Στο επίκεντρο μιας συζήτησης που αποτυπώνει ίσως με τον πιο καθαρό τρόπο το μεταίχμιο στο οποίο βρίσκεται η ελληνική οικονομία, ο Γιώργος Μαργώνης επέλεξε να ξεκινήσει από το πρόβλημα και όχι από τις διαπιστώσεις. O Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Παπαστράτος περιέγραψε στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών μια πραγματικότητα που δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού, ήτοι το χάσμα ανάμεσα στην εκπαίδευση και την παραγωγή. Ένα χάσμα που διευρύνεται με ταχύτητα που ξεπερνά τις δυνατότητες προσαρμογής των θεσμών.
Η βασική θέση του κ. Μαργώνη στη συζήτηση ήταν πως «η εκπαίδευση κινείται με ρυθμούς ετών, ενώ η αγορά εργασίας αλλάζει μέσα σε μήνες. Πρόκειται για μια “ασυμμετρία χρόνου” που δημιουργεί ένα διαρκώς διευρυνόμενο κενό δεξιοτήτων».
Τα προγράμματα σπουδών, τα πανεπιστημιακά curricula και οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις απαιτούν μακρές διαδικασίες σχεδιασμού και υλοποίησης. Αντίθετα, η Τεχνητή Νοημοσύνη, η αυτοματοποίηση, η ρομποτική και η πράσινη μετάβαση αναδιαμορφώνουν ήδη το εργασιακό τοπίο σε πραγματικό χρόνο.
Ο ίδιος έθεσε το ζήτημα με όρους ευθύνης, καθώς οι επιχειρήσεις δεν μπορούν πλέον να λειτουργούν ως παθητικοί αποδέκτες ταλέντου. Η παραγωγή οφείλει να εμπλακεί ενεργά στη διαμόρφωση των δεξιοτήτων, να συγχρονίσει τον ρυθμό της με την εκπαίδευση και να επενδύσει στην προετοιμασία του ανθρώπινου δυναμικού.
Ο κ. Μαργώνης δεν έκρυψε και μια συγκρατημένη αισιοδοξία. Τα ευρήματα έρευνας της MARC για λογαριασμό της Παπαστράτος δείχνουν μια κοινωνία που αντιλαμβάνεται την αλλαγή. Σχεδόν 90% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα επηρεάσει την εργασία, ενώ το 85% δηλώνει πρόθυμο να εκπαιδευτεί σε νέες τεχνολογίες. Ταυτόχρονα, περίπου 7 στους 10 ήδη χρησιμοποιούν ή σχεδιάζουν να χρησιμοποιήσουν εργαλεία AI.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη. Σχεδόν οι μισοί εκτιμούν ότι οι Έλληνες δεν είναι έτοιμοι να προσαρμοστούν. Αυτό το δίπολο, προθυμία από τη μία, αβεβαιότητα από την άλλη, συνθέτει μια κρίσιμη πρόκληση για την επόμενη μέρα.

Οι δεξιότητες που δεν αυτοματοποιούνται
Να σημειώσουμε ότι ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις δεξιότητες που δεν αντικαθίστανται εύκολα από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Η κριτική σκέψη, η ικανότητα λήψης αποφάσεων και η ιεράρχηση της πληροφορίας αναδεικνύονται σε βασικούς πυλώνες. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο κ.Μαργώνης «το AI μπορεί να λειτουργεί ως αναλυτής, αλλά δεν είναι αυτό που παίρνει την τελική απόφαση».
Αυτό μεταφράζεται σε μια βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την ηγεσία και τη διοίκηση. Οι οργανισμοί καλούνται πλέον να διαχειρίζονται όχι μόνο ανθρώπους, αλλά και «οικοσυστήματα» τεχνολογιών, από μεγάλα γλωσσικά μοντέλα μέχρι αυτόνομους agents. Η μετάβαση αυτή απαιτεί νέες δεξιότητες, αλλά και μια διαφορετική κουλτούρα.
Η εταιρικη ευθύνη στην πράξη
Σε αυτό το περιβάλλον, η στρατηγική της Παπαστράτος, όπως περιγράφηκε, εστιάζει στη δημιουργία ενός οργανισμού «AI ready». Η εκπαίδευση των εργαζομένων, η εξοικείωση με τα νέα εργαλεία και η καλλιέργεια εμπιστοσύνης αποτελούν βασικές προτεραιότητες. Το μήνυμα ουσιαστικά είναι ότι κανείς δεν πρέπει να μείνει πίσω.
