Το «πράσινο» πολεμικό ρεπορτάζ

Το «πράσινο» πολεμικό ρεπορτάζ

Της Κατερίνας Οικονομάκου

Ο Τζαγκέντρα Σιγκ ήξερε καλά πόσο μεγάλο ήταν το ρίσκο που έπαιρνε. Ο μόνος τρόπος για να προστατευθεί, πίστευε, ήταν να μιλάει ανοιχτά για τις απειλές που δεχόταν. «Το να γράφω την αλήθεια έχει σοβαρές επιπτώσεις για τη ζωή μου», έγραφε στο Facebook στα μέσα Μαΐου του 2015. Ο Σιγκ ήταν βέβαιος ότι το επίμονο ρεπορτάζ του για τις παράνομες εξορύξεις άμμου στα βόρεια της χώρας είχε προκαλέσει έντονη ενόχληση σε πρόσωπα που εκπροσωπούσαν διαφορετικές ομάδες συμφερόντων. «Πολιτικοί, εγκληματικά κυκλώματα και αστυνομικοί, όλοι με κυνηγούν», έγραφε. Ο έμπειρος Ινδός δημοσιογράφος δεν έπασχε από κάποιο σύνδρομο καταδίωξης. Γνώριζε άριστα τον κόσμο που είχε επιλέξει να ερευνήσει.

Λίγες ημέρες έπειτα από εκείνη την ανάρτηση, στις 8 Ιουνίου, ο Σιγκ κείτονταν νεκρός στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Την 1η Ιουνίου 2015, μια ομάδα από άντρες είχε εισβάλει στο σπίτι του. Τον ακινητοποίησαν, τον περιέλουσαν με βενζίνη και του έβαλαν φωτιά.

Πριν υποκύψει στα τραύματά του, μέσα σε φρικτούς πόνους, ο δημοσιογράφος επέμενε να δώσει κατάθεση για την επίθεση. Ο αστυνομικός που βρέθηκε κοντά του για να καταγράψει τα λόγια του σε βίντεο, άκουσε τον ετοιμοθάνατο άντρα να κατονομάζει έναν συνάδελφό του ως επικεφαλής της ομάδας που είχε μπει στο σπίτι του. Ο αξιωματικός της αστυνομίας Σριπρακάς Ράι ήταν, σύμφωνα με τον Σιγκ, εκείνος που του έβαλε φωτιά. «Είχε μαζί του κι άλλους τέσσερις - πέντε αστυνομικούς», είπε. Στο ίδιο εκείνο βίντεο, ο δημοσιογράφος καταγγέλλει και τον Ραμ Μούρτι Σιγκ Βέρμα, εξέχον στέλεχος του σοσιαλιστικού κόμματος Σαματζουάντι και υπουργό στο ομόσπονδο κρατίδιο του Ουτάρ Πραντές, ως εκείνο το πρόσωπο που «εξαπέλυσε μια εκστρατεία τρόμου» κατά του ίδιου και της οικογένειάς του. Μόλις τον περασμένο Απρίλιο, είπε, είχε πέσει θύμα άγριου ξυλοδαρμού από ανθρώπους του υπουργού, μέσα στη μέση του δρόμου. Τότε είχαν αρκεστεί να του σπάσουν το πόδι.

Εκείνη την περίοδο, τους μήνες που προηγήθηκαν της δολοφονικής επίθεσης εναντίον του, ο Τζαγκέντρα Σιγκ ερευνούσε τις κατασχέσεις γης που συνδέονταν με τις επιχειρήσεις εξόρυξης άμμου από την κοίτη του ποταμού Γκαρά. Σύμφωνα με τον Σιγκ, στην επαρχία του Ουτάρ Πραντές βρίσκονταν σε εξέλιξη εκστρατείες αρπαγής γης και εκτεταμένες παράνομες εργασίες αμμοληψίας. Η βιομηχανία εξόρυξης και αφαίρεσης άμμου, που τροφοδοτεί την παγκόσμια οικοδομική δραστηριότητα με περίπου 50 δισεκατομμύρια τόνους άμμου τον χρόνο, έχει εξελιχθεί σε μια επιχείρηση πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων. Και την ίδια στιγμή, αναδεικνύεται σε μια από τις πιο κρίσιμες, αν και λιγότερο συζητημένες, απειλές για το περιβάλλον. Καθώς απομακρύνονται τεράστιες ποσότητες άμμου, η διάβρωση του εδάφους και οι πλημμύρες απειλούν άμεσα με δραματικές συνέπειες τους πληθυσμούς και την τοπική οικονομία στις παράκτιες περιοχές της γης. Το ένα μετά το άλλο, τα κράτη οδηγούνται στον περιορισμό, ή και την ολοκληρωτική απαγόρευση, της αμμοληψίας.

Η αστυνομία του Ουτάρ Πραντές δεν προέβη ούτε σε μία σύλληψη υπόπτου για τη δολοφονική επίθεση κατά του δημοσιογράφου. Η επίσημη εκδοχή για τον θάνατό του ήταν η αυτοκτονία. Ο Σιγκ αυτοπυρπολήθηκε, αποφάνθηκαν. Στο επίσημο αίτημα που κατέθεσε η διεθνής ΜΚΟ Committe to Protect Journalists (CPJ), απαιτώντας τη διαλεύκανση της υπόθεσης, ο εκπρόσωπος των ινδικών υπηρεσιών ασφαλείας του Ουτάρ Πραντές απάντησε ότι ο Σιγκ αυτοκτόνησε όταν οι αστυνομικοί επιχείρησαν να τον συλλάβουν. Ο δημοσιογράφος, είπε, ήταν καταζητούμενος για φόνο. Στις πιέσεις του CPJ για περισσότερες λεπτομέρειες γύρω από το έγκλημα για το οποίο ήταν ύποπτος ο Σιγκ, η απάντηση ήταν «δεν θυμάμαι».

