Τα έκτακτα μέτρα ύψους 300 εκατ. ευρώ, που ανακοίνωσε η κυβέρνηση, σε μια προσπάθεια αναχαίτισης των επιπτώσεων από τη δεύτερη - μέσα σε τέσσερα χρόνια - ενεργειακή κρίση, αφήνουν λίγα και περιορισμένα περιθώρια για ένα νέο πακέτο στήριξης, χωρίς να ξεπεραστεί το προκαθορισμένο «ταβάνι» των δημοσίων δαπανών.
Τα όρια είναι δεδομένα. Κι ας φωνάζει περί του αντιθέτου η αντιπολίτευση. Αφού αυτά προσδιορίζονται με αυστηρό τρόπο, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η αύξηση των καθαρών δαπανών σε ετήσια βάση δεν μπορεί να υπερβαίνει το 3,7% μέχρι το 2028. Και αυτό ισχύει παρ’ όλο που η κυβερνητική πολιτική έχει επιτρέψει στη χώρα να διαθέτει επαρκείς πόρους, σαν αποτέλεσμα των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων που καταγράφονται τα τελευταία έτη, αλλά και της υπεραπόδοσης των δημοσίων εσόδων.
Επομένως οποιαδήποτε μεγαλύτερη και ευρύτερη στήριξη απαιτεί την αλλαγή των ευρωπαϊκών κανόνων. Και την εκ νέου υιοθέτηση της περίφημης «εθνικής ρήτρας διαφυγής», της γνωστής «National Escape Clause (NEC)», που ήδη ισχύει για τις αμυντικές δαπάνες μετά την αναθεώρηση των δημοσιονομικών κανόνων δηλαδή του Συμφώνου Σταθερότητας της ΕΕ, τον Απρίλιο του 2024.
Η «εθνική ρήτρα διαφυγής» έχει εγκριθεί από τη Κομισιόν για 17 χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, στα πλαίσια της πρωτοβουλίας «Readiness 2030» και του σχεδίου «ReArm Europe» για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τι προβλέπει η «εθνική ρήτρα διαφυγής» για την άμυνα
Η «εθνική ρήτρα διαφυγής» για την άμυνα επιτρέπει την απόκλιση από τον στόχο των καθαρών δαπανών, θέτοντας το όριο ευελιξίας στο 1,5% του ΑΕΠ συνολικά για μια τετραετία (2025-2028). Επιτρέπει την αύξηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων και της αμυντικής βιομηχανίας χωρίς να επιβάλλονται άμεσα μέτρα λιτότητας σε άλλους τομείς όπως είναι η υγεία, η παιδεία κ.α., για την κάλυψη αυτών των δαπανών. Προϋπόθεση είναι ότι η απόκλιση δεν θα πρέπει να θέτει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική βιωσιμότητα της χώρας μεσοπρόθεσμα.
Μέσα από αυτό το πρίσμα, χώρες όπως είναι η Γαλλία και η Ιταλία δεν έχουν ενεργοποιήσει τη δική τους «ρήτρα διαφυγής» για τους αμυντικούς εξοπλισμούς, καθώς οι εθνικές οικονομίες τους, βρίσκονται ήδη σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, ή όπως είναι η επίσημη ευρωπαϊκή ονομασία «Excessive Deficit Procedure (EDP)». Δηλαδή βρίσκονται σε ένα καθεστώς μηχανισμού συμμόρφωσης, που αφορά τα κράτη μέλη της ΕΕ που ξεπερνούν τα επιτρεπτά όρια κρατικών δαπανών.
Ποιες χώρες πιέζουν για την υιοθέτηση μιας νέας «ρήτρας διαφυγής»
Είναι λογικό να μην έχουν κοινή γραμμή όλες οι χώρες της ΕΕ. Αφού δεν ακολουθούν τις ίδιες δημοσιονομικές πολιτικές, διαθέτουν διαφορετικές δημοσιονομικές αντοχές και υιοθετούν διαφορετικά μοντέλα στήριξης. Εκτός της Ελλάδας, υπέρ του μεγαλύτερου δημοσιονομικού χώρου για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, έχουν τεθεί η Ισπανία και η Ιταλία, δηλαδή ο λεγόμενος Νότος.
Στον αντίποδα βρίσκεται η Γερμανία και ο Ευρωπαϊκός Βορράς. Χώρες που δεν είναι γενικά φιλικές προς τις ευρείες επιδοματικές πολιτικές. Εξαίρεση από το μπλοκ του Βορρά, αποτελεί η Πολωνία. Η οποία ζητά την εφαρμογή μιας ειδικής ρήτρας για την ενέργεια, όσον αφορά την εξαίρεση των δαπανών της που αφορούν την ενεργειακή μετάβαση και την απεξάρτηση από το φυσικό αέριο. Ας μην λησμονούμε ότι η Βαρσοβία, έχει πληρώσει ακριβά την ενεργειακή εξάρτηση της από το ρωσικό φυσικό αέριο. Προς την πλευρά του μπλοκ του Βορρά κλίνει και το Παρίσι, που αντιμετωπίζει τα δικά του προβλήματα με το Γαλλικό δημοσιονομικό έλλειμμα να έχει ξεφύγει πέρα από κάθε λογικό όριο και την κυβέρνηση να αιωρείται πάνω από την «πυρά» της αντιπολίτευσης.
Τι υποστηρίζουν για τη «ρήτρα διαφυγής» οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί
Οι θεσμοί αντιμετωπίζουν με διαφορετικό τρόπο το θέμα της άμυνας από το θέμα της ενέργειας. Για την άμυνα υπήρξε μια συμφωνία διότι οι ανάγκες αφορούν την αντιμετώπιση της ίδιας της υπαρξιακής απειλής της Ευρώπης. Αντιθέτως η ενεργειακή κρίση αντιμετωπίζεται προς το παρόν σαν ένα «οικονομικό σοκ», το οποίο οι χώρες πρέπει να μάθουν να διαχειρίζονται μέσω διαρθρωτικών αλλαγών και όχι μέσω έκδοσης χρέους. Και τονίζεται το «προς το παρόν», διότι δεν έχει φανεί ακόμα ούτε η διάρκεια, ούτε η ένταση, αλλά ούτε και το βάθος των επιπτώσεων της κρίσης.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θεωρεί ως πρώτιστη ανάγκη αυτήν της τόνωσης της οικονομίας και της τήρησης των δημοσιονομικών κανόνων και ορίων. Ζητά τα μέτρα που υιοθετούν οι κυβερνήσεις να είναι απολύτως στοχευμένα και προσωρινά, για όσον καιρό η κρίση είναι παρούσα. Η ουσία είναι ότι αν τα κράτη επιδοτούν αλόγιστα τους πολίτες για τα καύσιμα και το ηλεκτρικό ρεύμα, η κατανάλωση δεν θα μειωθεί, ο πληθωρισμός δεν θα υποχωρήσει, οπότε η ΕΚΤ θα δυσκολευτεί να μειώσει τα επιτόκια των δανείων για να βοηθήσει την ανάπτυξη.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας. Ο ESM εκτιμά ότι οποιαδήποτε εξαίρεση θα δυσκολέψει την επιστροφή στη δημοσιονομική κανονικότητα και ότι οι χώρες με υψηλό χρέος μέσω της «ενεργειακής ρήτρας διαφυγής», θα εμφανίσουν εκ των πραγμάτων μεγαλύτερο έλλειμμα, οπότε πιθανότατα να δουν τα spreads των ομολόγων τους να παίρνουν την ανιούσα.
Η Κομισιόν θεωρεί ότι η ρήτρα διαφυγής μπορεί να ενεργοποιηθεί μόνο μπροστά στον κίνδυνο εμφάνισης ύφεσης. Και ότι αν επιτραπεί για δεύτερη φορά μια ρήτρα για την ενέργεια, θα ακολουθήσουν αιτήματα για το κλίμα, την υγεία και άλλα επείγοντα, αχρηστεύοντας με αυτόν τον τρόπο το Σύμφωνο Σταθερότητας.
Τέλος, μέσα στο Eurogroup αποτυπώθηκαν οι διαφορές ανάμεσα στον «Βορρά» και στο «Νότο». Η λέξη «αβεβαιότητα» είχε την τιμητική της, με οποιαδήποτε περαιτέρω απόφαση να μετατίθεται στο μέλλον.
Γίνεται κατανοητό ότι η «εθνική ρήτρα διαφυγής» μπορεί να λειτουργήσει μόνο σαν πυροσβεστήρας σε ένα σπίτι που καίγεται. Ωστόσο η υιοθέτηση ενός προληπτικού συστήματος πυρόσβεσης που περνάει μέσα από μεταρρυθμιστικές πολιτικές, από υγιή και ανοικτό ανταγωνισμό, αλλά και από ισχυρές ελεγκτικές ανεξάρτητες αρχές, είναι το ζητούμενο. Τουλάχιστον για την Ελλάδα.
