Η Ινδία, η δεύτερη μεγαλύτερη αγορά χρυσού παγκοσμίως, προχώρησε σε σημαντική αύξηση των εισαγωγικών δασμών σε χρυσό και ασήμι, ανεβάζοντάς τους στο 15% από 6%, σε μια προσπάθεια να περιορίσει τις πιέσεις που δέχεται η ρουπία από την αυξημένη ζήτηση πολύτιμων μετάλλων και το διογκωμένο εμπορικό έλλειμμα.
Η απόφαση έρχεται λίγες ημέρες μετά την έκκληση του πρωθυπουργού Ναρέντρα Μόντι προς τους πολίτες να περιορίσουν τις αγορές χρυσού για έναν χρόνο, καθώς οι αυξημένες εισαγωγές επιβαρύνουν τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας.
Σύμφωνα με κυβερνητικές ανακοινώσεις, επιβάλλεται πλέον βασικός τελωνειακός δασμός 10% και επιπλέον φόρος 5% στις εισαγωγές χρυσού και ασημιού.
Η ζήτηση χρυσού στην Ινδία έχει εκτοξευθεί το τελευταίο διάστημα. Έκθεση του Παγκόσμιου Συμβουλίου Χρυσού έδειξε ότι οι μέσες μηνιαίες εισαγωγές χρυσού ανήλθαν σε 83 τόνους τους δύο πρώτους μήνες του 2026, έναντι 53 τόνων κατά μέσο όρο το 2025. Σε αξία, η ζήτηση σχεδόν διπλασιάστηκε το πρώτο τρίμηνο του έτους, φτάνοντας σε ιστορικό υψηλό 25 δισ. δολαρίων.
Ωστόσο, η αυξημένη ζήτηση επιβαρύνει σημαντικά το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας, το οποίο ήδη πιέζεται από τις υψηλές διεθνείς τιμές ενέργειας και τις αναταράξεις στη Μέση Ανατολή. Η Ινδία κατέγραψε εμπορικό έλλειμμα άνω των 330 δισ. δολαρίων το οικονομικό έτος που έληξε τον Μάρτιο του 2026, από περίπου 280 δισ. έναν χρόνο νωρίτερα.
Χρυσός και ασήμι αντιστοιχούσαν σχεδόν στο 11% των συνολικών εισαγωγών της χώρας, ενώ το πετρέλαιο και τα ενεργειακά προϊόντα κάλυπταν το 22%.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η μείωση των εισαγωγών χρυσού μπορεί να περιορίσει μέρος των εκροών, ωστόσο το βασικό πρόβλημα παραμένει το αυξημένο ενεργειακό κόστος. Η χώρα εισάγει περίπου το 85% των ενεργειακών αναγκών της, γεγονός που εντείνει τις πιέσεις στη ρουπία, η οποία καταγράφει ιστορικά χαμηλά έναντι του δολαρίου.
Παράλληλα, η κυβέρνηση αποφεύγει προς το παρόν την αύξηση των τιμών καυσίμων στην εγχώρια αγορά και στρέφεται σε μέτρα περιορισμού της κατανάλωσης και των εισαγωγών.