Έναν χρόνο αργότερα, θα έπεφτε νεκρός άλλος ένας Ινδός δημοσιογράφος που έκανε ρεπορτάζ για τις παράνομες εξορύξεις άμμου στο ίδιο κρατίδιο του Ουτάρ Πραντές. Ο Καρούν Μίσρα δολοφονήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2016. Τον πυροβόλησαν τρεις άντρες που επέβαιναν σε μοτοσικλέτα, την ώρα που επέστρεφε στο σπίτι του από την εφημερίδα. Ο Μίσρα εξέπνευσε πριν φτάσει στο νοσοκομείο. Πέντε ημέρες αργότερα, η αστυνομία συνέλαβε πέντε υπόπτους. Οι τρεις ομολόγησαν ότι είχαν πάρει μέρος στην επίθεση. Ο αστυνομικός επιθεωρητής που ανέλαβε την υπόθεση ονόμασε δύο ντόπιους εργολάβους που ήταν επικεφαλής επιχειρήσεων αμμοληψίας ως τα πρόσωπα που έδωσαν την εντολή για την επίθεση στον δημοσιογράφο.

Σύμφωνα με την οργάνωση CPJ, μέσα στην τελευταία δεκαετία, σε ολόκληρο τον κόσμο, τουλάχιστον δεκατρείς δημοσιογράφοι που ερευνούσαν περιβαλλοντικά εγκλήματα έχουν πέσει θύματα δολοφονικής επίθεσης. Αυτές είναι οι επιβεβαιωμένες περιπτώσεις, όπως επισημαίνουν. Διότι στο μεταξύ ερευνούν άλλες δεκαέξι δολοφονίες. Την ίδια στιγμή, έχουν πληθύνει σε εξαιρετικά ανησυχητικό βαθμό οι απόπειρες εκφοβισμού, αλλά και οι ανοιχτές απειλές κατά της ίδιας της ζωής των ρεπόρτερ που ασχολούνται με θέματα περιβάλλοντος. Μετά την ανταπόκριση από τα πεδία των μαχών, το περιβαλλοντικό αναδεικνύεται στις μέρες μας το πιο επικίνδυνο και απαιτητικό ρεπορτάζ.

Η Ινδία είναι, έτσι κι αλλιώς, μια από τις πιο επικίνδυνες χώρες για να ασκεί κανείς το δημοσιογραφικό επάγγελμα. Ινδοί είναι οι τρεις από τους δεκατρείς δημοσιογράφους που δολοφονήθηκαν από το 2009 έως σήμερα, ερευνώντας παράνομες εξορύξεις άμμου και μετάλλων. Αλλοι τρεις εργάζονταν στις Φιλιππίνες, ενώ υπερεκπροσωπούνται και οι χώρες της Νοτίου Αμερικής. Πολλοί περισσότεροι επέλεξαν να σταματήσουν τις έρευνές τους για να σώσουν τη ζωή τους. «Αυτό που συμβαίνει είναι ότι οι δημοσιογράφοι, διεθνώς, όλο και συχνότερα απειλούνται όταν καλύπτουν τέτοια θέματα, οπότε στρέφονται σε πιο ανώδυνα ρεπορτάζ», εκτιμά ο εκπρόσωπος της οργάνωσης Earth Journalism, Ραμές Μπουσάλ.

«Τα περιβαλλοντικά θέματα σχετίζονται με ορισμένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά εγκλήματα στον κόσμο», δήλωνε πρόσφατα ο διευθυντής του αμερικανικού Dart Center for Journalism and Trauma, Μπεν Σαπίρο. Σύμφωνα με τον Σαπίρο, εκείνοι οι δημοσιογράφοι που κάνουν ερευνητικό ρεπορτάζ σε σχέση με το περιβάλλον είναι υποχρεωμένοι να έρχονται σε επαφή με ορισμένα από τα πιο επικίνδυνα και αδίστακτα κυκλώματα διεθνώς. «Αυτού του είδους η έρευνα μπορεί να είναι ακόμη πιο ριψοκίνδυνη και από το ρεπορτάζ στα κυκλώματα των ναρκωτικών», λέει.

Για να ερευνήσει κάποιος αυτά που υποψιάζεται ως μεγάλα περιβαλλοντικά εγκλήματα αναγκάζεται να έρθει αντιμέτωπος με τεράστια οικονομικά συμφέροντα και πολύ συχνά να ταξιδέψει και να κάνει ρεπορτάζ σε απομακρυσμένες περιοχές, χωρίς επαρκή προστασία, παρατηρεί ο διευθυντής του CPJ, Τζόελ Σάιμον. Αυτή η δουλειά δεν ήταν ποτέ χωρίς κινδύνους, θα προσθέσει. Δεν είναι είδηση, με άλλα λόγια. Εκείνο που το καθιστά είδηση, όμως, είναι το γεγονός ότι λόγω της κλιματικής αλλαγής μιλάμε πια για μια χωρίς προηγούμενο έκρηξη εγκληματικότητας, ειδικά σε εκείνες τις περιοχές του κόσμου, όπου η διαφθορά και η απουσία δημοκρατικών θεσμών διευκολύνουν τη διάπραξη περιβαλλοντικών εγκλημάτων.

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο στις 26 Ιουνίου

Photo by AP