Η μείωση της παγκόσμιας ζήτησης για πετρέλαιο αλλάζει τις ισορροπίες

Η μείωση της παγκόσμιας ζήτησης για πετρέλαιο αλλάζει τις ισορροπίες

Η παγκόσμια αγορά ενέργειας βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ιστορικό ορόσημο. Για πρώτη φορά μετά το 2020, το έτος της απόλυτης οικονομικής καθήλωσης λόγω της πανδημίας Covid-19, η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου αναμένεται να παρουσιάσει πτώση σε δωδεκάμηνη βάση. Η έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα, σκιαγραφεί ένα ζοφερό τοπίο όπου οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, η αποδιοργάνωση των εφοδιαστικών αλυσίδων και οι επιθέσεις σε κρίσιμες πετρελαϊκές υποδομές συνθέτουν μια τέλεια καταιγίδα για τον κλάδο των υδρογονανθράκων.

Σύμφωνα με τον IEA, η παγκόσμια ζήτηση αναμένεται να συρρικνωθεί κατά 1 εκατομμύριο βαρέλια την ημέρα (mb/d) εντός του 2026. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι απλά μια στεγνή αριθμητική μεταβολή, αλλά το άμεσο αποτέλεσμα της κλιμάκωσης του πολέμου στον Περσικό κόλπο, που έχει μετατοπίσει το επίκεντρο της ενεργειακής κρίσης από τις κλασσικές οικονομικές διακυμάνσεις, στη φυσική απειλή κατά της προμήθειες των αγορών με ενέργεια.

Το κλειδί για την κατανόηση αυτής της συρρίκνωσης είναι τα Στενά του Ορμούζ. Ως το πιο κρίσιμο «σημείο συμφόρησης» για τη θαλάσσια μεταφορά πετρελαίου στον κόσμο, το κλείσιμο ή η υπολειτουργία των στενών έχει επιφέρει τεράστια πλήγματα. Η αδυναμία των πετρελαιοφόρων να διαπλεύσουν με ασφάλεια την έξοδο του Περσικού Κόλπου έχει δημιουργήσει μια ανισορροπία που είναι ιδιαίτερα έντονη τόσο σε επίπεδο προϊόντων και όσο και σε γεωγραφικό επίπεδο.

Η πρόβλεψη του IEA για μια σταδιακή ανάκαμψη της αγοράς προς το τέλος του έτους δεν αποτελεί βεβαιότητα, αλλά μια απλή υπόθεση εργασίας. Βασίζεται στην προϋπόθεση μιας διατηρήσιμης κατάπαυσης του πυρός και της σταδιακής επαναλειτουργίας των οδών ανεφοδιασμού. Ωστόσο, η πραγματικότητα στο πεδίο απέχει πλέον πολύ από αυτό το σενάριο.

Η νέα κλιμάκωση των εχθροπραξιών μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν τις τελευταίες ημέρες έχει καταστήσει την κατάσταση εξαιρετικά εύθραυστη. Οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία έχουν οδηγήσει σε δραματική μείωση της κίνησης μέσω του Στενού. Όπως υπογραμμίζει ο IEA, η επίτευξη μιας μόνιμης ειρηνευτικής συμφωνίας αποτελεί μια απολύτως αναγκαία συνθήκη για την ομαλοποίηση των παγκόσμιων ενεργειακών αγορών. Χωρίς αυτήν, η πιθανότητα μετάβασης σε πλεονάζουσα προσφορά παραμένει ένας μακρινός στόχος, ενώ ο κίνδυνος περαιτέρω ανατιμήσεων λόγω ελλείψεων παραμένει ορατός.

Παράλληλα με την κρίση στη Μέση Ανατολή, η Ρωσία  που είναι ο τρίτος μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου παγκοσμίως, αντιμετωπίζει τις δικές της προκλήσεις. Η στρατηγική της Ουκρανίας να στοχεύσει συστηματικά τις ρωσικές υποδομές ενέργειας μέσω μιας εντατικής εκστρατείας επιθέσεων με drones έχει αρχίσει να αποδίδει καρπούς με τρόπο που επηρεάζει την παγκόσμια προσφορά.

Οι επιθέσεις κατά διυλιστηρίων, εγκαταστάσεων αποθήκευσης και αγωγών μεταφοράς έχουν αναγκάσει τον IEA να αναθεωρήσει προς «τα κάτω» τις εκτιμήσεις του για τη ρωσική παραγωγή. Συγκεκριμένα, ο οργανισμός προέβη σε περικοπή των προβλέψεων για το 2026 και 2027 χρονιά κατά 85.000 και 150.000 βαρέλια την ημέρα αντίστοιχα. Μετά από μια παραγωγή 9,2 mb/d το 2025, η Ρωσία αναμένεται να κυμανθεί στα 8,9 mb/d φέτος και να υποχωρήσει περαιτέρω στα 8,8 mb/d το 2027. Αυτή η σταδιακή αποδυνάμωση της ρωσικής παραγωγικής ικανότητας προσθέτει ένα επιπλέον παράγοντα αβεβαιότητας στη διεθνή εξίσωση τόσο σε επίπεδο πετρελαίου, όσο και των υπόλοιπων τελικών προϊόντων.

