Σύμφωνα με νέα έκθεση της Citigroup, η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή αποτελεί το απόλυτο «crash test» για το πλαίσιο άσκησης πολιτικής της ΕΚΤ, την ώρα που οι αγορές αρχίζουν να προεξοφλούν νέες αυξήσεις επιτοκίων.
Οι αναλυτές της Citi, υπό τον Arnaud Mares, επισημαίνουν ότι το τρέχον περιβάλλον επιβεβαιώνει τη μακροχρόνια εκτίμησή τους πως οι οικονομίες είναι πλέον μόνιμα εκτεθειμένες σε γεωπολιτικά υποκινούμενα σοκ τα οποία δεν πλήττουν τη ζήτηση (την οποία μπορεί να ελέγξει μια κεντρική τράπεζα), αλλά την προσφορά, καθιστώντας την αντίδραση της νομισματικής πολιτικής εξαιρετικά περίπλοκη.
Το κλειδί βρίσκεται στις πληθωριστικές προσδοκίες καθώς η ΕΚΤ έχει καταστήσει σαφές ότι αν ο πληθωρισμός παραμείνει πάνω από το στόχο —με τις προβλέψεις να δείχνουν πλέον προς το 3% για μεγάλο μέρος του 2026— θα αναγκαστεί να αντιδράσει επιθετικά, ανεξάρτητα από το αν η αιτία είναι η άνοδος του πετρελαίου ή η εγχώρια κατανάλωση.
Παρά την πρόσφατη «γερακίσια» στροφή αρκετών διοικητών κεντρικών τραπεζών, οι οποίοι προειδοποιούν για πρόωρες αυξήσεις επιτοκίων, η Citi παραμένει σκεπτική.
Αυτό διότι σε αντίθεση με το 2022, όταν τα επιτόκια ήταν σε ιστορικά χαμηλά, σήμερα βρίσκονται ήδη σε περιοριστικό επίπεδο (κοντά στο 2% - 2,5%) και οποιαδήποτε περαιτέρω αύξηση θα αποτελέσει σαφή κίνηση «στραγγαλισμού» της ζήτησης, κάτι που θα προκαλέσει έντονες πολιτικές αντιδράσεις.
Οι οικονομολόγοι της Citi προειδοποιούν ότι η νομισματική πολιτική δρα με καθυστέρηση μηνών ή και ετών και μια βιαστική αύξηση επιτοκίων σήμερα, ως απάντηση σε ένα πιθανόν παροδικό ενεργειακό σοκ, μπορεί να αποδειχθεί τραγικό λάθος αν η σύγκρουση αποκλιμακωθεί σύντομα.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για την Κριστίν Λαγκάρντ είναι ο κίνδυνος του στασιμόπληθωρισμού καθώς η άνοδος του ενεργειακού κόστους λειτουργεί ως «φόρος» στην ανάπτυξη, ενώ ταυτόχρονα τροφοδοτεί τις τιμές.
Αν η ΕΚΤ επιλέξει να αυξήσει τα επιτόκια εν μέσω μιας τέτοιας κρίσης, κινδυνεύει να έρθει σε ευθεία σύγκρουση με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ενώ οι τελευταίες καλούνται ήδη να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες και να στηρίξουν την εγχώρια ζήτηση, κάτι που θα καταστεί αδύνατο, αν το κόστος δανεισμού εκτιναχθεί ξανά.