Η προσέγγιση αυτή αντανακλά μια ευρύτερη μετατόπιση, ότι οι επιχειρήσεις δεν περιορίζονται πλέον στην προσαρμογή, αλλά επιδιώκουν να λειτουργήσουν ως συνδιαμορφωτές του μέλλοντος. Κοινώς όχι απλώς να ακολουθούν τις εξελίξεις, αλλά να συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωσή τους.
Από την πλευρά της πολιτείας, η Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού Σοφία Ζαχαράκη αναγνώρισε ότι το εκπαιδευτικό σύστημα αλλάζει με αργούς ρυθμούς. Η εικόνα των σχολικών υποδομών που θυμίζουν προηγούμενες δεκαετίες λειτουργεί ως συμβολική αποτύπωση ενός συστήματος που καλείται να εκσυγχρονιστεί υπό πίεση.
Οι παρεμβάσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη περιλαμβάνουν την ανανέωση των προγραμμάτων σπουδών, την εισαγωγή της τεχνητής νοημοσύνης στην εκπαίδευση, την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και τον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού. Παράλληλα, δίνεται έμφαση στην ισότητα, ώστε η τεχνολογική μετάβαση να μην αφήσει πίσω ευάλωτες ομάδες.
Η σημασία της έρευνας
Η συζήτηση δεν περιορίστηκε στις προθέσεις. Ο Πρύτανης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Ιωάννης Χατζηγεωργίου ανέδειξε τον ρόλο της έρευνας και της καινοτομίας ως καταλύτες για τη σύνδεση πανεπιστημίων και αγοράς. Με σημαντικούς πόρους να κατευθύνονται στην έρευνα, τα ιδρύματα έχουν τη δυνατότητα να παράγουν γνώση που μεταφράζεται σε οικονομική αξία.
Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε, εξακολουθεί να υπάρχει δισταγμός από την πλευρά των επιχειρήσεων να συνεργαστούν πιο στενά με την ακαδημαϊκή κοινότητα. Ένα ακόμη παράδειγμα της αναντιστοιχίας που διατρέχει το σύστημα.
Από ευρωπαϊκή σκοπιά, ο Κωνσταντίνος Πουλιάκας, Expert, Skills and Workplaces, Department for VET and Skills του CEDEFOP έδωσε μια πιο συστημική διάσταση. Τα δεδομένα δείχνουν ότι σχεδόν 40% των εργαζομένων στην Ευρώπη χρειάστηκε να μάθει νέες ψηφιακές δεξιότητες μέσα σε έναν χρόνο, ενώ τρεις στους δέκα χρησιμοποιούν ήδη εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, το χάσμα παραμένει έντονο, καθώς η προσωπική χρήση AI είναι σαφώς πιο διαδεδομένη από την επαγγελματική. Το ποσοστό ενσωμάτωσης στον χώρο εργασίας παραμένει χαμηλό, κοντά στο 20%.
Παράλληλα, οι δεξιότητες που ζητούνται είναι πλέον πολυεπίπεδες, καθώς είναι ψηφιακές, κοινωνικές, διοικητικές, αλλά και δεξιότητες αυτοδιαχείρισης. Η ικανότητα να μαθαίνει κανείς διαρκώς αναδεικνύεται σε βασικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Αν κάτι κατέστη σαφές από τη συζήτηση στους Δελφούς, είναι ότι το μέλλον των δεξιοτήτων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποσπασματικά. Απαιτείται μια ολιστική προσέγγιση που θα συνδυάζει καλύτερα δεδομένα, ταχύτερη προσαρμογή, ουσιαστική συνεργασία μεταξύ εκπαίδευσης και παραγωγής και επένδυση στην πρακτική εμπειρία.
*Στην κεντρική φωτογραφία διακρίνονται από αριστερά: Marily Mexi, Senior Policy Advisor & Research Lead, Geneva Graduate Institute, Visiting Fellow, Cornell University Global Labor Institute - Σοφία Ζαχαράκη, Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού - Κωνσταντίνος Πουλιάκας, Expert on AI, Skills and Labour Markets, European Centre for the Development of Vocational Training (Cedefop) - Γιώργος Μαργώνης, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, Παπαστράτος.