκρατορικές τους περιοχές.
* Ο Γιώργος Ατσαλάκης είναι Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων.