Παρόλο που η παγκόσμια ζήτηση πέφτει, οι τιμές του πετρελαίου παρουσιάζουν μια ιδιόμορφη ανθεκτικότητα, διατηρώντας κέρδη παρά την καθοδική πίεση της κατανάλωσης. Αυτό οφείλεται στην αποσύνδεση μεταξύ της αγοράς αργού πετρελαίου και της αγοράς διυλισμένων προϊόντων, όπως είναι η βενζίνη και το ντίζελ. Κάτι που παρατηρείται και στη χώρα μας.

Έτσι ενώ το αργό πετρέλαιο μπορεί να παρουσιάζει σημάδια αναπλήρωσης των αποθεμάτων του, η αδυναμία των διυλιστηρίων στη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία, να λειτουργήσουν σε πλήρη ισχύ, διατηρεί την προσφορά των τελικών προϊόντων σε εξαιρετικά περιορισμένο επίπεδο. Τα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων παραμένουν σε πολυετή υψηλά. Με αποτέλεσμα το «επιπλέον κόστος» να μετακυλίεται απευθείας στον καταναλωτή, κρατώντας τις τιμές στα πρατήρια καυσίμων σε υψηλά επίπεδα, παρά την υποχώρηση της συνολικής ζήτησης.

Το ερώτημα που τίθεται είναι αν το 2026 θα αποτελέσει απλά μια μικρή παρέκκλιση λόγω των έκτακτων γεγονότων ή αν θα σηματοδοτήσει την αρχή μιας νέας εποχής, όπου η ενεργειακή ασφάλεια γίνεται πρωταρχικός παράγοντας διαμόρφωσης των τιμών. Λαμβάνοντας τη θέση της σχέσης - προσφοράς και ζήτησης. Για τις κυβερνήσεις και τις επιχειρήσεις, το μήνυμα είναι σαφές. Η εξάρτηση από συγκεκριμένες θαλάσσιες οδούς όπως αυτή των Στενών του Ορμούζ και η ευπάθεια των ενεργειακών υποδομών σε πολεμικές συγκρούσεις όπως συμβαίνει σήμερα με τις μονάδες διύλισης στον Περσικό κόλπο και στη Ρωσική επικράτεια, απαιτούν μια επαναξιολόγηση των εθνικών στρατηγικών αποθεμάτων και της ενεργειακής διαφοροποίησης. Με τις ΗΠΑ να αναδεικνύονται προς το παρόν, σε μεγάλο νικητή στην ενεργειακή σκακιέρα. 

Για τους επενδυτές και τις κεντρικές τράπεζες, η πρόκληση είναι η διαχείριση του ρίσκου του στασιμοπληθωρισμού, που εγκυμονεί η αγορά ενέργειας. Δηλαδή, των υψηλών τιμών ενέργειας λόγω περιορισμένης ικανότητας διύλισης και μεταφοράς και της επιβράδυνσης της κατανάλωσης. Η πορεία της παγκόσμιας οικονομίας για τους επόμενους 18 μήνες θα καθοριστεί όχι μόνο από τη νομισματική πολιτική, αλλά από την ικανότητα των πετρελαϊκών παραγωγικών και εφοδιαστικών δικτύων να απορροφήσουν και να αποσβέσουν τα γεωπολιτικά σοκ. Η αγορά εισέρχεται σε μια φάση όπου η «ενεργειακή ασφάλεια» μεταφράζεται σε υψηλότερες κεφαλαιουχικές δαπάνες (capex) και αυξημένα λειτουργικά κόστη (opex), γεγονός που θα αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για τον παγκόσμιο πληθωρισμό και την οικονομική μεγέθυνση μέσα στην επόμενη διετία.

Πάντως, ο συνδυασμός της χαμηλότερης ζήτησης και της σταδιακά ανακάμπτουσας προσφοράς δημιουργεί ένα ασυνήθιστο σενάριο για τους αναλυτές. Ενώ το 2026 χαρακτηρίζεται από ελλείμματα και άδεια αποθέματα, ο ΙΕΑ προειδοποιεί ήδη για την πιθανή εμφάνιση ενός «σημαντικού πλεονάσματος» το 2027, καθώς η προσφορά αναμένεται να αυξηθεί πολύ ταχύτερα από τη ζήτηση εφόσον σταθεροποιηθεί η κατάσταση στον Κόλπο. Μέχρι τότε, όμως, η αγορά παραμένει όμηρος μιας εύθραυστης ισορροπίας ανάμεσα σε επιθέσεις και προσπάθειες εκεχειρίας, με κάθε νέα ανταλλαγή πυρών στον Κόλπο να απειλεί να ανατρέψει εκ νέου το σύνολο των παραδοχών πάνω στις οποίες στηρίζονται οι προβλέψεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας.