LIBERALL
THINK TANKST
ΥΓΕΙΑY

Think Tanks

Η ενότητα Think Tanks του Liberal σε συνεργασία με το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών «Μάρκος Δραγούμης» έχει ως στόχο να ενημερώσει τους αναγνώστες μας σχετικά με τις διεθνείς εξελίξεις στην οικονομία και την πολιτική μέσα από το πρίσμα των εγκυρώτερων δεξαμενών σκέψης του ευρύτερου φιλελεύθερου χώρου. Μέχρι στιγμής έχουμε συνάψει συνεργασίες με κορυφαία ινστιτούτα, όπως το Cato Institute, το Foundation for Economic Education και το Atlas Network.
<>
Δημοκρατία
Print Friendly and PDF
-A +A

Δημοκρατία

2019-02-20 10:09:05

Του Randall G. Holcombe

Ο όρος δημοκρατία αναφέρεται στη μορφή διακυβέρνησης όπου ο λαός, είτε άμεσα είτε μέσω αντιπροσώπων, προσδιορίζει τους νόμους. Κατά τον 20ο αιώνα, σε μια εποχή βαθέος ιδεολογικού χάσματος μεταξύ των αυταρχικών δικτατοριών και των καπιταλιστικών δημοκρατιών, η δημοκρατία συχνά συσχετίστηκε με την ατομική ελευθερία και τον σεβασμό προς το άτομο. 

Μολονότι υπάρχει όντως μια συσχέτιση μεταξύ της ελευθερίας και της δημοκρατίας, η δημοκρατία αφορά ένα συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα που δεν συνεπάγεται, ούτε οδηγεί κατ’ ανάγκη σε μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι. Ένα δημοκρατικό σύστημα προβλέπει ότι οι πολίτες ασκούν έλεγχο επί της κυβέρνησης, ενώ η πολιτική ελευθερία αφορά τα όρια της εξουσίας ανεξάρτητα από το ποιος την ασκεί.

Μια δημοφιλής άποψη για τη δημοκρατία είναι ότι η δημοκρατική διακυβέρνηση πρέπει να ενεργεί κατά τρόπο ώστε να προάγει τη βούληση της πλειοψηφίας, αλλά αυτό το όραμα είναι προφανώς ασύμβατο με την ατομική ελευθερία. Όπως παρατήρησε ο Alexis de Tocqueville, μια πλειοψηφία μπορεί να είναι το ίδιο τυραννική με έναν δικτάτορα.

Η δημοκρατία λειτουργεί καλά ως μηχανισμός λήψης συλλογικών αποφάσεων όταν υπάρχει συναίνεση απόψεων εντός της ομάδας που λαμβάνει την απόφαση, αλλά υπάρχουν επίσης πολλοί άλλοι μηχανισμοί λήψης συλλογικών αποφάσεων που μπορούν να αποδώσουν εξίσου  καλά όταν υπάρχει ευρεία συμφωνία μεταξύ των μελών της ομάδας.

Όταν όμως υπάρχει έλλειψη συναίνεσης, η δημοκρατική λήψη αποφάσεων καταρρέει - έτσι, αν αποτιμήσουμε τη δημοκρατία ως έναν μηχανισμό για τη λήψη πολιτικών αποφάσεων, αυτή λειτουργεί χειρότερα εκεί που είναι αναγκαία το περισσότερο. Οι λόγοι που η δημοκρατία μπορεί να μην αποδίδει καλά όταν δεν υπάρχει συναίνεση μεταξύ των μελών της ομάδας λήψης των αποφάσεων είναι πολλοί.

Σε μια δημοκρατία, υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να υπάρξει κάποιο σαφές αποτέλεσμα που να υποστηρίζεται από μια πλειοψηφία. Ένα παράδειγμα αυτού του φαινομένου είναι όταν οι πλειοψηφίες είναι κυκλικές. Στην απλούστερη από τις περιπτώσεις αυτές, υπάρχουν τρεις ψηφοφόροι - οι 1, 2 και 3 - που επιλέγουν μέσω του κανόνα της πλειοψηφίας μεταξύ των επιλογών Α, Β και Γ. Ο ψηφοφόρος 1 προτιμά το Α έναντι του Β και το Β έναντι του Γ, ο ψηφοφόρος 2 προτιμά το Β έναντι του Γ και το Γ έναντι του Α, και ο ψηφοφόρος 3 προτιμά το Γ έναντι του Α και το Α έναντι του Β.

Αν οι επιλογές Α και Β είναι οι μόνες πολιτικές επιλογές, τότε η πλειοψηφία (οι ψηφοφόροι 1 και 3) θα προτιμούσαν το Α έναντι του Β. Μια πλειοψηφία όμως προτιμά επίσης το Γ έναντι του Α, και μια πλειοψηφία προτιμά το Β έναντι του Γ. Έτσι, σύμφωνα με την αρχή της πλειοψηφίας, το Α νικά το Β, το Γ νικά το Α, και το Β νικά το Γ. Καμία επιλογή δεν μπορεί να νικήσει όλες τις υπόλοιπες βάσει της αρχής της πλειοψηφίας - στο παράδειγμα αυτό δεν υπάρχει κάποια σαφής πλειοψηφική προτίμηση.

Ο Kenneth Arrow κατέδειξε ότι δεν είναι εφικτό να σχεδιαστεί ένας μηχανισμός κοινωνικής επιλογής που να μπορεί από τις ιεραρχήσεις των προτιμήσεων των ατόμων εντός της ομάδας να παράγει μια ορθολογική ιεράρχηση των προτιμήσεων των ομάδων. Θεωρητικά, οι δημοκρατικές αποφάσεις είναι αναγκαστικά ατελείς αντανακλάσεις των προτιμήσεων των μελών της ομάδας που λαμβάνει τις αποφάσεις.

Σημαντικότερα προβλήματα μπορεί να ανακύψουν σε δημοκρατίες όπου υπάρχει μια ξεκάθαρη πλειονότητα η οποία έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει το πολιτικό σύστημα για να επιβάλει τη βούλησή της στη μειονότητα. Τέτοιες περιπτώσεις αποκαλύπτουν τις συγκρούσεις μεταξύ της ατομικής ελευθερίας και της δημοκρατίας, καθώς και τη σοφία της εγκαθίδρυσης ουσιωδών συνταγματικών περιορισμών στη δυνατότητα των δημοκρατικών κυβερνήσεων να εφαρμόζουν πολιτικές που εγκρίνονται από την πλειοψηφία. Ο Alexis de Tocqueville πίστευε ότι από την στιγμή που η πλειοψηφία συνειδητοποιεί ότι μπορεί να ψηφίσει γι’ αυτήν ωφελήματα εις βάρος της μειονότητας, η δημοκρατία κινδυνεύει με κατάρρευση.

Από την άλλη μεριά, και οι μειονότητες συνιστούν  για τις δημοκρατίες έναν σημαντικό κίνδυνο που παίρνει τη μορφή των ομάδων ειδικών συμφερόντων. Καθώς στις δημοκρατικές κυβερνήσεις η ψήφος του κάθε πολίτη ατομικά είναι λίγο πιθανό να έχει ιδιαίτερη επίδραση στην κυβερνητική πολιτική, οι πολίτες στις δημοκρατίες τείνουν όπως υπογραμμίζει ο Anthony Downs, να είναι ορθολογικά αδαείς.

Δεν υπάρχει ιδιαίτερο όφελος στο να ενημερώνεται κανείς για την πολιτική καθώς η ψήφος του καθενός έχει πολύ μικρή βαρύτητα - έτσι οι περισσότεροι άνθρωποι αγνοούν τα ζητήματα που διακυβεύονται στις εκλογές. Η ορθολογική άγνοια δίνει τη δυνατότητα σε ομάδες ειδικών συμφερόντων να ασκούν πίεση στις κυβερνήσεις για να αποκομίσουν συμπυκνωμένα οφέλη προς όφελός τους και εις βάρος του γενικού κοινού. Οι πολιτικοί κερδίζουν την υποστήριξη των ομάδων συμφερόντων τις οποίες βοηθούν, ενώ το γενικό κοινό παραμένει ορθολογικά αδαές ως προς τα κόστη που επωμίζεται για να παρασχεθούν οφέλη σ’ αυτές τις ομάδες συμφερόντων.

Ο Mancur Olson παρατήρησε ότι καθώς ωριμάζουν οι δημοκρατικές κυβερνήσεις, οι ομάδες ειδικών συμφερόντων αποκτούν ολοένα και περισσότερη ισχύ και δυνατότητα να αποκομίζουν μεταβιβάσεις υπέρ τους, παράγοντας έτσι κοινωνίες στις οποίες τα άτομα αντικαθιστούν την παραγωγική δραστηριότητα με την επιδίωξη των μεταβιβάσεων, πράγμα που εντέλει οδηγεί σε κοινωνική παρακμή. Καθώς οι δημοκρατικοί ηγέτες πάντα διατρέχουν τον κίνδυνο να μην επανεκλεγούν, συχνά εφαρμόζουν πιο κοντόφθαλμες πολιτικές, και συνήθως ευνοούν τα ειδικά συμφέροντα περισσότερο απ’ ό,τι θα έκαναν αντίστοιχοι επικεφαλής κυβερνήσεων με πιο διασφάλισμένες μακροπρόθεσμες προοπτικές.

Είναι σαφές ότι η δημοκρατική διακυβέρνηση παρουσιάζει πολλά προβλήματα. Όπως παρατήρησε ο Winston Churchill «η δημοκρατία είναι η χειρότερη μορφή διακυβέρνησης εκτός από όλες τις υπόλοιπες που έχουν δοκιμαστεί». Το  μεγαλύτερο πλεονέκτημα της δημοκρατίας έναντι των άλλων μορφών διακυβέρνησης είναι ότι οι πολιτικοί ηγέτες χρειάζονται μια ευρεία βάση υποστήριξης για να παραμείνουν στην εξουσία, με αποτέλεσμα οι δημόσιοι αξιωματούχοι να μην μπορούν να αγνοούν την κοινή γνώμη.

Στις αυταρχικές κυβερνήσεις που διατηρούνται στη ζωή από μια μικρή συμμαχία υποστηρικτών, οι πολιτικοί ηγέτες πρέπει να παρέχουν οφέλη σε εκείνους τους υποστηρικτές προκειμένου αυτοί να μην αυτομολήσουν σε πιθανούς ανταγωνιστές - γεγονός που οδηγεί σε διαφθορά, παρεοκρατία και αναποτελεσματικές πολιτικές που σχεδιάζονται για να ωφελούν μια μικρή συμμαχία και όχι το γενικό κοινό. Οι ηγέτες των δημοκρατικών κυβερνήσεων επιχειρούν επίσης να διατηρήσουν την πολιτική υποστήριξη που απολαμβάνουν παρέχοντας οφέλη στους υποστηρικτές τους. Όταν όμως οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να ψηφίσουν, τότε οι αξιωματούχοι συχνά προσπαθούν να παράσχουν οφέλη σε μια ευρεία υποομάδα του κοινού.

Καθώς όμως οι δημοκρατικοί ηγέτες προσπαθούν να κερδίσουν την υποστήριξη διάφορων ομάδων ειδικών συμφερόντων θέτοντας ως στόχο των πολιτικών τους την επίτευξη οφέλους γι’ αυτές τις ομάδες, οι δημοκρατικές κυβερνήσεις τείνουν ξανά να ευνοούν τα ειδικά συμφέροντα έναντι του γενικού και δημόσιου. Η διαφορά είναι ότι οι αυταρχικές κυβερνήσεις τείνουν να ευνοούν μόνο τους λίγους ισχυρούς υποστηρικτές του ηγέτη, ενώ οι δημοκρατίες τείνουν να κατανέμουν τα οφέλη των ειδικών συμφερόντων σε μια ευρύτερη ομάδα.

Οι δημοκρατίες έχουν διάφορες μορφές και οι κοινοβουλευτικές δημοκρατίες που κυβερνούν την Ευρώπη φαίνεται να υπήρξαν λιγότερο πετυχημένες ως προς τον έλεγχο του μεγέθους του κράτους απ’ ό,τι η αμερικανική δημοκρατία, καθώς οι ομάδες συμφερόντων μπορούν να ασκούν μεγαλύτερη επιρροή στα κοινοβουλευτικά συστήματα.

Μολονότι το κάθε κράτος διαφέρει ως προς τα ειδικά χαρακτηριστικά του, στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες τα κόμματα επιλέγουν ποιοι θα τους αντιπροσωπεύσουν στις εκλογές, σε αντίθεση προς το σύστημα που ισχύει στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου ο οποιοσδήποτε μπορεί να είναι υποψήφιος για δημόσιο αξίωμα.

Ακόμη, οι ψηφοφόροι στα κοινοβουλευτικά συστήματα σχεδόν πάντα ψηφίζουν κόμματα και όχι υποψηφίους ατομικά. Μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές, οι νικητές σχηματίζουν μια κυβέρνηση που έχει τον έλεγχο της νομοθέτησης για όσο διάστημα παραμένει στην εξουσία. Καθώς τα κόμματα επιλέγουν τους αντιπροσώπους τους στα κοινοβουλευτικά συστήματα, οι αντιπρόσωποι ψηφίζουν την κομματική γραμμή και δεν έχουν την ανεξαρτησία να ψηφίσουν εναντίον της κομματικής θέσης, σε αντίθεση με το τι συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι ομάδες συμφερόντων να έχουν μεγαλύτερη επιρροή στα κοινοβουλευτικά συστήματα για δύο κυρίως λόγους: Πρώτον, τα ειδικά συμφέροντα διαμορφώνουν σχέσεις με τα κόμματα, και αυτές οι σχέσεις μπορεί να υπερβούν τις θητείες των επιμέρους μελών, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες οι ομάδες συμφερόντων προσεγγίζουν τους αντιπροσώπους ατομικά, καθώς αυτοί μπορεί και να μην ψηφίσουν την κομματική γραμμή.

Δεύτερον, οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις, από την στιγμή που ανέλθουν στην εξουσία, έχουν να αντιμετωπίσουν λιγότερο έντονη αντιπολίτευση καθώς ελέγχουν την πλειοψηφία στο νομοθετικό σώμα, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες οι αντιπρόσωποι ατομικά συχνά ψηφίζουν αντίθετα από τους επικεφαλής των κομμάτων τους, με αποτέλεσμα οι ηγέτες του εκάστοτε πλειοψηφικού κόμματος στις Ηνωμένες Πολιτείες να έχουν μικρότερη ισχύ να υπαγορεύουν την πολιτική κατεύθυνση απ’ ό,τι σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα. Το ευρύτερο επιχείρημα εδώ είναι ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των δημοκρατιών, και οι διαφορές ως προς τη μορφή της δημοκρατίας μπορεί να έχουν σημαντική επίδραση στην κυβερνητική πολιτική.

Υπάρχουν πολλά εγγενή προβλήματα στη δημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων. Οι ιδρυτικοί πατέρες των ΗΠΑ, αναγνωρίζοντας τα προβλήματα αυτά ήταν επιφυλακτικοί ως προς τη δύναμη της πλειοψηφίας και σκοπίμως σχεδίασαν μια κυβέρνηση με συνταγματικά περιορισμένες εξουσίες.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν σχεδιάστηκαν ως δημοκρατία, με την έννοια μιας κυβέρνησης της οποίας οι πολιτικές προσδιορίζονται από την κοινή γνώμη. Αντίθετα, οι ιδρυτές της χώρας σχεδίασαν συνταγματικά όρια στις εξουσίες της κυβέρνησης καθώς και ένα σύστημα ελέγχων και ισορροπιών στην προσπάθειά τους να αποτρέψουν την κατάχρηση της εξουσίας.

Ακόμη, περιόρισαν τη δυνατότητα των πολιτών να ασκούν άμεση επιρροή στους αρμόδιους για τη λήψη των κυβερνητικών αποφάσεων. Παρά τη δημοτικότητα της δημοκρατίας, πρέπει κανείς να αναγνωρίσει ότι η επιτυχία των Ηνωμένων Πολιτειών να παράγει ευημερία και ελευθερία σε σύγκριση με άλλα μέρη του κόσμου οφείλεται περισσότερο στα συνταγματικά όρια που τέθηκαν στις εξουσίες της κυβέρνησης, παρά στη δημοκρατία.

Οι Αμερικανοί ιδρυτές, καθώς σχεδίαζαν αρχικά την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, δημιούργησαν θεσμούς οι οποίοι ήταν σε μεγάλο βαθμό μονωμένοι έναντι της κοινής γνώμης και της βούλησης της πλειοψηφίας. Το δικαστικό σώμα είναι μονωμένο έναντι των δημοκρατικών πιέσεων καθώς οι δικαστές διορίζονται από τον Πρόεδρο, ο διορισμός επικυρώνεται από το Κογκρέσο και η θητεία τους είναι ισόβια. Η πρόθεση των ιδρυτών ήταν και το εκτελεστικό σώμα να είναι ομοίως μονωμένο, με τον πρόεδρο να επιλέγεται από ένα εκλεκτορικό σώμα.

Το Σύνταγμα δεν προσδιόρισε τον τρόπο επιλογής των μελών του εκλεκτορικού σώματος, και στην πρώιμη ιστορία των ΗΠΑ ο συνηθέστερος τρόπος ήταν οι προεδρικοί εκλέκτορες να επιλέγονται από τους πολιτειακούς νομοθέτες. Οι ιδρυτές οραματίστηκαν το εκλεκτορικό σώμα ως μια επιτροπή για την επιλογή του προέδρου, απομονώνοντας την επιλογή του Προέδρου από την άμεση απόφαση των πολιτών.

Αυτή η διαδικασία ποτέ δεν λειτούργησε ακριβώς όπως την οραματίστηκαν, και μέχρι το 1830 είχε εξελιχθεί σε μια δημοκρατικότερη κατεύθυνση, όπου οι πολίτες ψήφιζαν για τον Πρόεδρο ονομαστικά. Ομοίως, αρχικά το Σύνταγμα όριζε ότι οι Γερουσιαστές θα επιλέγονταν από τα νομοθετικά σώματα των πολιτειών τους, και αυτή η διαδικασία άλλαξε μόλις το 1913, όταν η 17η Τροπολογία θέσπισε την άμεση εκλογή τους. Σύμφωνα όμως με τον αρχικό σχεδιασμό, μόνο τα μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων επρόκειτο να έχουν άμεση λογοδοσία στους πολίτες.

Αν κάθε μία από τις τρεις εξουσίες του κράτους είχε το ίδιο ειδικό βάρος, όπως προϋποθέτει ένα σύστημα ελέγχων και ισορροπιών προκειμένου να είναι λειτουργικό, τότε το αμερικανικό κράτος θα ήταν δημοκρατικό μόνο κατά το ένα έκτο, με μόνο το μισό της νομοθετικής εξουσίας να υπόκειται σε άμεσο έλεγχο των πολιτών. Με την εκλογή του Προέδρου και των Γερουσιαστών όμως από τους πολίτες, πλέον το σύστημα είναι κατά τα δύο τρία του δημοκρατικό. Το κράτος των ΗΠΑ είναι πολύ πιο δημοκρατικό και οι ηγέτες του πολύ πιο άμεσα υπόλογοι στους πολίτες του απ’ ό,τι όταν ιδρύθηκε.

Ο 20ος αιώνας χαρακτηρίστηκε από ένα βαθύ ιδεολογικό χάσμα μεταξύ των καταπιεστικών κομμουνιστικών δικτατοριών στις οποίες ηγετική θέση είχε η Σοβιετική Ένωση, και των πιο ελεύθερων καπιταλιστικών δημοκρατιών, με την πιο εξέχουσα θέση μεταξύ των οποίων να κατέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτός ο πόλεμος μεταξύ των ιδεολογιών οδήγησε πολλούς ανθρώπους στην εξίσωση της δημοκρατίας με την ελευθερία.

Οι δημοκρατίες όμως μπορούν να είναι εξίσου τυραννικές με τις δικτατορίες και ο δρόμος προς την ελευθερία δεν είναι η μετάβαση από την δικτατορία προς τη δημοκρατία, αλλά από το μεγαλύτερο κράτος προς το μικρότερο. Μολονότι οι δημοκρατίες είναι συνήθως πιο ελεύθερες από τις δικτατορίες, η δημοκρατία και η ελευθερία δεν είναι επ’ ουδενί το ίδιο πράγμα, και η περισσότερη δημοκρατία δεν συνεπάγεται αναγκαστικά και περισσότερη ελευθερία.

Προτάσεις περαιτέρω μελέτης:

Arrow, Kenneth J. Social Choice and Individual Values. New Haven, CT: Yale University Press, 1951.

Black, Duncan. The Theory of Committees and Elections. Cambridge: Cambridge University Press, 1958.

Buchanan, James M., and Gordon Tullock. The Calculus of Consent. Ann Arbor: University of Michigan Press, 1962.

Bueno de Mesquita, Bruce, Alastair Smith, Randolph M. Siverson, and James D. Morrow. The Logic of Political Survival. Cambridge, MA: MIT Press, 2003.

Downs, Anthony. An Economic Theory of Democracy. New York: Harper & Row, 1957.

Hamilton, Alexander, John Jay, and James Madison. The Federalist. Washington, DC: National Home Library, 1937.

Holcombe, Randall G. From Liberty to Democracy: The Transformation of American Government. Ann Arbor: University of Michigan Press, 2002.

Hoppe, Hans-Hermann. Democracy, the God That Failed. New Brunswick, NJ: Transaction, 2001.

Olson, Mancur. The Rise and Decline of Nations. New Haven, CT: Yale University Press, 1982.

Tocqueville, Alexis de. Democracy in America. New York: Knopf, 1963 [1835].

--

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στην Encyclopedia of Libertarianism και παρουσιάζεται στα ελληνικά με τη συνεργασία του ΚΕΦΙΜ «Μάρκος Δραγούμης».